Created Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026
/Συμβολή στην Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας/ (1859; MEW 13, MEGA II/2, English: MECW 29).
ΒΙΒΛΙΟ ΠΡΩΤΟ. ΠΕΡΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ
Πρώτο Τμήμα / ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΓΕΝΙΚΑ
Πρώτο Κεφάλαιο / ΤΟ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
[107] {269}^# Ο πλούτος της αστικής κοινωνίας παρουσιάζεται εκ πρώτης όψεως ως μια απέραντη συσσώρευση εμπορευμάτων, της οποίας στοιχειώδης μονάδα είναι το μεμονωμένο εμπόρευμα. Κάθε εμπόρευμα, ωστόσο, εμφανίζει μια διττή όψη: αξία χρήσης [Gebrauchswerth] και ανταλλακτική αξία [Tauschwerte].^*
^ Αριστοτέλης, Πολιτικά*, Βιβλίο Α΄, κεφ. 9 (έκδ. I. Bekker, Oxonii, 1837). «ἑκάστου γὰρ κτήματος διττὴ ἡ χρῆσίς ἐστιν, ἀμφότεραι δὲ καθ᾿ αὑτὸ μὲν ἀλλ᾿ οὐχ ὁμοίως καθ᾿ αὑτό, ἀλλ᾿ ἡ μὲν οἰκεία ἡ δ᾿ οὐκ οἰκεία τοῦ πράγματος, οἷον ὑποδήματος ἥ τε ὑπόδεσις καὶ ἡ μεταβλητική. ἀμφότεραι γὰρ ὑποδήματος χρήσεις· καὶ γὰρ ὁ ἀλλαττόμενος τῷ δεομένῳ ὑποδήματος ἀντὶ νομίσματος ἢ τροφῆς χρῆται τῷ ὑποδήματι ᾗ ὑπόδημα, ἀλλ᾿ οὐ τὴν οἰκείαν χρῆσιν· οὐ γὰρ ἀλλαγῆς ἕνεκεν γέγονε. τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον ἔχει καὶ περὶ τῶν ἄλλων κτημάτων.». [Ο Μαρξ παραπέμπει στα ελληνικά.]
^# Σε αγκύλες δίνεται η αρίθμηση της MEGA II/2. Σε άγκιστρα της MECW 29. [ΣτΜ]
Καταρχάς, το εμπόρευμα, σύμφωνα με τη γλώσσα των Άγγλων οικονομολόγων, είναι «κάθε πράγμα αναγκαίο, χρήσιμο ή ευχάριστο για τη ζωή», ένα αντικείμενο ανθρώπινων αναγκών, ένα μέσο διαβίωσης με την ευρύτερη έννοια του όρου. Η αξία χρήσης, ως όψη του εμπορεύματος, συμπίπτει με τη φυσική, αισθητά απτή ύπαρξή του. Το σιτάρι, λ.χ., αποτελεί μια ιδιαίτερη αξία χρήσης, διαφορετική από τις αξίες χρήσης του βαμβακιού, του γυαλιού, του χαρτιού κ.ο.κ. Η αξία χρήσης έχει αξία μόνο κατά τη χρήση και πραγματώνεται μόνο κατά τη διαδικασία της κατανάλωσης. Η ίδια αξία χρήσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί με διάφορους τρόπους. Ωστόσο, το εύρος των δυνατών χρήσεών της περιορίζεται από την ύπαρξή της ως [108] αντικειμένου με ορισμένες ιδιότητες. Επιπλέον, προσδιορίζεται όχι μόνο ποιοτικά αλλά και ποσοτικά. Διαφορετικές αξίες χρήσης μετρώνται με διαφορετικές μονάδες, ανάλογες προς τα φυσικά χαρακτηριστικά τους· λ.χ. ένα μπούσελ σιταριού, μια δεσμίδα φύλλων χαρτιού, μια γιάρδα λινού υφάσματος κ.λπ.
{270} Όποια κι αν είναι η κοινωνική του μορφή, ο πλούτος συνίσταται πάντοτε σε αξίες χρήσης, οι οποίες, καταρχάς, δεν επηρεάζονται από αυτή τη μορφή. Από τη γεύση του σιταριού δεν μπορεί κανείς να διαπιστώσει αν το παρήγαγε ένας Ρώσος δουλοπάροικος, ένας Γάλλος αγρότης ή ένας Άγγλος καπιταλιστής. Παρότι οι αξίες χρήσης εξυπηρετούν κοινωνικές ανάγκες και, επομένως, υπάρχουν μέσα σε ένα κοινωνικό πλαίσιο, δεν εκφράζουν τις κοινωνικές σχέσεις παραγωγής. Ας πάρουμε, για παράδειγμα, ως αξία χρήσης ένα εμπόρευμα όπως το διαμάντι. Από την όψη του δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι είναι εμπόρευμα. Όταν χρησιμεύει ως αισθητική ή μηχανική αξία χρήσης, είτε στον λαιμό μιας εταίρας είτε στο χέρι ενός υαλουργού, είναι διαμάντι και όχι εμπόρευμα.
^ Γι' αυτό και οι Γερμανοί συγγραφείς πραγματεύονται con amore τις αξίες χρήσης, αποκαλώντας τες «αγαθά». Βλ., λ.χ., το τμήμα περί «αγαθών» στο έργο του L. Stein, System der Staatswissenschaft*, τόμ. Ι. Χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τα «αγαθά» μπορεί επίσης να βρει κανείς στα «εγχειρίδια εμπορευματογνωσίας».
Η ανταλλακτική αξία εμφανίζεται αρχικά ως μια ποσοτική σχέση, ως η αναλογία με την οποία οι αξίες χρήσης ανταλλάσσονται μεταξύ τους. Μέσα σε αυτή τη σχέση συγκροτούν ίσα ανταλλάξιμα μεγέθη. Έτσι, ένας τόμος του Προπέρτιου και οκτώ ουγγιές ταμπάκου για εισπνοή μπορεί να έχουν την ίδια ανταλλακτική αξία, παρά την ανομοιότητα των αξιών χρήσης του ταμπάκου και των ελεγειών. Ως ανταλλακτική αξία, μια αξία χρήσης αξίζει ακριβώς όσο και οποιαδήποτε άλλη, αρκεί να βρίσκονται στη σωστή αναλογία. Η ανταλλακτική αξία ενός ανακτόρου μπορεί να εκφραστεί σε έναν ορισμένο αριθμό κουτιών βερνικιού παπουτσιών. Οι λονδρέζοι κατασκευαστές βερνικιού παπουτσιών, από την άλλη, εξέφρασαν την ανταλλακτική αξία των πολυάριθμων κουτιών τους σε ανάκτορα. Επομένως, εντελώς ανεξάρτητα από τη φυσική μορφή της ύπαρξής τους και χωρίς καμία αναφορά στον ιδιαίτερο χαρακτήρα των αναγκών που ικανοποιούν ως αξίες χρήσης, τα εμπορεύματα, σε ορισμένες ποσότητες, εξομοιώνονται μεταξύ τους, υποκαθιστούν το ένα το άλλο στη διαδικασία της ανταλλαγής, θεωρούνται ισοδύναμα και, παρά την ποικιλόμορφη εμφάνισή τους, έχουν έναν κοινό παρονομαστή.
Οι αξίες χρήσης χρησιμεύουν άμεσα ως μέσα διαβίωσης. Από την άλλη πλευρά, όμως, αυτά τα μέσα διαβίωσης είναι τα ίδια {271} προϊόντα κοινωνικής δραστηριότητας, [109] αποτέλεσμα δαπανημένης ανθρώπινης ενέργειας, αντικειμενοποιημένη εργασία. Ως αντικειμενοποίηση [Materiatur] της κοινωνικής εργασίας, όλα τα εμπορεύματα αποτελούν αποκρυσταλλώσεις της ίδιας ουσίας [Einheit/substance]. Ο ιδιαίτερος [bestimmte] χαρακτήρας αυτής της ουσίας, δηλαδή της εργασίας που ενσωματώνεται στην ανταλλακτική αξία, πρέπει τώρα να εξεταστεί.
Ας υποθέσουμε ότι μία ουγγιά χρυσού, ένας τόνος σιδήρου, ένα τέταρτο σιταριού και είκοσι γιάρδες μεταξιού αποτελούν ανταλλακτικές αξίες ίσου μεγέθους. Ως ισοδύναμα, στα οποία έχει εξαλειφθεί η ποιοτική διαφορά των αξιών χρήσης τους, αντιπροσωπεύουν ίσες ποσότητες του ίδιου είδους εργασίας. Η εργασία που έχει αντικειμενοποιηθεί [vergegenständlicht] ομοιόμορφα σε αυτά πρέπει να είναι ομοιόμορφη, ομοιογενής, απλή εργασία· έχει τόση σημασία αν αυτή η εργασία ενσωματώνεται στον χρυσό, στον σίδηρο, στο σιτάρι ή στο μετάξι, όση έχει για το οξυγόνο αν βρίσκεται στον σκουριασμένο σίδηρο, στην ατμόσφαιρα, στον χυμό των σταφυλιών ή στο ανθρώπινο αίμα. Η εξόρυξη χρυσού, η εξόρυξη σιδήρου, η καλλιέργεια του σιταριού και η ύφανση του μεταξιού είναι όμως ποιοτικά διαφορετικά είδη εργασίας. Πράγματι, ό,τι εμφανίζεται αντικειμενικά ως ποικιλία των αξιών χρήσης, εμφανίζεται, αν εξεταστεί από τη σκοπιά της δραστηριότητας, ως ποικιλία των ενεργειών που παράγουν αυτές τις αξίες χρήσης. Εφόσον το ιδιαίτερο υλικό από το οποίο συνίστανται οι αξίες χρήσης είναι αδιάφορο για την εργασία που δημιουργεί την ανταλλακτική αξία, εξίσου αδιάφορη είναι και η ιδιαίτερη μορφή αυτής της εργασίας. Επιπλέον, οι διαφορετικές αξίες χρήσης είναι προϊόντα της δραστηριότητας διαφορετικών ατόμων και, επομένως, αποτέλεσμα ατομικά διαφορετικών ειδών εργασίας. Ωστόσο, ως ανταλλακτικές αξίες αντιπροσωπεύουν την ίδια ομοιογενή εργασία, δηλαδή εργασία στην οποία έχουν εξαλειφθεί τα ατομικά χαρακτηριστικά των εργαζομένων. Η εργασία που δημιουργεί την ανταλλακτική αξία είναι, συνεπώς, αφηρημένη γενική εργασία.
Αν μία ουγγιά χρυσού, ένας τόνος σιδήρου, ένα τέταρτο σιταριού και είκοσι γιάρδες μεταξιού αποτελούν ανταλλακτικές αξίες ίσου μεγέθους, δηλαδή ισοδύναμα, τότε μία ουγγιά χρυσού, μισός τόνος σιδήρου, τρία μπούσελ σιταριού και πέντε γιάρδες μεταξιού αποτελούν ανταλλακτικές αξίες πολύ διαφορετικού μεγέθους, και αυτή η ποσοτική διαφορά είναι η μόνη διαφορά που μπορούν να εμφανίζουν ως ανταλλακτικές αξίες. Ως ανταλλακτικές αξίες διαφορετικού μεγέθους αντιπροσωπεύουν μεγαλύτερα ή μικρότερα τμήματα, μεγαλύτερες ή μικρότερες ποσότητες απλής, ομοιογενούς, αφηρημένης γενικής εργασίας, η οποία αποτελεί την ουσία της ανταλλακτικής αξίας. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: πώς μπορούν να μετρηθούν αυτές οι ποσότητες; Ή, ακριβέστερα, ποια είναι η ποσοτική μορφή ύπαρξης αυτής της εργασίας, αφού οι ποσοτικές διαφορές των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών δεν είναι παρά οι ποσοτικές διαφορές της εργασίας που έχει αντικειμενοποιηθεί σε αυτά. Όπως ακριβώς η κίνηση μετριέται με τον χρόνο, έτσι και η εργασία μετριέται με τον χρόνο εργασίας. {272} Εφόσον η ποιότητα της εργασίας θεωρείται δεδομένη, η διάρκεια της εργασίας είναι η μόνη δυνατή διαφορά που μπορεί να εμφανιστεί.
Ο χρόνος εργασίας μετριέται με τις φυσικές μονάδες του χρόνου, δηλαδή με ώρες, ημέρες, εβδομάδες κ.ο.κ. Ο χρόνος εργασίας αποτελεί τη ζώσα μορφή ύπαρξης της εργασίας, ανεξάρτητα από τη μορφή, το περιεχόμενο και [110] τα ατομικά γνωρίσματά της· αποτελεί τη ζώσα ποσοτική της διάσταση, καθώς και το εγγενές μέτρο της. Ο χρόνος εργασίας που έχει αντικειμενοποιηθεί στις αξίες χρήσης των εμπορευμάτων αποτελεί τόσο την υπόσταση [Substanz/substance] που τις μετατρέπει σε ανταλλακτικές αξίες και, επομένως, σε εμπορεύματα, όσο και το μέτρο με το οποίο προσδιορίζεται το ακριβές μέγεθος της αξίας τους. Οι αντίστοιχες ποσότητες διαφορετικών αξιών χρήσης που περιέχουν την ίδια ποσότητα χρόνου εργασίας είναι ισοδύναμα· δηλαδή όλες οι αξίες χρήσης είναι ισοδύναμες όταν λαμβάνονται σε αναλογίες που περιέχουν την ίδια ποσότητα δαπανημένου, αντικειμενοποιημένου χρόνου εργασίας. Ως ανταλλακτικές αξίες, όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά καθορισμένες ποσότητες πηγμένου/στερεοποιημένου χρόνου εργασίας [festgeronnener Arbeitszeit].
Οι ακόλουθες θεμελιώδεις θέσεις είναι ουσιώδεις για την κατανόηση του προσδιορισμού της ανταλλακτικής αξίας από τον χρόνο εργασίας. Η εργασία ανάγεται σε απλή εργασία, δηλαδή, τρόπον τινά, σε εργασία χωρίς ποιοτικές ιδιότητες. Η εργασία που δημιουργεί την ανταλλακτική αξία και, συνεπώς, τα εμπορεύματα είναι ειδικά κοινωνική εργασία. Τέλος, η εργασία, στο μέτρο που τα αποτελέσματά της είναι αξίες χρήσης, διακρίνεται από την εργασία, στο μέτρο που τα αποτελέσματά της είναι ανταλλακτικές αξίες.
Για να μετρηθούν οι ανταλλακτικές αξίες των εμπορευμάτων με τον χρόνο εργασίας που περιέχουν, τα διαφορετικά είδη εργασίας πρέπει να αναχθούν σε ομοιόμορφη, ομοιογενή, απλή εργασία, με λίγα λόγια, σε εργασία ομοιόμορφης ποιότητας, της οποίας η μόνη διαφορά είναι, συνεπώς, η ποσότητα.
Η αναγωγή αυτή φαίνεται να αποτελεί αφαίρεση· είναι όμως μια αφαίρεση που πραγματοποιείται καθημερινά μέσα στην κοινωνική διαδικασία της παραγωγής. Η αναγωγή όλων των εμπορευμάτων σε χρόνο εργασίας δεν είναι μεγαλύτερη αφαίρεση ούτε λιγότερο πραγματική από την αναγωγή όλων των οργανικών σωμάτων στον αέρα. Η εργασία, μετρημένη κατ' αυτόν τον τρόπο με τον χρόνο, δεν εμφανίζεται πλέον ως εργασία διαφορετικών προσώπων· αντίθετα, τα διαφορετικά εργαζόμενα άτομα φαίνονται ως απλά όργανα αυτής της εργασίας. Με άλλα λόγια, η εργασία που ενσωματώνεται στις ανταλλακτικές αξίες θα μπορούσε να ονομαστεί ανθρώπινη εργασία εν γένει. Αυτή η αφαίρεση, η ανθρώπινη εργασία εν γένει, υπάρχει με τη μορφή της μέσης εργασίας, την οποία, σε μια δεδομένη κοινωνία, είναι σε θέση να εκτελέσει ο μέσος άνθρωπος· πρόκειται για την παραγωγική δαπάνη μιας ορισμένης ποσότητας ανθρώπινων μυών, νεύρων, εγκεφάλου κ.λπ. Είναι απλή εργασία,^* την οποία κάθε μέσο άτομο μπορεί να μάθει να εκτελεί και την οποία, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, οφείλει να {273} εκτελεί.
^ Οι Άγγλοι οικονομολόγοι την αποκαλούν «ανειδίκευτη εργασία» (unskilled labour*).
Τα χαρακτηριστικά αυτής της μέσης εργασίας διαφέρουν από χώρα σε χώρα και από ιστορική εποχή σε ιστορική εποχή· σε κάθε συγκεκριμένη κοινωνία, όμως, εμφανίζονται ως δεδομένα. Όπως δείχνουν τα στατιστικά στοιχεία, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας που εκτελείται στην αστική κοινωνία είναι απλή εργασία. [111] Είτε ο Α εργάζεται έξι ώρες παράγοντας σίδηρο και έξι ώρες παράγοντας λινό ύφασμα, ενώ ο Β εργάζεται επίσης έξι ώρες παράγοντας σίδηρο και έξι ώρες παράγοντας λινό ύφασμα, είτε ο Α εργάζεται δώδεκα ώρες παράγοντας σίδηρο και ο Β δώδεκα ώρες παράγοντας λινό ύφασμα, πρόκειται προφανώς απλώς για διαφορετική εφαρμογή του ίδιου χρόνου εργασίας. Τι συμβαίνει όμως με τη συνθετότερη εργασία, η οποία, ως εργασία μεγαλύτερης έντασης και ειδικού βάρους, υπερβαίνει το γενικό επίπεδο; Αυτό το είδος εργασίας ανάγεται σε πολλαπλασιασμένη απλή εργασία· είναι απλή εργασία υψωμένη σε ανώτερη δύναμη, έτσι ώστε, για παράδειγμα, μία ημέρα ειδικευμένης εργασίας να μπορεί να ισοδυναμεί με τρεις ημέρες απλής εργασίας.
Ο προσδιορισμός της ανταλλακτικής αξίας από τον χρόνο εργασίας προϋποθέτει, εξάλλου, ότι η ίδια ποσότητα εργασίας αντικειμενοποιείται σε ένα συγκεκριμένο [bestimmten] εμπόρευμα, λόγου χάρη σε έναν τόνο σιδήρου, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για το έργο του Α ή του Β· με άλλα λόγια, ότι διαφορετικά άτομα δαπανούν ίσες ποσότητες χρόνου εργασίας για την παραγωγή αξιών χρήσης ποιοτικά και ποσοτικά ίσων. Με άλλα λόγια, προϋποτίθεται ότι ο χρόνος εργασίας που περιέχεται σε ένα εμπόρευμα είναι ο χρόνος εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή του, δηλαδή ο χρόνος εργασίας που απαιτείται, υπό τις γενικά επικρατούσες συνθήκες παραγωγής, για την παραγωγή μιας ακόμη μονάδας του ίδιου εμπορεύματος.
Από την ανάλυση της ανταλλακτικής αξίας προκύπτει ότι οι συνθήκες της εργασίας που δημιουργεί την ανταλλακτική αξία είναι κοινωνικές κατηγορίες της εργασίας ή κατηγορίες της κοινωνικής εργασίας, κοινωνικής όμως όχι με τη γενική έννοια του όρου, αλλά με μια ειδική έννοια, που χαρακτηρίζει έναν συγκεκριμένο τύπο κοινωνίας. Η ομοιόμορφη απλή εργασία προϋποθέτει, πριν απ' όλα, ότι η εργασία διαφορετικών ατόμων είναι ίση και ότι αντιμετωπίζεται ως ίση, επειδή ανάγεται πράγματι σε ομοιογενή εργασία. Η εργασία κάθε ατόμου, στον βαθμό που εκδηλώνεται στις ανταλλακτικές αξίες, κατέχει αυτόν τον κοινωνικό χαρακτήρα της ισότητας· και εκδηλώνεται ως ανταλλακτική αξία μόνο στον βαθμό που εξισώνεται με την εργασία όλων των άλλων ατόμων.
Επιπλέον, στην ανταλλακτική αξία ο χρόνος εργασίας ενός συγκεκριμένου ατόμου παριστάνεται άμεσα ως χρόνος εργασίας εν γένει, και αυτός {274} ο γενικός χαρακτήρας της ατομικής εργασίας εμφανίζεται ως ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας αυτής. Ο χρόνος εργασίας που εκφράζεται στην ανταλλακτική αξία είναι ο χρόνος εργασίας ενός ατόμου, αλλά ενός ατόμου που δεν διαφέρει σε τίποτε από κάθε άλλο άτομο, εφόσον [112] όλα εκτελούν ίση εργασία. Επομένως, ο χρόνος εργασίας που απαιτεί ένα άτομο για την παραγωγή ενός ορισμένου [bestimmten] εμπορεύματος είναι ο αναγκαίος χρόνος εργασίας που θα απαιτούσε οποιοδήποτε άλλο άτομο για να παράγει το ίδιο εμπόρευμα. Είναι ο χρόνος εργασίας ενός ατόμου, ο δικός του χρόνος εργασίας, αλλά μόνο ως χρόνος εργασίας κοινός σε όλους· συνεπώς, είναι εντελώς αδιάφορο τίνος είναι αυτός ο ατομικός χρόνος εργασίας. Αυτός ο καθολικός χρόνος εργασίας βρίσκει την έκφρασή του σε ένα καθολικό προϊόν, σε ένα καθολικό ισοδύναμο, δηλαδή σε μια ορισμένη ποσότητα αντικειμενοποιημένου χρόνου εργασίας, για την οποία η ιδιαίτερη μορφή της αξίας χρήσης, μέσα στην οποία εκδηλώνεται ως άμεσο προϊόν ενός προσώπου, είναι εντελώς αδιάφορη· μπορεί, κατά βούληση, να μετατραπεί σε οποιαδήποτε άλλη μορφή αξίας χρήσης, στην οποία εμφανίζεται ως προϊόν οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Μόνο ως τέτοιο καθολικό μέγεθος αποτελεί ένα κοινωνικό μέγεθος. Η εργασία ενός ατόμου μπορεί να παράγει ανταλλακτική αξία μόνο εφόσον παράγει καθολικά ισοδύναμα, δηλαδή εφόσον ο ατομικός χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύει τον καθολικό χρόνο εργασίας ή ο καθολικός χρόνος εργασίας αντιπροσωπεύει τον ατομικό χρόνο εργασίας.
Από την άλλη πλευρά, στο αγροτικό πατριαρχικό σύστημα παραγωγής, όταν ο κλώστης και ο υφαντής ζούσαν κάτω από την ίδια {275} στέγη —οι γυναίκες της οικογένειας κλώθοντας και οι άνδρες υφαίνοντας, ας πούμε, για τις ανάγκες της οικογένειας— το νήμα και το λινό ύφασμα ήταν κοινωνικά προϊόντα και το κλώσιμο και η ύφανση ήταν κοινωνική εργασία μέσα στο πλαίσιο της οικογένειας. Ωστόσο, ο κοινωνικός τους χαρακτήρας δεν εμφανιζόταν με τη μορφή του νήματος που γίνεται καθολικό ισοδύναμο και ανταλλάσσεται με το λινό ως καθολικό ισοδύναμο· δηλαδή, δεν εμφανιζόταν με τη μορφή των δύο προϊόντων που ανταλλάσσονται μεταξύ τους ως ίσες και εξίσου έγκυρες εκφράσεις του ίδιου καθολικού χρόνου εργασίας. [113] Αντίθετα, το προϊόν της εργασίας έφερε το ιδιαίτερο κοινωνικό αποτύπωμα της οικογενειακής σχέσης με τον φυσικά διαμορφωμένο καταμερισμό εργασίας της.
Ή ας πάρουμε τις παροχές εργασίας και τις δοσοληψίες σε είδος του Μεσαίωνα. Εκείνη την εποχή, ήταν η ιδιαίτερη [bestimmten] εργασία του ατόμου στην αρχική της μορφή, τα ειδικά χαρακτηριστικά της εργασίας του και όχι η καθολική της πλευρά, που αποτελούσαν τους κοινωνικούς δεσμούς.
Ή, τέλος, ας πάρουμε την κοινοτική εργασία στη φυσικά διαμορφωμένη μορφή της, όπως τη συναντούμε σε όλα τα πολιτισμένα έθνη κατά την αυγή της ιστορίας τους.^* Σε αυτή την περίπτωση, ο κοινωνικός χαρακτήρας της εργασίας προφανώς δεν διαμεσολαβείται από το ότι η εργασία του ατόμου λαμβάνει την αφηρημένη μορφή της καθολικής εργασίας ή από το ότι το προϊόν του λαμβάνει τη μορφή ενός καθολικού ισοδυνάμου. Το κοινοτικό σύστημα πάνω στο οποίο βασίζεται αυτός ο τρόπος παραγωγής εμποδίζει την εργασία του ατόμου να γίνει ιδιωτική εργασία και το προϊόν του να γίνει το ιδιωτικό προϊόν ενός ξεχωριστού ατόμου· αντίθετα, προκαλεί την εμφάνιση της ατομικής εργασίας ως άμεσης λειτουργίας ενός μέλους της κοινωνικής οργάνωσης.
^ Σήμερα επικρατεί ευρέως μια παράλογα μεροληπτική άποψη, σύμφωνα με την οποία η πρωτόγονη* κοινοτική ιδιοκτησία αποτελεί ένα ειδικά σλαβικό ή ακόμη και αποκλειστικά ρωσικό φαινόμενο.^55 Αποτελεί όμως μια πρώιμη μορφή που συναντάται στους Ρωμαίους, στους Τεύτονες και στους Κέλτες, και της οποίας μια ολόκληρη συλλογή διαφορετικών μορφών (αν και μερικές φορές διασώζονται μόνο κατάλοιπα) εξακολουθεί να υπάρχει στην Ινδία. Μια προσεκτικότερη μελέτη των ασιατικών, ιδιαίτερα των ινδικών, μορφών κοινοτικής ιδιοκτησίας θα έδειχνε ότι η διάλυση των διαφορετικών μορφών πρωτόγονης κοινοτικής ιδιοκτησίας δημιουργεί ποικίλες μορφές ιδιοκτησίας. Για παράδειγμα, διάφορα πρότυπα της ρωμαϊκής και γερμανικής ιδιωτικής ιδιοκτησίας μπορούν να αναχθούν σε ορισμένες μορφές ινδικής κοινοτικής ιδιοκτησίας.
Η εργασία που εκδηλώνεται στην ανταλλακτική αξία εμφανίζεται ως εργασία ενός απομονωμένου ατόμου. Γίνεται κοινωνική εργασία λαμβάνοντας τη μορφή του άμεσου αντιθέτου της, δηλαδή της αφηρημένης καθολικής εργασίας.
Τέλος, χαρακτηριστικό γνώρισμα της εργασίας που θέτει ανταλλακτική αξία είναι ότι προκαλεί την εμφάνιση των κοινωνικών σχέσεων των ατόμων με την ανεστραμμένη μορφή μιας κοινωνικής σχέσης μεταξύ πραγμάτων. Η εργασία διαφορετικών προσώπων εξισώνεται και αντιμετωπίζεται ως καθολική εργασία μόνο μέσω της σχέσης μιας αξίας χρήσης προς μια άλλη υπό τη μορφή της ανταλλακτικής αξίας.
Είναι επομένως {276} σωστό να λέγεται ότι η ανταλλακτική αξία είναι μια σχέση μεταξύ προσώπων,^ είναι όμως αναγκαίο να προστεθεί ότι πρόκειται για μια σχέση κρυμμένη πίσω από ένα υλικό πέπλο. Όπως μια λίβρα σιδήρου και μια λίβρα χρυσού έχουν το ίδιο βάρος, παρά τις διαφορετικές φυσικές και χημικές τους ιδιότητες, έτσι και δύο εμπορεύματα που έχουν διαφορετικές αξίες χρήσης αλλά περιέχουν την ίδια ποσότητα χρόνου εργασίας έχουν την ίδια ανταλλακτική αξία*.
^ «Ο πλούτος είναι μια σχέση μεταξύ δύο προσώπων». Galiani, Della Moneta, σ. 221, στον τόμο III της συλλογής του Custodi, Scrittori classici Italiani di Economia Politica. Parte Moderna*, Μιλάνο, 1803. [Ο Μαρξ παραθέτει στα ιταλικά.]
Η ανταλλακτική αξία εμφανίζεται έτσι ως ένας κοινωνικός προσδιορισμός των αξιών χρήσης, ένας προσδιορισμός που ανήκει σε αυτές ως πράγματα και εξαιτίας του οποίου [114] μπορούν, σε ορισμένες αναλογίες, να παίρνουν η μία τη θέση της άλλης στη διαδικασία της ανταλλαγής· δηλαδή αποτελούν ισοδύναμα, όπως ακριβώς απλά χημικά στοιχεία, όταν συνδυάζονται σε ορισμένες αναλογίες, σχηματίζουν χημικά ισοδύναμα.
Μόνο οι συμβάσεις της καθημερινής ζωής κάνουν να φαίνεται κοινότοπο και αυτονόητο ότι οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής προσλαμβάνουν τη μορφή πραγμάτων, έτσι ώστε οι σχέσεις στις οποίες εισέρχονται οι άνθρωποι κατά τη διάρκεια της εργασίας τους να εμφανίζονται ως σχέσεις των πραγμάτων μεταξύ τους και των πραγμάτων προς τους ανθρώπους.
Αυτή η μυστικοποίηση είναι ακόμη πολύ απλή στην περίπτωση του εμπορεύματος. Όλοι κατανοούν, λίγο-πολύ καθαρά, ότι οι σχέσεις των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών είναι στην πραγματικότητα οι σχέσεις των ανθρώπων προς τις παραγωγικές δραστηριότητες ο ένας του άλλου.
Η επίφαση [Schein/semblance] της απλότητας εξαφανίζεται στις πιο προχωρημένες σχέσεις παραγωγής. Όλες οι αυταπάτες του νομισματικού συστήματος^63 προέρχονται από την αδυναμία κατανόησης ότι το χρήμα,^a αν και είναι ένα υλικό αντικείμενο με ιδιαίτερες ιδιότητες, αντιπροσωπεύει μια κοινωνική σχέση παραγωγής.
^a Στο πρωτότυπο αναφέρεται «χρυσός»· ο Μαρξ το άλλαξε στο δικό του αντίτυπο.— Σημ. έκδ.
Μόλις οι σύγχρονοι οικονομολόγοι, οι οποίοι χλευάζουν τις αυταπάτες του νομισματικού συστήματος, ασχοληθούν με τις πιο σύνθετες οικονομικές κατηγορίες, όπως το κεφάλαιο, εμφανίζουν τις ίδιες αυταπάτες. Αυτό γίνεται φανερό από την αφελή έκπληξή τους όταν το φαινόμενο που μόλις είχαν περιγράψει με βαρύγδουπο τρόπο ως πράγμα επανεμφανίζεται ως κοινωνική σχέση και, λίγο αργότερα, αφού ορίστηκε ως κοινωνική σχέση, τους εμφανίζεται ξανά ως πράγμα.
Εφόσον η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων δεν είναι πράγματι παρά μια αμοιβαία σχέση ανάμεσα σε διάφορα είδη εργασίας ατόμων που θεωρούνται ως ίση και καθολική εργασία, δηλαδή δεν είναι παρά μια υλική έκφραση μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής εργασίας, αποτελεί ταυτολογία να λέμε ότι η εργασία είναι η μόνη πηγή της ανταλλακτικής αξίας και, συνεπώς, του πλούτου, στον βαθμό που αυτός συνίσταται σε ανταλλακτική αξία. {277} Εξίσου ταυτολογικό είναι να λέμε ότι η ύλη στη φυσική της κατάσταση δεν έχει ανταλλακτική αξία,^* επειδή δεν περιέχει εργασία, και ότι η ανταλλακτική αξία καθαυτή δεν περιλαμβάνει καμία ύλη στη φυσική της κατάσταση.
^ «Στη φυσική της κατάσταση, η ύλη ... στερείται πάντοτε αξίας». MacCulloch, Discours sur l'origine de l'économie politique etc.*, μετάφραση του Prévost, Γενεύη, 1825, σ. 57. [Ο Μαρξ παραθέτει τον MacCulloch στα γαλλικά.]
Αυτό δείχνει πόσο υψηλότερα στέκεται ακόμη και ένας MacCulloch από τον φετιχισμό των Γερμανών «στοχαστών», οι οποίοι ισχυρίζονται ότι το «υλικό» και μισή ντουζίνα παρόμοιες ασημαντότητες αποτελούν στοιχεία της αξίας. Βλ., λ.χ., L. Stein, ό.π., τόμ. Ι, σ. 170.
Είναι αλήθεια ότι ο William Petty αποκαλεί «την εργασία πατέρα και τη γη μητέρα του πλούτου»,^a ο επίσκοπος Berkeley ρωτά:
«ΜΗΠΩΣ ΤΑ ΤΕΣΣΕΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΑ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΗ ΠΗΓΗ ΤΟΥ ΠΛΟΥΤΟΥ;»^**
και ο Αμερικανός Thomas Cooper διατυπώνει με λαϊκό τρόπο:
«Αφαιρέστε από ένα καρβέλι ψωμί την εργασία που έχει δαπανηθεί πάνω του, την εργασία του φούρναρη, του μυλωνά, του γεωργού κ.λπ., και τι θα απομείνει; Μερικοί [115] κόκκοι χόρτου, που φυτρώνουν άγρια και είναι ακατάλληλοι για οποιαδήποτε ανθρώπινη χρήση».^***
^ Berkeley, The Querist, Λονδίνο, 1750. [Το πρωτότυπο αγγλικό κείμενο παρατίθεται από τον Μαρξ σε αυτή την υποσημείωση.]
^* Th. Cooper, Lectures on the Elements of Political Economy, Λονδίνο, 1831 (Columbia, 1826), σ. 99.
^a W. Petty, A Treatise of Taxes and Contributions, Λονδίνο, 1667, σ. 47.— Σημ. έκδ.
Όλες όμως αυτές οι παρατηρήσεις δεν αφορούν την αφηρημένη εργασία, η οποία αποτελεί την πηγή της ανταλλακτικής αξίας, αλλά τη συγκεκριμένη εργασία ως πηγή του υλικού πλούτου· με λίγα λόγια, αφορούν την εργασία στον βαθμό που παράγει αξίες χρήσης.
Εφόσον τίθεται η αξία χρήσης του εμπορεύματος, τίθεται επίσης η ειδική χρησιμότητα και η συγκεκριμένη ωφελιμότητα της εργασίας που δαπανήθηκε γι’ αυτό· όμως αυτή είναι η μόνη πλευρά της εργασίας ως χρήσιμης εργασίας που έχει σημασία για τη μελέτη των εμπορευμάτων. Όταν εξετάζουμε το ψωμί ως αξία χρήσης, μας ενδιαφέρουν οι ιδιότητές του ως είδους διατροφής και καθόλου η εργασία του γεωργού, του μυλωνά, του φούρναρη κ.λπ.
Ακόμη και αν η εργασία που απαιτείται μειωνόταν κατά 95% ως αποτέλεσμα κάποιας εφεύρεσης, η χρησιμότητα ενός καρβελιού ψωμιού θα παρέμενε εντελώς ανεπηρέαστη. Δεν θα έχανε ούτε ένα μόριο της αξίας χρήσης του ακόμη και αν έπεφτε έτοιμο από τον ουρανό.
Ενώ η εργασία που θέτει ανταλλακτική αξία εκδηλώνεται στην ισότητα των εμπορευμάτων ως καθολικών ισοδυνάμων, η εργασία ως χρήσιμη παραγωγική δραστηριότητα εκδηλώνεται στην άπειρη ποικιλία των αξιών χρήσης. Ενώ η εργασία που θέτει ανταλλακτική αξία είναι αφηρημένη καθολική και ομοιόμορφη εργασία, η εργασία που θέτει αξία χρήσης είναι συγκεκριμένη και ιδιαίτερη εργασία, η οποία περιλαμβάνει άπειρα διαφορετικά είδη εργασίας ως προς τη μορφή τους και ως προς το υλικό στο οποίο εφαρμόζονται.
{278} Θα ήταν λάθος να πούμε ότι η εργασία που παράγει αξίες χρήσης είναι η μόνη πηγή του πλούτου που παράγει, δηλαδή του υλικού πλούτου. Εφόσον αυτή η εργασία είναι μια δραστηριότητα που προσαρμόζει την ύλη για κάποιον σκοπό, χρειάζεται την ύλη ως προϋπόθεση.
Οι διαφορετικές αξίες χρήσης περιέχουν πολύ διαφορετικές αναλογίες εργασίας και φυσικών προϊόντων, αλλά η αξία χρήσης περιλαμβάνει πάντοτε ένα φυσικό στοιχείο.
Ως χρήσιμη δραστηριότητα που κατευθύνεται στην ιδιοποίηση των φυσικών στοιχείων με τη μία ή την άλλη μορφή, η εργασία αποτελεί φυσική συνθήκη της ανθρώπινης ύπαρξης, μια συνθήκη υλικής ανταλλαγής ανάμεσα στον άνθρωπο και τη φύση, ανεξάρτητη από τη μορφή της κοινωνίας. Από την άλλη πλευρά, η εργασία που θέτει ανταλλακτική αξία αποτελεί μια ειδική κοινωνική μορφή εργασίας.
Για παράδειγμα, η ραπτική, αν εξεταστεί από τη φυσική της πλευρά ως ιδιαίτερη παραγωγική δραστηριότητα, παράγει ένα παλτό, αλλά όχι την ανταλλακτική αξία του παλτού. Η ανταλλακτική αξία παράγεται από αυτήν όχι ως ραπτική καθαυτή, αλλά ως αφηρημένη καθολική εργασία, και αυτό ανήκει σε ένα κοινωνικό πλαίσιο που δεν έχει επινοήσει ο ράφτης. Οι γυναίκες στην αρχαία οικιακή βιοτεχνία, για παράδειγμα, παρήγαν παλτά χωρίς να παράγουν την ανταλλακτική αξία των παλτών.
Η εργασία ως πηγή του υλικού πλούτου ήταν [116] γνωστή τόσο στον Μωυσή, τον νομοθέτη, όσο και στον Adam Smith, τον τελωνειακό υπάλληλο.^*
^ Ο Friedrich List δεν μπόρεσε ποτέ να κατανοήσει τη διαφορά ανάμεσα στην εργασία ως παραγωγό κάποιου χρήσιμου πράγματος, μιας αξίας χρήσης, και στην εργασία ως παραγωγό ανταλλακτικής αξίας, δηλαδή μιας συγκεκριμένης κοινωνικής μορφής του πλούτου (καθώς ο εγωιστικός του νους, απασχολημένος με πρακτικά ζητήματα, δεν ενδιαφερόταν για την κατανόηση)· γι’ αυτό και θεωρούσε τους σύγχρονους Άγγλους οικονομολόγους απλούς λογοκλόπους του Μωυσή της Αιγύπτου. [F. List, Das nationale System der politischen Oekonomie*, τόμ. Ι, Στουτγάρδη και Τυβίγγη, 1841, σ. 205.]
Ας εξετάσουμε τώρα ορισμένες προτάσεις [Bestimmungen] που προκύπτουν από την αναγωγή της ανταλλακτικής αξίας στον χρόνο εργασίας.
Ένα εμπόρευμα, ως αξία χρήσης, έχει κατ’ εξοχήν υλική λειτουργία. Το σιτάρι, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται ως τροφή. Μια μηχανή υποκαθιστά μια ορισμένη ποσότητα εργασίας. Αυτή η λειτουργία, δυνάμει της οποίας ένα εμπόρευμα είναι απλώς μια αξία χρήσης, ένα αντικείμενο κατανάλωσης, μπορεί να ονομαστεί υπηρεσία του, δηλαδή η υπηρεσία που προσφέρει ως αξία χρήσης. Όμως το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία εξετάζεται πάντοτε αποκλειστικά από την άποψη του αποτελέσματος. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι η υπηρεσία που προσφέρει, αλλά η υπηρεσία^** που προσφέρθηκε σε αυτό κατά τη διάρκεια της παραγωγής του. Έτσι, η ανταλλακτική αξία μιας μηχανής, για παράδειγμα, δεν καθορίζεται από την ποσότητα χρόνου εργασίας που μπορεί να υποκαταστήσει, αλλά από την ποσότητα χρόνου εργασίας που δαπανήθηκε για την παραγωγή της και, επομένως, που απαιτείται για την παραγωγή μιας νέας μηχανής του ίδιου τύπου.
^** Είναι εύκολο να δει κανείς ποια «υπηρεσία» πρέπει να προσφέρει η κατηγορία «υπηρεσία» σε οικονομολόγους όπως ο J. B. Say και ο F. Bastiat, των οποίων η οξυδέρκεια, όπως εύστοχα παρατήρησε ο Malthus, αφαιρεί πάντοτε από την ειδική μορφή των οικονομικών συνθηκών.
{279} Έτσι, αν η ποσότητα εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή εμπορευμάτων παρέμενε σταθερή, η ανταλλακτική τους αξία θα παρέμενε επίσης αμετάβλητη. Όμως η ευκολία ή η δυσκολία της παραγωγής μεταβάλλεται συνεχώς. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας αυξάνεται, η ίδια αξία χρήσης παράγεται σε μικρότερο χρόνο. Αν η παραγωγικότητα της εργασίας μειώνεται, απαιτείται περισσότερος χρόνος για την παραγωγή της ίδιας αξίας χρήσης. Η ποσότητα του χρόνου εργασίας που περιέχεται σε ένα εμπόρευμα και, συνεπώς, η ανταλλακτική του αξία, είναι επομένως ένα μεταβλητό μέγεθος, το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται αντιστρόφως ανάλογα προς την αύξηση ή τη μείωση της παραγωγικότητας της εργασίας. Το επίπεδο της παραγωγικότητας της εργασίας, το οποίο στη μεταποιητική βιομηχανία καθορίζεται από τις μεθόδους παραγωγής, εξαρτάται στη γεωργία και στις εξορυκτικές βιομηχανίες επίσης από ανεξέλεγκτες φυσικές συνθήκες. Η ίδια ποσότητα εργασίας θα αποδώσει μεγαλύτερη ή μικρότερη παραγωγή διαφόρων μετάλλων, ανάλογα με τη σχετική σπανιότητα ή αφθονία των κοιτασμάτων αυτών των μετάλλων στον φλοιό της γης. Η ίδια ποσότητα εργασίας μπορεί να αποδώσει δύο μπουσέλ σιταριού σε μια ευνοϊκή εποχή και ίσως μόνο ένα μπουσέλ σε μια δυσμενή εποχή. Η σπανιότητα ή η αφθονία που προκαλούνται από φυσικές συνθήκες φαίνεται σε αυτή την περίπτωση να καθορίζουν την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων, επειδή καθορίζουν την παραγωγικότητα της ιδιαίτερης συγκεκριμένης εργασίας, η οποία είναι δεσμευμένη από τις φυσικές συνθήκες.
[117] Ίσες ποσότητες χρόνου εργασίας, ή ίσες ποσότητες ανταλλακτικής αξίας, περιέχονται σε άνισους όγκους διαφορετικών αξιών χρήσης. Όσο μικρότερος είναι ο όγκος μιας αξίας χρήσης που περιέχει μια δεδομένη ποσότητα χρόνου εργασίας σε σύγκριση με άλλες αξίες χρήσης εμπορευμάτων, τόσο μεγαλύτερη είναι η ειδική ανταλλακτική αξία αυτού του εμπορεύματος.
Αν διαπιστώσουμε ότι σε διαφορετικές εποχές πολιτισμού, οι οποίες χωρίζονται από μεγάλες χρονικές περιόδους, διάφορες αξίες χρήσης —για παράδειγμα ο χρυσός, ο άργυρος, ο χαλκός και ο σίδηρος, ή το σιτάρι, η σίκαλη, το κριθάρι και η βρώμη— σχηματίζουν μια σειρά από ειδικές ανταλλακτικές αξίες που, σε γενικές γραμμές, διατηρούν τη σχετική τους τάξη μεταξύ τους, αν και όχι τις ακριβείς αριθμητικές τους αναλογίες, τότε προκύπτει ότι η προοδευτική ανάπτυξη των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων άσκησε μια ομοιόμορφη ή σχεδόν ομοιόμορφη επίδραση στον χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή αυτών των διαφορετικών εμπορευμάτων.
Η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος δεν εκφράζεται στη δική του αξία χρήσης. Όμως, ως αντικειμενοποίηση καθολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας, η αξία χρήσης ενός εμπορεύματος τίθεται σε σχέση με τις αξίες χρήσης άλλων εμπορευμάτων. Η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος εκδηλώνεται έτσι στις αξίες χρήσης άλλων εμπορευμάτων.
Στην πραγματικότητα, η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος, εκφρασμένη στην αξία χρήσης ενός άλλου εμπορεύματος, αντιπροσωπεύει μια {280} ισοδυναμία. Αν πούμε, για παράδειγμα, ότι μία γιάρδα λινού αξίζει δύο λίβρες καφέ, τότε η ανταλλακτική αξία του λινού εκφράζεται στην αξία χρήσης του καφέ, και επιπλέον εκφράζεται σε μια ορισμένη ποσότητα αυτής της αξίας χρήσης. Από τη στιγμή που δίνεται η αναλογία, η αξία οποιασδήποτε ποσότητας λινού μπορεί να εκφραστεί σε όρους καφέ. Είναι φανερό ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος, π.χ. του λινού, δεν εκφράζεται πλήρως από την αναλογία στην οποία ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, π.χ. ο καφές, αποτελεί το ισοδύναμό του. Η ποσότητα καθολικού χρόνου εργασίας που αντιπροσωπεύεται σε μία γιάρδα λινού υπάρχει ταυτόχρονα σε άπειρα διαφορετικές ποσότητες των αξιών χρήσης όλων των άλλων εμπορευμάτων. Η αξία χρήσης οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος, λαμβανόμενη στην αναλογία που αντιπροσωπεύει την ίδια ποσότητα χρόνου εργασίας, αποτελεί ισοδύναμο για τη μία γιάρδα λινού. Η ανταλλακτική αξία αυτού του ιδιαίτερου [einzelnen] εμπορεύματος μπορεί επομένως να εκφραστεί πλήρως μόνο από τον άπειρο αριθμό εξισώσεων στις οποίες οι αξίες χρήσης όλων των άλλων εμπορευμάτων αποτελούν το ισοδύναμό του. Η μόνη πλήρης έκφραση ενός καθολικού ισοδυνάμου είναι το άθροισμα αυτών των εξισώσεων ή το σύνολο των διαφορετικών αναλογιών στις οποίες ένα εμπόρευμα μπορεί να ανταλλαχθεί με οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα.
Για παράδειγμα, η σειρά των εξισώσεων:
1 γιάρδα λινό = 1/2 λίβρα τσάι,
1 γιάρδα λινό = 2 λίβρες καφέ,
1 γιάρδα λινό = 8 λίβρες ψωμί,
1 γιάρδα λινό = 6 γιάρδες βαμβακερό ύφασμα
[118] μπορεί να τεθεί στην ακόλουθη μορφή:
1 γιάρδα λινό = 1/8 λίβρας τσάι + 1/2 λίβρας καφέ + 2 λίβρες ψωμί + 1 1/2 γιάρδες βαμβακερό ύφασμα.
Έτσι, αν είχαμε όλες τις εξισώσεις στις οποίες η αξία μιας γιάρδας λινού εκφράζεται πλήρως, θα μπορούσαμε να παραστήσουμε την ανταλλακτική της αξία με τη μορφή μιας σειράς. Αυτή είναι στην πραγματικότητα μια άπειρη σειρά, διότι το πεδίο των εμπορευμάτων δεν μπορεί ποτέ να οριοθετηθεί οριστικά, αλλά διευρύνεται συνεχώς. Εφόσον η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος μετριέται μέσω των αξιών χρήσης όλων των άλλων εμπορευμάτων, αντίστροφα οι ανταλλακτικές αξίες όλων των άλλων εμπορευμάτων μετρώνται με βάση την αξία χρήσης του ενός εμπορεύματος μέσω του οποίου μετριούνται.^*
^ «Είναι επίσης χαρακτηριστικό των μέτρων ότι εισέρχονται σε μια τέτοια σχέση με το μετρούμενο πράγμα, ώστε, κατά κάποιον τρόπο, το τελευταίο γίνεται το μέτρο του πρώτου». Montanari, Della Moneta, σ. 41, στη συλλογή του Custodi, τόμ. III, Parte Antica*. [Ο Μαρξ παραθέτει στα ιταλικά.]
Αν η ανταλλακτική αξία μιας γιάρδας λινού εκφράζεται σε 1/2 λίβρα τσάι ή σε 2 λίβρες καφέ ή σε 6 γιάρδες βαμβακερού υφάσματος {281} ή σε 8 λίβρες ψωμί κ.λπ., τότε έπεται ότι ο καφές, το τσάι, το βαμβακερό ύφασμα, το ψωμί κ.λπ. πρέπει να είναι ίσα μεταξύ τους στην αναλογία στην οποία είναι ίσα με το λινό, δηλαδή με ένα τρίτο μέγεθος.
Ο υπάρχων αριθμός των διαφορετικών τύπων εμπορευμάτων δεν επηρεάζει την αξία ενός εμπορεύματος. Ωστόσο, το αν η σειρά των εξισώσεων στις οποίες μπορεί να πραγματοποιηθεί η ανταλλακτική του αξία είναι μεγαλύτερη ή μικρότερη εξαρτάται από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ποικιλία άλλων εμπορευμάτων. Η σειρά των εξισώσεων που εκφράζει, λόγου χάρη, την αξία του καφέ δείχνει την έκταση της ανταλλαξιμότητάς του, τα όρια μέσα στα οποία λειτουργεί ως ανταλλακτική αξία.
Έχουμε δει ότι η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος μεταβάλλεται ανάλογα με την ποσότητα του χρόνου εργασίας που περιέχεται άμεσα σε αυτό. Η πραγματοποιημένη ανταλλακτική του αξία, δηλαδή η ανταλλακτική του αξία εκφρασμένη στις αξίες χρήσης άλλων εμπορευμάτων, πρέπει επίσης να εξαρτάται από τον βαθμό στον οποίο μεταβάλλεται ο χρόνος εργασίας που δαπανάται για την παραγωγή [119] όλων των άλλων εμπορευμάτων.
Για παράδειγμα, αν ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός μπουσέλ σιταριού παρέμενε αμετάβλητος, ενώ ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή όλων των άλλων εμπορευμάτων διπλασιαζόταν, η ανταλλακτική αξία ενός μπουσέλ σιταριού ως προς τα ισοδύναμά του θα είχε υποδιπλασιαστεί. Το αποτέλεσμα θα ήταν στην πραγματικότητα το ίδιο σαν ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός μπουσέλ σιταριού να είχε υποδιπλασιαστεί και ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή όλων των άλλων εμπορευμάτων να είχε παραμείνει αμετάβλητος. Η αξία των εμπορευμάτων καθορίζεται από την ποσότητα αυτών που μπορεί να παραχθεί μέσα σε έναν δεδομένο χρόνο εργασίας. Για να εξετάσουμε ποιες μεταβολές μπορούν να επηρεάσουν αυτή την αναλογία, ας πάρουμε δύο εμπορεύματα, τα Α και Β.
Πρώτον. Υποθέτουμε ότι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του Β παραμένει αμετάβλητος. Σε αυτή την περίπτωση η {282} ανταλλακτική αξία του Α, εκφρασμένη σε όρους Β, μειώνεται ή αυξάνεται σε άμεση αναλογία προς τη μείωση ή την αύξηση του χρόνου εργασίας που είναι αναγκαίος για την παραγωγή του Α.
Δεύτερον. Υποθέτουμε ότι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του εμπορεύματος Α παραμένει αμετάβλητος. Η ανταλλακτική αξία του εμπορεύματος Α σε όρους Β μειώνεται ή αυξάνεται σε αντίστροφη αναλογία προς τη μείωση ή την αύξηση του χρόνου εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του Β.
Τρίτον. Υποθέτουμε ότι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή των εμπορευμάτων Α και Β μειώνεται ή αυξάνεται με τον ίδιο ρυθμό. Η εξίσωση που εκφράζει την αξία του εμπορεύματος Α σε όρους Β παραμένει σε αυτή την περίπτωση αμετάβλητη.
Αν κάποιος παράγοντας προκαλούσε τη μείωση της παραγωγικότητας όλων των ειδών εργασίας στον ίδιο βαθμό, απαιτώντας έτσι την ίδια αναλογία πρόσθετου χρόνου εργασίας για την παραγωγή όλων των εμπορευμάτων, τότε η αξία όλων των εμπορευμάτων θα αυξανόταν, ενώ η πραγματική έκφραση της ανταλλακτικής τους αξίας θα παρέμενε αμετάβλητη. Ο πραγματικός πλούτος της κοινωνίας θα μειωνόταν, επειδή η παραγωγή της ίδιας ποσότητας αξιών χρήσης θα απαιτούσε μεγαλύτερη ποσότητα χρόνου εργασίας.
Τέταρτον. Υποθέτουμε ότι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή τόσο του Α όσο και του Β αυξάνεται ή μειώνεται, αλλά σε άνισο βαθμό· ή ότι ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του Α αυξάνεται ενώ εκείνος που απαιτείται για το Β μειώνεται, ή το αντίστροφο.
Όλες αυτές οι περιπτώσεις μπορούν απλά να αναχθούν στην περίπτωση όπου ο χρόνος εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή ενός εμπορεύματος παραμένει αμετάβλητος, ενώ εκείνος που απαιτείται για την παραγωγή του άλλου είτε αυξάνεται είτε μειώνεται.
Μέχρι τώρα εξετάστηκαν δύο πλευρές του εμπορεύματος — [120] η αξία χρήσης και η ανταλλακτική αξία — αλλά κάθε φορά μονόπλευρα. Το εμπόρευμα, ωστόσο, αποτελεί την άμεση ενότητα της αξίας χρήσης και της ανταλλακτικής αξίας, και ταυτόχρονα είναι εμπόρευμα μόνο σε σχέση με άλλα εμπορεύματα. Η διαδικασία ανταλλαγής των εμπορευμάτων είναι η πραγματική σχέση που υπάρχει μεταξύ τους. Πρόκειται για μια κοινωνική διαδικασία η οποία διεξάγεται από άτομα ανεξάρτητα το ένα από το άλλο, αλλά τα άτομα αυτά συμμετέχουν σε αυτήν μόνο ως κάτοχοι εμπορευμάτων· υπάρχουν το ένα για το άλλο μόνο στον βαθμό που υπάρχουν τα εμπορεύματά τους· έτσι εμφανίζονται {283} στην πραγματικότητα ως οι συνειδητοί εκπρόσωποι της διαδικασίας ανταλλαγής.
Το εμπόρευμα είναι μια αξία χρήσης — σιτάρι, λινό, διαμάντι, μηχανήματα κ.λπ. — αλλά ως εμπόρευμα ταυτόχρονα δεν είναι αξία χρήσης. Δεν θα ήταν εμπόρευμα αν ήταν αξία χρήσης για τον κάτοχό του, δηλαδή αν αποτελούσε άμεσο μέσο για την ικανοποίηση των δικών του αναγκών. Για τον κάτοχό του, αντίθετα, είναι μια μη-αξία χρήσης, δηλαδή απλώς ο υλικός φορέας της ανταλλακτικής αξίας ή απλώς ένα μέσο ανταλλαγής. Η αξία χρήσης, ως ενεργός φορέας της ανταλλακτικής αξίας, γίνεται μέσο ανταλλαγής. Το εμπόρευμα είναι αξία χρήσης για τον κάτοχό του μόνο στον βαθμό που είναι ανταλλακτική αξία.^*
^* Με αυτή την έννοια μιλά ο Αριστοτέλης για την ανταλλακτική αξία (βλ. το απόσπασμα που παρατίθεται στην αρχή αυτού του κεφαλαίου).
Το εμπόρευμα, επομένως, πρέπει ακόμη να γίνει αξία χρήσης, αρχικά αξία χρήσης για άλλους. Εφόσον δεν αποτελεί αξία χρήσης για τον κάτοχό του, πρέπει να αποτελεί αξία χρήσης για τους κατόχους άλλων εμπορευμάτων. Αν αυτό δεν συμβαίνει, τότε η εργασία που δαπανήθηκε πάνω σε αυτό ήταν άχρηστη εργασία και το αποτέλεσμα, κατά συνέπεια, δεν είναι εμπόρευμα. Το εμπόρευμα, από την άλλη πλευρά, πρέπει να γίνει αξία χρήσης για τον κάτοχό του, επειδή τα μέσα διαβίωσής του βρίσκονται έξω από αυτό, στις αξίες χρήσης των εμπορευμάτων άλλων ανθρώπων. Για να γίνει αξία χρήσης, το εμπόρευμα πρέπει να συναντήσει τη συγκεκριμένη ανάγκη την οποία μπορεί να ικανοποιήσει. Έτσι οι αξίες χρήσης των εμπορευμάτων γίνονται αξίες χρήσης μέσω μιας αμοιβαίας αλλαγής θέσεων: περνούν από τα χέρια εκείνων για τους οποίους αποτελούσαν μέσα ανταλλαγής στα χέρια εκείνων για τους οποίους χρησιμεύουν ως καταναλωτικά αγαθά. Μόνο ως αποτέλεσμα αυτής της καθολικής αλλοτρίωσης των εμπορευμάτων γίνεται χρήσιμη η εργασία που περιέχεται σε αυτά. Τα εμπορεύματα δεν αποκτούν μια νέα οικονομική μορφή κατά τη διάρκεια των αμοιβαίων σχέσεών τους ως αξιών χρήσης. Αντίθετα, η ιδιαίτερη μορφή που τα διέκρινε ως εμπορεύματα εξαφανίζεται. Το ψωμί, για παράδειγμα, καθώς περνά από τον φούρναρη στον καταναλωτή, δεν αλλάζει τον χαρακτήρα του ως ψωμί. Απλώς ο καταναλωτής το μεταχειρίζεται ως αξία χρήσης, ως ένα συγκεκριμένο είδος τροφής, ενώ όσο βρισκόταν στα χέρια του φούρναρη αποτελούσε απλώς τον φορέα μιας οικονομικής σχέσης, ένα συγκεκριμένο και ταυτόχρονα αφηρημένο πράγμα. Η μόνη μεταμόρφωση, επομένως, την οποία υφίστανται τα εμπορεύματα κατά τη διαδικασία του να γίνουν αξίες χρήσης είναι η άρση [Aufhebung] της τυπικής τους ύπαρξης, μέσα στην οποία ήταν μη-αξίες χρήσης για τον κάτοχό τους και αξίες χρήσης για τον μη-κάτοχό τους. Για να γίνουν αξίες χρήσης, τα εμπορεύματα πρέπει να αλλοτριωθούν ολοκληρωτικά· πρέπει να [121] εισέλθουν στη διαδικασία ανταλλαγής. Όμως η ανταλλαγή αφορά μόνο την πλευρά τους ως ανταλλακτικών αξιών. Επομένως, {284} μόνο με το να πραγματοποιούνται ως ανταλλακτικές αξίες μπορούν να πραγματοποιούνται ως αξίες χρήσης.
Το μεμονωμένο εμπόρευμα, ως αξία χρήσης, θεωρήθηκε αρχικά ως κάτι ανεξάρτητο, ενώ ως ανταλλακτική αξία θεωρήθηκε εξαρχής στη σχέση του με όλα τα άλλα εμπορεύματα. Αλλά αυτή ήταν απλώς μια θεωρητική, υποθετική σχέση. Πραγματοποιείται μόνο στη διαδικασία της ανταλλαγής. Από την άλλη πλευρά, ένα εμπόρευμα είναι ανταλλακτική αξία στον βαθμό που για την παραγωγή του έχει δαπανηθεί μια ορισμένη ποσότητα χρόνου εργασίας και συνεπώς αντιπροσωπεύει αντικειμενοποιημένο χρόνο εργασίας. Ωστόσο, το εμπόρευμα, όταν δημιουργείται, είναι μόνο αντικειμενοποιημένος ατομικός χρόνος εργασίας ενός συγκεκριμένου είδους και όχι καθολικός χρόνος εργασίας. Το εμπόρευμα, επομένως, δεν είναι άμεσα ανταλλακτική αξία, αλλά πρέπει ακόμη να γίνει ανταλλακτική αξία.
Η διαδικασία της ανταλλαγής των εμπορευμάτων πρέπει να περιλαμβάνει τόσο την εξέλιξη όσο και τη λύση αυτών των αντιφάσεων, οι οποίες όμως δεν μπορούν να καταδειχθούν μέσα στη διαδικασία με αυτή την απλή μορφή. Έχουμε απλώς παρατηρήσει πώς τα ίδια τα εμπορεύματα σχετίζονται μεταξύ τους ως αξίες χρήσης, δηλαδή πώς τα εμπορεύματα ως αξίες χρήσης λειτουργούν εντός της διαδικασίας ανταλλαγής.
{286} Αλλά, από την άλλη πλευρά, μόνο ιδιαίτερα εμπορεύματα, ιδιαίτερες αξίες χρήσης που ενσωματώνουν την εργασία ιδιωτών ατόμων, έρχονται αντιμέτωπα μεταξύ τους στη διαδικασία της ανταλλαγής. Ο [123] καθολικός χρόνος εργασίας καθαυτός είναι μια αφαίρεση η οποία, ως τέτοια, δεν υπάρχει για τα εμπορεύματα.
Ας εξετάσουμε τη σειρά των εξισώσεων στις οποίες η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος εκφράζεται με συγκεκριμένους όρους, για παράδειγμα:
1 γιάρδα λινό = 2 λίβρες καφέ,
1 γιάρδα λινό = 1/2 λίβρα τσάι,
1 γιάρδα λινό = 8 λίβρες ψωμί κ.λπ.
Ασφαλώς, αυτές οι εξισώσεις απλώς δηλώνουν ότι ίσες ποσότητες καθολικού κοινωνικού χρόνου εργασίας είναι αντικειμενοποιημένες σε 1 γιάρδα λινού, 2 λίβρες καφέ, 1/2 λίβρα τσάι κ.λπ.
Όμως τα διαφορετικά είδη ατομικής εργασίας που αντιπροσωπεύονται σε αυτές τις ιδιαίτερες αξίες χρήσης γίνονται στην πραγματικότητα εργασία γενικά και, με αυτόν τον τρόπο, κοινωνική εργασία, μόνο μέσω της πραγματικής ανταλλαγής τους μεταξύ τους αναλογικά προς τη διάρκεια της εργασίας που περιέχεται σε αυτά.^a
^a Το πρωτότυπο έχει: «ανάλογα προς τη διάρκειά τους»· τροποποιήθηκε από τον Μαρξ στο προσωπικό του αντίγραφο.— Σημ. έκδ.
Ο κοινωνικός χρόνος εργασίας υπάρχει σε αυτά τα εμπορεύματα σε λανθάνουσα κατάσταση, θα λέγαμε, και γίνεται φανερός μόνο κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής τους.
Το σημείο εκκίνησης δεν είναι η εργασία των ατόμων θεωρούμενη ως κοινωνική εργασία, αλλά, αντίθετα, τα ιδιαίτερα είδη εργασίας των ιδιωτών ατόμων, δηλαδή εργασία η οποία αποδεικνύει ότι είναι καθολική κοινωνική εργασία μόνο μέσω της υπέρβασης του αρχικού της χαρακτήρα στη διαδικασία της ανταλλαγής. Η καθολική κοινωνική εργασία, συνεπώς, δεν αποτελεί μια έτοιμη προϋπόθεση αλλά ένα αποτέλεσμα που αναδύεται. Έτσι προκύπτει μια νέα δυσκολία: από τη μια πλευρά, τα εμπορεύματα πρέπει να εισέρχονται στη διαδικασία της ανταλλαγής ως αντικειμενοποιημένος καθολικός χρόνος εργασίας· από την άλλη πλευρά, ο χρόνος εργασίας των ατόμων γίνεται αντικειμενοποιημένος καθολικός χρόνος εργασίας μόνο ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της ανταλλαγής.
Μέσω της αλλοτρίωσης της αξίας χρήσης του, δηλαδή της αρχικής του μορφής ύπαρξης, κάθε εμπόρευμα πρέπει να αποκτήσει την αντίστοιχη ύπαρξή του ως ανταλλακτική αξία. Το εμπόρευμα πρέπει επομένως να προσλάβει μια διπλή μορφή ύπαρξης στη διαδικασία της ανταλλαγής. Από την άλλη πλευρά, η δεύτερη μορφή ύπαρξής του, η ανταλλακτική αξία, μπορεί να αναπαρασταθεί μόνο από ένα άλλο εμπόρευμα, διότι μόνο εμπορεύματα έρχονται αντιμέτωπα μεταξύ τους στη διαδικασία της ανταλλαγής. Πώς είναι δυνατόν να παρουσιαστεί ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα άμεσα ως αντικειμενοποιημένος καθολικός χρόνος εργασίας ή —που είναι το ίδιο— πώς μπορεί ο ατομικός χρόνος εργασίας που αντικειμενοποιείται σε {287} ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα να προσλάβει άμεσα καθολικό χαρακτήρα; Η συγκεκριμένη έκφραση της ανταλλακτικής αξίας ενός εμπορεύματος, δηλαδή οποιουδήποτε εμπορεύματος θεωρούμενου ως καθολικού ισοδυνάμου, αποτελείται από μια άπειρη σειρά εξισώσεων όπως:
1 γιάρδα λινό = 2 λίβρες καφέ,
1 γιάρδα λινό = 1/2 λίβρα τσάι,
1 γιάρδα λινό = 8 λίβρες ψωμί,
1 γιάρδα λινό = 6 γιάρδες βαμβακερό ύφασμα,
1 γιάρδα λινό = και ούτω καθεξής.
[124] Αυτή είναι μια θεωρητική διατύπωση, δεδομένου ότι το εμπόρευμα απλώς θεωρείται ως μια ορισμένη ποσότητα αντικειμενοποιημένου καθολικού χρόνου εργασίας. Ένα ιδιαίτερο [besonderen] εμπόρευμα ως καθολικό ισοδύναμο μετατρέπεται από μια καθαρή αφαίρεση σε ένα κοινωνικό αποτέλεσμα της διαδικασίας ανταλλαγής, αν απλώς αντιστρέψουμε την παραπάνω σειρά εξισώσεων.
Για παράδειγμα:
2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λινό,
1/2 λίβρα τσάι = 1 γιάρδα λινό,
8 λίβρες ψωμί = 1 γιάρδα λινό,
6 γιάρδες βαμβακερό ύφασμα = 1 γιάρδα λινό.
Όπως ο χρόνος εργασίας που περιέχεται στον καφέ, το τσάι, το ψωμί, το βαμβακερό ύφασμα, εν συντομία σε όλα τα εμπορεύματα, εκφράζεται με όρους λίνου, έτσι αντίστροφα η ανταλλακτική αξία του λίνου αντανακλάται σε όλα τα άλλα εμπορεύματα που λειτουργούν ως ισοδύναμά του, και ο χρόνος εργασίας που αντικειμενοποιείται στο λινό γίνεται άμεσος καθολικός χρόνος εργασίας, ο οποίος ενσαρκώνεται εξίσου σε διαφορετικές ποσότητες όλων των άλλων εμπορευμάτων. Το λινό γίνεται έτσι το καθολικό ισοδύναμο ως συνέπεια της καθολικής δράσης όλων των άλλων εμπορευμάτων σε σχέση με αυτό. Κάθε εμπόρευμα, θεωρούμενο ως ανταλλακτική αξία, γινόταν μέτρο της αξίας όλων των άλλων εμπορευμάτων. Εδώ, αντίθετα, επειδή η ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων μετριέται με όρους ενός συγκεκριμένου εμπορεύματος, το αποκλεισμένο εμπόρευμα γίνεται η επαρκής αναπαράσταση της ανταλλακτικής αξίας ως καθολικού ισοδυνάμου. Από την άλλη πλευρά, η άπειρη σειρά ή ο άπειρος αριθμός εξισώσεων στις οποίες εκφραζόταν η ανταλλακτική αξία κάθε εμπορεύματος περιορίζεται τώρα σε μία και μόνη εξίσωση που αποτελείται από δύο όρους. Η εξίσωση:
2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λίνου
αποτελεί πλέον μια πλήρη έκφραση της ανταλλακτικής αξίας του καφέ, διότι σε αυτή την έκφραση εμφανίζεται ως άμεσο ισοδύναμο μιας καθορισμένης ποσότητας οποιουδήποτε άλλου εμπορεύματος. Τα εμπορεύματα, μέσα στη διαδικασία ανταλλαγής, υπάρχουν επομένως το ένα για το άλλο ή εμφανίζονται το ένα στο άλλο ως ανταλλακτικές αξίες με τη μορφή λίνου. Το γεγονός {288} ότι όλα τα εμπορεύματα σχετίζονται μεταξύ τους ως ανταλλακτικές αξίες, δηλαδή απλώς ως διαφορετικές ποσότητες αντικειμενοποιημένου καθολικού χρόνου εργασίας, εμφανίζεται τώρα με τη μορφή ότι όλες οι ανταλλακτικές αξίες αντιπροσωπεύουν απλώς διαφορετικές ποσότητες ενός και του ίδιου πράγματος, του λίνου. Ο καθολικός χρόνος εργασίας εμφανίζεται έτσι εκ νέου ως ένα συγκεκριμένο πράγμα, ως ένα εμπόρευμα επιπλέον και χωριστά από όλα τα άλλα εμπορεύματα. Ταυτόχρονα, η εξίσωση στην οποία ένα εμπόρευμα αντιπροσωπεύει την ανταλλακτική αξία ενός άλλου εμπορεύματος, π.χ.
2 λίβρες καφέ = 1 γιάρδα λίνου,
πρέπει ακόμη να πραγματοποιηθεί. Μόνο μέσω της αλλοτρίωσής του ως αξίας χρήσης —
^* Τον ίδιο όρο χρησιμοποιεί ο Genovesi. [Σημείωση στο προσωπικό αντίτυπο του Μαρξ.]
Το γεγονός ότι οι ιδιοκτήτες εμπορευμάτων αντιμετωπίζουν την εργασία ο ένας του άλλου ως καθολική κοινωνική εργασία εμφανίζεται με τη μορφή ότι αντιμετωπίζουν τα δικά τους εμπορεύματα ως ανταλλακτικές αξίες· και η αλληλοσυσχέτιση των εμπορευμάτων ως ανταλλακτικών αξιών στη διαδικασία ανταλλαγής εμφανίζεται ως η καθολική τους σχέση με ένα συγκεκριμένο εμπόρευμα, ως την επαρκή έκφραση της ανταλλακτικής τους αξίας. Αυτό με τη σειρά του εμφανίζεται ως η ιδιαίτερη σχέση αυτού του συγκεκριμένου εμπορεύματος με όλα τα άλλα εμπορεύματα και επομένως ως ο ιδιαίτερος, σαν να είχε προκύψει φυσικά, κοινωνικός χαρακτήρας ενός πράγματος. Το ιδιαίτερο εμπόρευμα που με αυτόν τον τρόπο αντιπροσωπεύει την ανταλλακτική αξία όλων των εμπορευμάτων, δηλαδή την ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων θεωρούμενη ως ένα ιδιαίτερο, αποκλειστικό [128] εμπόρευμα, αποτελεί το χρήμα. Είναι μια κρυστάλλωση της ανταλλακτικής αξίας των εμπορευμάτων και σχηματίζεται στη διαδικασία ανταλλαγής. Έτσι, ενώ στη διαδικασία ανταλλαγής τα εμπορεύματα γίνονται αξίες χρήσης το ένα για το άλλο, αποβάλλοντας όλες τις καθορισμένες μορφές και αντιπαρατιθέμενα το ένα στο άλλο στην άμεση φυσική τους μορφή, πρέπει να προσλάβουν μια νέα καθορισμένη μορφή, πρέπει να αναπτύξουν το χρήμα, ώστε να μπορούν να αντιπαρατεθούν το ένα στο άλλο ως ανταλλακτικές αξίες.
Οι αναγκαίες φυσικές ιδιότητες του ιδιαίτερου εμπορεύματος, στο οποίο πρόκειται να κρυσταλλωθεί η χρηματική μορφή όλων των άλλων εμπορευμάτων —στον βαθμό που αυτές προκύπτουν άμεσα από τη φύση της ανταλλακτικής αξίας— είναι: η απεριόριστη διαιρετότητα, η ομοιογένεια των μερών του και η ομοιόμορφη ποιότητα όλων των μονάδων του εμπορεύματος. Ως υλοποίηση του καθολικού χρόνου εργασίας πρέπει να είναι ομοιογενές και ικανό να εκφράζει μόνο ποσοτικές διαφορές. Μια άλλη αναγκαία ιδιότητα είναι η ανθεκτικότητα της αξίας χρήσης του, επειδή πρέπει να διαρκεί μέσα στη διαδικασία ανταλλαγής. Τα πολύτιμα μέταλλα διαθέτουν αυτές τις ιδιότητες σε εξαιρετικά υψηλό βαθμό.
Η άμεση ανταλλαγή σε είδος, η αυθόρμητη μορφή της ανταλλαγής, σημαίνει την απαρχή της μετατροπής των αξιών χρήσης σε εμπορεύματα και όχι τη μετατροπή των εμπορευμάτων σε χρήμα. Η ανταλλακτική αξία δεν αποκτά μια ανεξάρτητη μορφή, αλλά εξακολουθεί να είναι άμεσα συνδεδεμένη με την αξία χρήσης. Αυτό εκδηλώνεται με δύο τρόπους. [129] Η αξία χρήσης, και όχι η ανταλλακτική αξία, αποτελεί τον σκοπό ολόκληρου του συστήματος παραγωγής, και κατά συνέπεια οι αξίες χρήσης παύουν να είναι απλώς αξίες χρήσης και γίνονται μέσα ανταλλαγής ή εμπορεύματα μόνο όταν έχει παραχθεί μεγαλύτερη ποσότητά τους από εκείνη που απαιτείται για την κατανάλωση. Από την άλλη πλευρά, γίνονται εμπορεύματα μόνο μέσα στα όρια που θέτει η άμεση αξία χρήσης τους, ακόμη και όταν αυτή η λειτουργία πολώνεται έτσι ώστε τα εμπορεύματα που ανταλλάσσονται από τους ιδιοκτήτες τους να πρέπει να είναι αξίες χρήσης και για τους δύο, αλλά κάθε εμπόρευμα να πρέπει να είναι αξία χρήσης για τον μη ιδιοκτήτη του. Στην πραγματικότητα, η ανταλλαγή εμπορευμάτων δεν αναπτύσσεται αρχικά στο εσωτερικό των πρωτόγονων κοινοτήτων,^* αλλά στα περιθώριά τους, στα σύνορά τους, στα λίγα {291} σημεία όπου αυτές έρχονται σε επαφή με άλλες κοινότητες. Εκεί αρχίζει η ανταλλαγή σε είδος και από εκεί μεταφέρεται στο εσωτερικό της κοινότητας, ασκώντας πάνω της μια διαλυτική επίδραση.
^* Ο Αριστοτέλης κάνει μια παρόμοια παρατήρηση σχετικά με την ατομική οικογένεια, θεωρούμενη ως την πρωταρχική κοινότητα. Ωστόσο, η πρωτόγονη μορφή της οικογένειας είναι η φυλετική οικογένεια, από την ιστορική διάλυση της οποίας αναπτύσσεται η ατομική οικογένεια.
„εν μεν ουν τη πρώτη κοινωνία (τούτο δ´ εστίν οικία) φανερόν ότι ουδέν έστιν έργον αυτής (δηλαδή της αλλαγής)."
«Στην πρώτη κοινότητα, πράγματι, η οποία είναι η οικογένεια, αυτή η τέχνη» (δηλαδή το εμπόριο) «προφανώς δεν έχει καμία χρησιμότητα». (Αριστοτέλης, ό.π.). [Ο Μαρξ παραθέτει το χωρίο στα ελληνικά.]
Οι ιδιαίτερες αξίες χρήσης οι οποίες, ως αποτέλεσμα της ανταλλαγής σε είδος μεταξύ διαφορετικών κοινοτήτων, γίνονται εμπορεύματα —όπως δούλοι, ζώα, μέταλλα— χρησιμεύουν συνήθως και ως το πρώτο χρήμα μέσα σε αυτές τις κοινότητες. Έχουμε δει ότι ο βαθμός στον οποίο η ανταλλακτική αξία ενός εμπορεύματος λειτουργεί ως ανταλλακτική αξία είναι τόσο μεγαλύτερος όσο μεγαλύτερη είναι η σειρά των ισοδυνάμων του ή όσο ευρύτερη είναι η σφαίρα στην οποία ανταλλάσσεται το εμπόρευμα. Η σταδιακή επέκταση της ανταλλαγής σε είδος, ο αυξανόμενος αριθμός πράξεων ανταλλαγής και η αυξανόμενη ποικιλία των εμπορευμάτων που ανταλλάσσονται οδηγούν, επομένως, σε περαιτέρω ανάπτυξη του εμπορεύματος ως ανταλλακτικής αξίας, ενθαρρύνουν τον σχηματισμό του χρήματος και, κατά συνέπεια, έχουν διαλυτική επίδραση στην άμεση ανταλλαγή σε είδος. Οι οικονομολόγοι συνήθως υποστηρίζουν ότι η εμφάνιση του χρήματος οφείλεται στις εξωτερικές δυσκολίες που συναντά η επέκταση της ανταλλαγής σε είδος, αλλά ξεχνούν ότι αυτές οι δυσκολίες προκύπτουν από την εξέλιξη της ανταλλακτικής αξίας και επομένως από την εξέλιξη της κοινωνικής εργασίας ως καθολικής εργασίας.
Για παράδειγμα, τα εμπορεύματα ως αξίες χρήσης δεν είναι διαιρετά κατά βούληση, ιδιότητα που θα έπρεπε να διαθέτουν ως ανταλλακτικές αξίες. Ή μπορεί να συμβεί το εμπόρευμα που ανήκει στον Α να αποτελεί αξία χρήσης που χρειάζεται ο Β, ενώ το εμπόρευμα του Β να μην έχει καμία αξία χρήσης για τον Α. Ή οι ιδιοκτήτες των εμπορευμάτων μπορεί να χρειάζονται ο ένας τα εμπορεύματα του άλλου, αλλά αυτά να μην μπορούν να διαιρεθούν και οι σχετικές ανταλλακτικές τους αξίες να είναι διαφορετικές. Με άλλα λόγια, με το πρόσχημα ότι εξετάζουν την απλή ανταλλαγή σε είδος, αυτοί οι οικονομολόγοι παρουσιάζουν ορισμένες πλευρές της αντίφασης που είναι εγγενής στο εμπόρευμα ως την άμεση ενότητα αξίας χρήσης και ανταλλακτικής αξίας. Από την άλλη πλευρά, όμως, επιμένουν να θεωρούν την ανταλλαγή σε είδος ως μια μορφή απόλυτα προσαρμοσμένη στην ανταλλαγή εμπορευμάτων, η οποία υποφέρει απλώς από ορισμένες τεχνικές δυσχέρειες, [130] για την υπέρβαση των οποίων το χρήμα επινοήθηκε έξυπνα. Ξεκινώντας από αυτή τη ρηχή άποψη, ένας ευφυής Βρετανός οικονομολόγος υποστήριξε ορθά, από τη δική του σκοπιά, ότι το χρήμα είναι απλώς ένα υλικό εργαλείο, όπως ένα πλοίο ή μια ατμομηχανή, και όχι έκφραση μιας κοινωνικής σχέσης παραγωγής, και επομένως δεν αποτελεί οικονομική κατηγορία. Κατά συνέπεια, αποτελεί απλώς μια κακή πρακτική να εξετάζεται αυτό το ζήτημα στην πολιτική οικονομία, η οποία στην πραγματικότητα δεν έχει τίποτε κοινό με την τεχνολογία.^*
^ «Το χρήμα είναι, στην πραγματικότητα, απλώς το εργαλείο για τη διεξαγωγή αγορών και πωλήσεων» (αλλά, αν θέλετε, τι εννοείτε με τον όρο αγορά και πώληση;) «και η εξέτασή του δεν αποτελεί περισσότερο μέρος της επιστήμης της πολιτικής οικονομίας απ’ ό,τι η εξέταση των πλοίων ή των ατμομηχανών ή οποιωνδήποτε άλλων εργαλείων που χρησιμοποιούνται για τη διευκόλυνση της παραγωγής και της διανομής του πλούτου». (Th. Hodgskin, Popular Political Economy etc.*, Λονδίνο, 1827, σσ. 178, 179). [Ο Μαρξ παραθέτει και κάνει ένα σχόλιο στα αγγλικά.]
{292} Ο κόσμος των εμπορευμάτων προϋποθέτει έναν αναπτυγμένο καταμερισμό της εργασίας ή, μάλλον, ο καταμερισμός της εργασίας εκδηλώνεται άμεσα στην ποικιλία των αξιών χρήσης που αντιπαρατίθενται μεταξύ τους ως ιδιαίτερα εμπορεύματα και οι οποίες ενσωματώνουν εξίσου πολλές διαφορετικές μορφές εργασίας. Ο καταμερισμός της εργασίας ως το σύνολο όλων των ιδιαίτερων τύπων παραγωγικής δραστηριότητας συγκροτεί την ολότητα των υλικών όψεων της κοινωνικής εργασίας ως εργασίας που παράγει αξίες χρήσης. Όμως υπάρχει ως τέτοια —όσον αφορά τα εμπορεύματα και τη διαδικασία ανταλλαγής— μόνο στα αποτελέσματά της, δηλαδή στην ιδιαιτεροποίηση [Besonderung/particularisation] των ίδιων των εμπορευμάτων.
Η ανταλλαγή εμπορευμάτων είναι η διαδικασία κατά την οποία ο κοινωνικός μεταβολισμός, με άλλα λόγια η ανταλλαγή των ιδιαίτερων προϊόντων ιδιωτών, δημιουργεί ταυτόχρονα καθορισμένες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής, στις οποίες τα άτομα εισέρχονται κατά τη διάρκεια αυτού του μεταβολισμού. Καθώς αναπτύσσονται, οι αλληλοσυσχετίσεις των εμπορευμάτων κρυσταλλώνονται σε διακριτές όψεις του καθολικού ισοδυνάμου, και έτσι η διαδικασία ανταλλαγής γίνεται ταυτόχρονα η διαδικασία σχηματισμού του χρήματος. Αυτή η διαδικασία στο σύνολό της, η οποία περιλαμβάνει πολλές επιμέρους διαδικασίες, συγκροτεί την κυκλοφορία.