ideal

Can I ever say this with certainty? The irrevocability in question does not concern the actual, but the ideal. It is not the certainty of my judgement that is unchangeable (as Sigwart has just maintained) but its validity or its truth. [LI1, p.317]

Chapter 8 The a priori laws of authentic and inauthentic thinking §59 The complication into ever new forms. The pure theory of the forms of possible intuitions [Li2, p.304]

In this case, also, we are not concerned with laws which seek to assess the real being of the objects presented at different levels. These laws at all events say nothing directly about the . [LI2, p.305]

§7. Sciences of Matters of Fact and Eidetic Sciences. [Ideas I, p.15] [mathesis universalis]

§50. The Phenomenological Attitude; Pure Consciousness as the Field of Phenomenology. [Ideas I, p.112] (...) Strictly speaking, we have not lost anything but rather have gained the whole of absolute being which, rightly understood, contains within itself, "constitutes" within itself, all worldly transcendencies.[38 Addition in Copy D: as an intentional correlate of the ideally actualizable and harmonious continuable acts of habitual acceptance] [Ideas I, p.113]

§78. The Phenomenological Study of Reflections on Mental Processes. [Ideas I, p. 177] reflection on mental processes

DZ-HP, 9: +ideal_vs_real_truth

EWPLM, 379, 381: +ideal_unity

ILTK, 40, §12. Logic as Science of Ideal Propositions and Proposition Forms: +logic_ideal ILTK, 42, §13. The Science of Meanings Is Not a Part of Psychology: +science_of_meanings ILTK, 139, (b) Questions About the Relationship Between Ideal Meaning and Real Act: +ideal_meaning_and_real_act

LI I, xliii: +pure_identities_of_logic_are_irreal_or_ideal LI I, xlvi: +ideal_Husserl_Frege LI I, 43: +ideal_logic_psychology For this says nothing concerning the conflict among contradictory judgements, among real, dated acts of this or that character; it only speaks of the law-based incompatibility of the timeless ideal unities we call contradictory propositions. The truth that the members of such a pair of propositions are not both true, contains no shadow of an empirical assertion about any consciousness and its acts of judgement. I think that one has only to make this quite clear to oneself, and take it seriously, to see the wrongness of the whole notion that we are now criticizing. [LI I, 67] It is not even correct to say that the opposition between truth and falsehood is irrelevant to psychology, for truth is certainly apprehended in knowledge, and the ideal thereby becomes a determination of a real experience. But the propositions, on the other hand, which treat of this determination in its conceptual purity are not laws of real psychical happenings: the [107] psychologistic party were wrong in this regard. Ignoring the essence of the ideal in general, they also ignored the ideality of truth. This important point will require further and fuller discussion. [LI I, 106-07]

DW-OM, 23: +ideal_invariant

More exactly, the transcendental onlooker intends an identical “it” through a multiplicity of ever- changing modal appearances. “The” phase is a pole of a synthesis of identification. In this sense, immanent as well as transcendent “objects” are “ideal”; they are uni- ties in or through multiplicity, by virtue of intentional identification. [DC-PEH, 66] The /absolute/ determinations of a thing-sense, are, then, never originally presented in person, but only horizonally or emptily, as what would be presented if the ideal limit of the process of clarification were realized. In this sense, as well as in the earlier mentioned one, 7 the thing as it is in itself is an /ideal/ object. [DC-PEH, 90]

The II^nd LI (pp. 337-432) is designed to supply proof of the existence of "species" or universals in general (chapter 1). Referring back to the result of the "Prolegomena" and I^s1 LI he remarks : "Meanings as such, i.e. meanings in the sense of specific unities, constitute the domain of pure logic, so that to misread the essence of the Species must...be to strike at the very essence of logic." He must, accordingly, "assure the basic foundations of pure logic and epistemology by defending the intrinsic right of specific (or Ideal) objects to be granted objective status alongside of individual (or real) objects. (LI 338)

(The only sense in which Husserl was ever an "Idealist" was in his recognition of "the 'Ideal' as a condition for the possibility of objective knowledge in general." He staunchly refused to allow others to "'interpret it away' in psychologistic fashion." (p. 338) In general, "Ideal" never means "mental" for him, not even if the "noematic" is (wrongly) taken to be included in the mental.)

The II^nd "Investigation" also explicates the /nature /of universals (including concepts and propositions) as "Ideal," and demonstrates the ontological and phenomenological inadequacies of the British Empiricists (Locke, Mill, Berkeley, Hume) and their modern day counterparts on this point. The II^nd "Investigation" and chapter two of /Ideas /volume I should be studied together, and also with chapter 4 of the I^st "Investigation," where the existence and nature of "Ideal" entities is analyzed with reference to "meanings" only. [DF-HLIR, 166-7]

As to my concept of "ideal" significations, and "ideal" contents of representations and judgments, to speak specifically, they originally derive, not from Bolzano at all, but rather — as the term "ideal" alone indicates — from Lotze. In particular, Lotze's reflections about the interpretation of Plato's theory of forms /{Ideenlehre) /had a profound effect on me. Only by thinking out these ideas /{Gedanken) /of Lotze — and in my opinion he failed to get completely clear on them — did I find the key to the curious conceptions of Bolzano, which in all their phenomenological naivity were at first unintelligible, and to the treasures of his /Wissenschaftslehre./ [...] [JM-REHLI, 36, REPLY TO A CRITIC] JM-REHLI, 86: +ideal_real

ideal el

Created Δευτέρα 02 Δεκεμβρίου 2024

Μπορώ ποτέ να το πω αυτό με βεβαιότητα; Το επίμαχο αμετάκλητο δεν αφορά το ενεργεία, αλλά το ιδεατό. Δεν είναι η βεβαιότητα της κρίσης μου που είναι αμετάβλητη (όπως μόλις υποστήριξε ο Sigwart) αλλά η εγκυρότητά της ή η αλήθεια της. [LI1, σελ.317]

Κεφάλαιο 8 Οι a priori νόμοι της αυθεντικής και μη αυθεντικής σκέψης

§59 Η επιπλοκή σε συνεχώς νέες μορφές. Η καθαρή θεωρία των μορφών των δυνατών εποπτειών [Li2, σελ.304]

Σε αυτήν την περίπτωση, επίσης, δεν μας απασχολούν νόμοι που επιδιώκουν να αξιολογήσουν την πραγματική ύπαρξη των αντικειμένων που παρουσιάζονται σε διαφορετικά επίπεδα. Αυτοί οι νόμοι εν πάση περιπτώσει δεν λένε τίποτα άμεσα για τις <ιδεατές συνθήκες των δυνατοτήτων επαρκούς πλήρωσης>. [LI2, σελ.305]

§7. Επιστήμες των Γεγονότων και Ειδητικές Επιστήμες. [Ιδέες Ι, σελ.15] [mathesis universalis]

§50. Η φαινομενολογική στάση· Η καθαρή συνείδηση ​​ως το πεδίο της φαινομενολογίας. [Ιδέες Ι, σελ.112] (...) Αυστηρά μιλώντας, δεν έχουμε χάσει τίποτα, αλλά μάλλον έχουμε κερδίσει το σύνολο του απόλυτου είναι που, σωστά κατανοημένο, περιέχει μέσα του, «συγκροτεί» μέσα του, όλα τις εγκόσμιες υπερβάσεις.[38 Προσθήκη στο Αντίγραφο Δ. : ως ένα αποβλεπτικό σύστοιχο των ιδεατά πραγματοποιήσιμων και αρμονικά συνεχιζόμενων ενεργημάτων συνήθους αποδοχής] [Ideas I, σελ.113]

§78. Η Φαινομενολογική Μελέτη των Αναστοχασμών των Βιωμάτων. [Ιδέες Ι, σελ. 177] αναστοχασμός των βιωμάτων

DZ-HP, 9: ιδεατή εναντίον πραγματικής αλήθειας

EWPLM, 379, 381: ιδεατή ενότητα

Γιατί αυτό δεν λέει τίποτα σχετικά με τη σύγκρουση μεταξύ αντιφατικών κρίσεων, μεταξύ πραγματικών, χρονολογημένων ενεργημάτων αυτού ή εκείνου του χαρακτήρα· μιλά μόνο για τη νομική ασυμβατότητα των άχρονων ιδεατών ενοτήτων που καλούμε αντιφατικές προτάσεις. Η αλήθεια ότι τα μέλη ενός τέτοιου ζεύγους προτάσεων δεν είναι και τα δύο αληθή, δεν περιέχει καμία σκιά εμπειρικής δήλωσης για οποιαδήποτε συνείδηση ​​και τα κρισιακά της ενεργήματα. Πιστεύω ότι πρέπει να το ξεκαθαρίσει κανείς στον εαυτό του και να το πάρει σοβαρά, για να δει το λάθος της όλης αντίληψης στην οποία ασκούμε τώρα κριτική. [LI I, 67]

Δεν είναι καν σωστό να πούμε ότι η αντίθεση μεταξύ αλήθειας και ψέυδους είναι ασυναφής με την ψυχολογία, γιατί η αλήθεια συλλαμβάνεται βέβαια στη γνώση, και έτσι το ιδεατό γίνεται προσδιορισμός μιας πραγματικής εμπειρίας. Όμως οι προτάσεις από την άλλη πλευρά, που μεταχειρίζονται αυτό τον προσδιορισμό στην εννοιολογική του καθαρότητα δεν είναι νόμοι των πραγματικών ψυχικών συμβάντων: η [107] ψυχολογιστική φατρία έκανε λάθος ως προς αυτό. Αγνοώντας την ουσία του ιδεατού γενικά, αγνόησαν επίσης την ιδεατότητα της αλήθειας. Αυτό το σημαντικό σημείο θα απαιτήσει περαιτέρω και πληρέστερη συζήτηση. [LI I, 106-07]

DW-OM, 23: ιδεατό αμετάβλητο

Πιο συγκεκριμένα, ο υπερβατολογικός θεατής αποβλέπει ένα ταυτό «αυτό» μέσω μιας πολλαπλότητας διαρκώς μεταβαλλόμενων τροπικών εμφανίσεων. «Η» φάση είναι ένας πόλος σύνθεσης της ταυτοποίησης. Με αυτή την έννοια, τα εμμενή καθώς και τα υπερβατικά «αντικείμενα» είναι «ιδεατά»· είναι ενότητες μέσα στην, ή μέσω της πολλαπλότητας, δυνάμει της αποβλεπτικής ταυτοποίησης. [DC-PEH, 66]

Οι απόλυτοι προσδιορισμοί ενός thing-sense, δεν παρουσιάζονται, λοιπόν, ποτέ πρωταρχικά αυτοπροσώπως, αλλά μόνο σε οριζόντια ή κενά, ως αυτό που θα παρουσιαζόταν εάν το ιδεατό όριο της διαδικασίας αποσαφήνισης πραγματοποιούνταν. Υπό αυτή την έννοια, καθώς και στην προαναφερθείσα, το πράγμα όπως είναι καθεαυτό είναι ένα ιδεατό αντικείμενο. [DC-PEH, 90]

Η II^nd LI (σελ. 337-432) έχει σχεδιαστεί για να παρέχει απόδειξη της ύπαρξης των «ειδών» ή των καθολικών γενικά (κεφάλαιο 1). Αναφερόμενος πίσω στο αποτέλεσμα των «Προλεγομένων» και της Ι^ς1 LI παρατηρεί: «Οι σημασίες ως τέτοιες, δηλ. οι σημασίες με την έννοια των ειδικών ενοτήτων, αποτελούν τον τομέα της καθαρής λογικής, έτσι ώστε το να παρερμηνευτεί η ουσία του Είδους ...σημαίνει να προσβάλουμε την ίδια την ουσία της λογικής.» Πρέπει, κατά συνέπεια, «να διαβεβαιώσει τα βασικά θεμέλια της καθαρής λογικής και γνωσιοθεωρίας υπερασπίζοντας το εγγενές δικαίωμα των ειδικών (ή Ιδεατών) αντικειμένων να τους αποδίδεται αντικειμενικό στάτους παράλληλα με τα ατομικά (ή πραγματικά) αντικείμενα. (LI 338)

(Η μόνη έννοια με την οποία ο Husserl ήταν ποτέ «ιδεαλιστής» ήταν η αναγνώρισή του του «Ιδεατού» <δηλαδή των καθολικών> ως μια συνθήκη για τη δυνατότητα αντικειμενικής γνώσης γενικά.» Αρνιόταν σθεναρά να επιτρέψει σε άλλους να «το ερμηνεύσουν ψυχολογιστικά». (σελ. 338) Γενικά, «Ιδεατό» δεν σημαίνει ποτέ «νοητικό» γι' αυτόν, ούτε κι αν το «νοηματικό» θεωρείται (λανθασμένα) ότι περιλαμβάνεται στο νοητικό.)

Η II^η «Έρευνα» εξηγεί επίσης τη φύση των καθολικών (συμπεριλαμβανομένων των εννοιών και των προτάσεων) ως "Ιδεατή," και καταδεικνύει τις οντολογικές και φαινομενολογικές ανεπάρκειες των Βρετανών Εμπειριστών (Locke, Mill, Berkeley, Hume) και των σύγχρονων ομόλογων τους σε αυτό το σημείο. Η II^η «Έρευνα» και το δεύτερο κεφάλαιο των Ιδεών τόμος I πρέπει να μελετηθούν μαζί, καθώς και με το κεφάλαιο 4 της I^st «Έρευνας», όπου η ύπαρξη και η φύση των «Ιδεατών» οντοτήτων αναλύεται με αναφορά μόνο στα «νόημα». [DF-HLIR, 166-7]

Όσον αφορά την έννοιά μου για τις «ιδεατές» σημασίες και τα «ιδεατά» περιεχόμενα των παραστάσεων και των κρίσεων, για να μιλήσουμε ειδικά, προέρχεται αρχικά, όχι από τον Bolzano, αλλά μάλλον — όπως μαρτυρεί ο όρος «ιδεατό» — από τον Lotze. Ειδικότερα, οι προβληματισμοί του Lotze σχετικά με την ερμηνεία της θεωρίας των μορφών του Πλάτωνα (Ideenlehre) είχε μια βαθιά επίδραση πάνω μου. Μόνο με τη σκέψη αυτών των ιδεών (Gedanken) του Lotze — που κατά τη γνώμη μου απέτυχε να τις ξεκαθαρίσει εντελώς — βρήκα το κλειδί για τις περίεργες συλλήψεις του Bolzano, που σε όλη τους τη φαινομενολογική αφέλεια ήταν στην αρχή ακατάληπτες, και στους θησαυρούς του Wissenschaftslehre. [...] [JM-REHLI, 36, REPLY TO A CRITIC] JM-REHLI, 86: ιδεατό πραγματικό

ideal Husserl Frege

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

The six lengthy Investigations of the second volume are concerned with analysing elements of the form of knowledge, such notions as meaning, concept, proposition, truth (LI /Prol. /§71, Findlay I: 159-60; Hua XVIII: 236-7). Husserl begins with the general structure of signs and meaningful expressions; then moves to analyse the status of universals (which he calls /species) /and the nature of abstraction; followed by a treatise on the laws governing the relations of dependence between parts and wholes; another mini-treatise on the relation between logic and grammar as /a priori /disciplines; the nature of consciousness, including the meaning of intentionality and the ambiguities surrounding the associated notions of content, object, presentation, and finally the nature of the identifying syntheses involved in judgement and its relation to truth. Along the way, he offers sharp criticisms of prevailing views, including a critique of J. S. Mill's account of connotation and denotation, a refutation of sensationalism, a rebuttal of empiricist theories of abstraction (Locke, Berkeley, Hume, Mill), a sharpened definition of the /a priori /including a new distinction between the formal (analytic) and material (synthetic) /a priori /which claims to be an advance on Kant, and careful discussions of Bolzano, Mill, Brentano and others, in terms of their views on logic, psychology and the nature of judgements and their contents.

A basic assumption of Husserl's understanding of knowledge is that knowledge is essentially understood and communicated in the form of expressive statements, where a statement is a unified whole with a single, possibly complex, meaning, that says something /about /something. It refers to an object (whether an individual thing or a state of affairs) through a 'sense' or 'meaning' (Husserl employs both /Sinn /and /Bedeutung /for 'meaning'). Of course, in the /Logical Investigations, /and indeed since 1891, Husserl was fully aware of Frege's distinction between /Sinn /('sense') and /Bedeutung /('reference' or 'meaning'), but he does not observe it since it is at variance with ordinary German usage. Husserl prefers to use the terms /Sinn, Bedeutung /and also /Meinung /more or less as equivalent notions (see LI II §2, Findlay I: 240; Hua XIX/1: 115) although later, in /Ideas /I §124, he will restrict /"Bedeutung" /to linguistic meaning only and use /'Sinn' /more broadly to include all meanings, including non-conceptual contents (e.g., perceptual sense). Both Frege and Husserl agree that the /sense /of a statement is an ideal unity

Introduction xlvii

not affected by the psychic act grasping it, nor by the psychic stuff (mental imagery, feelings, and so on) that accompanies the psychological episode. Logic (and mathematics and the other formal sciences) is concerned to process the laws governing these abstract ideal unities which Husserl characterises as having 'being in itself' /(An-sich-sein, /translated by Findlay as 'intrinsic being') as unities in manifolds (Findlay I: 169; Hua XIX/1: 12) as well as a 'being for' /(Für-sich-sein) /the thinker. In themselves, they are pure identities, remaining unchanged irrespective of their being counted, judged, or otherwise apprehended in psychic acts. As Husserl says in the /Prolegomena, /truths are what they are irrespective of whether humans grasp them at all /(Prol. /§65, Findlay I: 150; Hua XVIII: 240). Despite the fact that the objects of logic are ideal and transtemporal, nevertheless, they must also be accessible and graspable by the human mind, as Husserl later explains:

... it is unthinkable that such ideal objects could not be apprehended in appropriate subjective psychic acts and experiences.^63

We can imagine any such ideal meaning or /Sinn /being entertained or judged or considered in some way by a mind. It is simply a fact that these ideal meanings /(Sinne) /present themselves to us as something that is subjectively grasped: '. . . ideal objects confront us as subjectively produced formations in the lived experiencing and doing of the forming'.^64 This is their 'being-for'. They are always truths /for /some possible mind, subjective acts are 'constituting acts' for these ideal objectivities. The question then becomes: how are these hidden psychic experiences /correlated /to the 'idealities'? Frege had answered in a naïve manner: our minds simply /grasp /ideal thoughts. But Husserl wants to give an account that does justice to the essential two-sidedness of our cognitive achievements by analysing the structure of this expressing and grasping of meaning. [LI I]

ideal Husserl Frege el

Created Δευτέρα 02 Δεκεμβρίου 2024

Οι έξι μακροσκελείς Έρευνες του δεύτερου τόμου αφορούν την ανάλυση των στοιχείων της μορφής της γνώσης, τέτοιες έννοιες όπως σημασία, έννοια, πρόταση, αλήθεια (LI /Προλ. /§71, Findlay I: 159-60; Hua XVIII: 236-7). Ο Husserl ξεκινά με τη γενική δομή των σημείων και των σημαινουσών εκφράσεων· στη συνέχεια κινείται για να αναλύσει το στάτους των καθολικών (τα οποία ονομάζει είδη) και τη φύση της αφαίρεσης· ακολουθούμενο από μια πραγματεία για τους νόμους που διέπουν τις σχέσεις εξάρτησης μεταξύ των μερών και των όλων· άλλη μια μίνι πραγματεία για τη σχέση μεταξύ λογικής και γραμματικής ως a priori επιστημονικών κλάδων· τη φύση της συνείδησης, συμπεριλαμβανομένου της σημασίας της αποβλεπτικότητας και των αμφισημιών που περιβάλλουν τις σχετικές έννοιες του περιεχομένου, του αντικειμένου, της παρουσίασης και, τέλος, της φύσης των ταυτοποιητικών συνθέσεων που εμπλέκονται στην κρίση και στη σχέση της με την αλήθεια. Στην πορεία ασκεί δριμύτατες κριτικές στις επικρατούσες απόψεις, συμπεριλαμβανομένης μιας κριτικής στην θεωρία του J. S. Mill των υποδηλώσεων/συνδηλώσεων (connotation) και των δηλώσεων (denotation), μια διάψευση της αισθησιοκρατίας (sensationalism), μια αντίκρουση των εμπειριστικών θεωριών της αφαίρεσης (Locke, Berkeley, Hume, Mill), έναν ευκρινέστερο ορισμό του a priori, συμπεριλαμβανομένης μιας νέας διάκρισης μεταξύ του τυπικού (αναλυτικού) και του υλικού (συνθετικού) a priori που ισχυρίζεται ότι είναι μια πρόοδος σε σχέση με τον Καντ, και προσεκτικές συζητήσεις για τους Bolzano, Mill, Brentano και άλλους, ως προς τις απόψεις τους για τη λογική, την ψυχολογία και τη φύση των κρίσεων και του περιεχομένου τους.

Μια βασική υπόθεση της κατανόησης της γνώσης από τον Husserl είναι ότι η γνώση ουσιαστικά κατανοείται και επικοινωνείται με τη μορφή εκφραστικών δηλώσεων, όπου μια δήλωση είναι ένα ενιαίο σύνολο με μια ενική, δυνάμει σύνθετη, σημασία, που λέει κάτι για κάτι. Αναφέρεται σε ένα αντικείμενο (είτε ένα ατομικό πράγμα είτε μια κατάσταση πραγμάτων) μέσω ενός «νοήματος» (sense) ή «σημασίας» (meaning) (ο Husserl χρησιμοποιεί τόσο την Sinn όσο και την Bedeutung για τη «σημασία»). Φυσικά, στις Λογικές Έρευνες, και μάλιστα από το 1891, ο Husserl γνώριζε πλήρως τη διάκριση του Frege μεταξύ Sinn («νόημα») και Bedeutung («αναφορά» ή «σημασία»), αλλά δεν την ακολουθεί καθώς είναι σε ασυμφωνία με τη συνηθισμένη γερμανική χρήση. Ο Husserl προτιμά να χρησιμοποιεί τους όρους Sinn, Bedeutung και επίσης Meinung ως, λιγότερο ή περισσότερο, ισοδύναμες έννοιες (βλ. LI II §2, Findlay I: 240; Hua XIX/1: 115) αν και αργότερα, στις Ιδέες I §124, θα περιορίσει το 'Bedeutung' στη γλωσσική σημασία μόνο και θα χρησιμοποιήσει την 'Sinn' ευρύτερα για να συμπεριλάβει όλα τις σημασίες, συμπεριλαμβανομένων των μη εννοιολογικών περιεχομένων (π.χ. αντιληπτικό νόημα). Τόσο ο Frege όσο και ο Husserl συμφώνησαν ότι το νόημα μιας δήλωσης είναι μια ιδεατή ενότητα [Εισαγωγή xlvii] που δεν επηρεάζεται από το ψυχικό ενέργημα που την συλλαμβάνει, ούτε από το ψυχικό περιεχόμενο (νοητικές εικόνες, συναισθήματα κ.λπ.) που συνοδεύει το ψυχολογικό επεισόδιο. Η λογική (και τα μαθηματικά και οι άλλες τυπικές επιστήμες) ενδιαφέρεται να επεξεργαστεί τους νόμους που διέπουν αυτές τις αφηρημένες ιδεατές ενότητες τις οποίες ο Husserl χαρακτηρίζει ως έχουσες «είναι καθεαυτό» (An-sich-sein, μεταφρασμένο από τον Findlay ως 'intrinsic being' («εγγενές είναι»), ως ενότητες σε πολλαπλότητες (Findlay I: 169; Hua XIX/1: 12) καθώς και ένα «είναι για» (Für-sich-sein) το στοχαστή. Από μόνες τους, είναι καθαρές ταυτότητες, παραμένουν αμετάβλητες ανεξάρτητα από το αν αριθμηθούν, κριθούν ή συλληφθούν άλλως σε ψυχικά ενεργήματα. Όπως λέει ο Husserl στα Προλεγόμενα, οι αλήθειες είναι αυτό που είναι ανεξάρτητα από το αν οι άνθρωποι τις συλλαμβάνουν /(Πρόλ. /§65, Findlay I: 150· Hua XVIII: 240). Παρά το γεγονός ότι τα αντικείμενα της λογικής είναι ιδεατά και υπερχρονικά (transtemporal), πρέπει, ωστόσο, να είναι επίσης προσβάσιμα και κατανοητά από τον ανθρώπινο νου, όπως εξηγεί αργότερα ο Husserl:

... είναι αδιανόητο ότι τέτοια ιδεατά αντικείμενα δεν θα μπορούσαν να συλληφθούν από κατάλληλα υποκειμενικά ψυχικά ενεργήματα και εμπειρίες.^63

Μπορούμε να φανταστούμε οποιαδήποτε τέτοια ιδεατή σημασία ή Sinn να δεξιώνεται ή να κρίνεται ή να εξετάζεται με κάποιο τρόπο από ένα νου. Είναι απλώς γεγονός ότι αυτές οι ιδεατές σημασίες (Sinne) μας παρουσιάζονται ως κάτι που συλλαμβάνεται υποκειμενικά: «. . . τα ιδεατά αντικείμενα μας αντιμετωπίζουν ως υποκειμενικά παραγόμενοι σχηματισμοί στη βιωμένη εμπειρία και πράξη του σχηματισμού».^64 Αυτό είναι το «είναι-για» τους. Είναι πάντα αλήθειες για κάποιο δυνατό νου, τα υποκειμενικά ενεργήματα είναι «συνιστώντα ενεργήματα» για αυτές τις ιδεατές αντικειμενικότητες. Το ερώτημα τότε γίνεται: πώς αυτές οι κρυφές ψυχικές εμπειρίες συσχετίζονται με τις «ιδεατότητες»; Ο Φρέγκε είχε απαντήσει με ένα αφελή τρόπο: ο νους μας απλά συλλαμβάνει τις ιδεατές σκέψεις. Αλλά ο Χούσερλ θέλει να δώσει έναν απολογισμό που αντικατροπτίζει την ουσιαστική διπλή όψη των γνωστικών μας επιτευγμάτων, με την ανάλυση της δομής αυτής της έκφρασης και της σύλληψης του νοήματος. [LI I]

ideal invariant

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

  1. As Husserl presses for a clearer analysis of expressions he

complements this by returning to the phonological/orthographic characterization of signs first introduced in the /Investigations/. We must, he suggests, distinguish between the multiple variations of the sign and the invariant sign which appears in and through them.^31 A particular, articulated complex of sounds or a certain string of marks is not a sign because each sign allows, within limits, a variety of phonetically distinct utterances and multiple inscriptions. For this reason the sign is not identical with the occurrence of sounds or marks associated with it. In contrast to such marks and sounds it seems that the word is

^31 F I 5 (1908), p. 11a.


EXPRESSION AND MEANING / 23

not a thing in the world. The /Investigations /already introduces these notions, yet it speaks of the sign as a species and its sound or marks as instances. When we speak of the expression "quadratic remainder," for example,

*we are not referring to the sound-pattern uttered here and now, the vanishing noise which never recurs identically. We mean the expression /in specie. The /expression "quadratic remainder" is identically the same whoever may utter it.^32 *

The "Lectures" of 1908, however, are unhappy with this talk of species and instances:

*It is also clear that we do not have a case of simple abstraction as though the individual sounds and scripts and such like were simply the empirical instantiations of the word, as singular red-moments are instantiations of the species Red.^33 *

At the same time the word is not something which "floats in phantasy."^34 While these texts are far from clear it seems that Husserl is concerned to show that a sign is both real and yet invariant. Husserl still speaks of such an invariant as /ideal. /But it is ideal in a very different sense precisely because the usual opposition beween real (empirical object) and ideal (species) gives way to what is much more like a perceptual contrast between aspect or side, and in-itself:

The German word /"König" is /neither a thing in the real world nor an imagined thing. It is nothing which could be individuated in such things or thing-like determinations. It is a peculiar ideal entity, a unique objectivity which can be apprehended on the basis of the appearances of singular, empirical, phonetic words,

^32 /Logische Untersuchungen /(2nd ed.), 11/1, 42f.; Eng. trans., I, 284.

^33 "Es ist auch klar, dass nicht eine einfache Abstraktion vorliegt, als ob die einzelnen Wortlaute, Schriftzeichen und dergleichen die empirischen Vereinzelungen des Wortes einfach in dem Sinn wären, wie die singulären Rot-Momente Vereinzelungen des Rot /in specie /sind." F I 5 (1908), p. 12a.

^34 "...in der Phantasie vorschwebt." /Ibid./


24 / EXPRESSION AND MEANING

of singular, sensuous objectivities, and which also is apprehended whenever the word is apprehended as word.^35

An expression should not be construed as ideal because it exists in a realm beyond reality but because it permits a variety of marks and sounds as well as multiple combinations without changing its status as a lexical unit. Different meanings, in turn, are always different meanings of the expression. With this, it seems to us, the last temptation to treat expressions as a different class of entities from signs is overcome. Invariance is already a property of meaningful signs and thus, it is purely in terms of a differentiation of /functions /that one can contrast indicators and expressions. [DW-OM]

ideal invariant el

Created Δευτέρα 02 Δεκεμβρίου 2024

3. Καθώς ο Husserl πιέζει για μια σαφέστερη ανάλυση των εκφράσεων, τη συμπληρώνει αυτή επιστρέφοντας στο φωνολογικό/ορθογραφικό χαρακτηρισμό των σημείων που εισήχθη για πρώτη φορά στις Έρευνες. Πρέπει, προτείνει, να διακρίνουμε μεταξύ των πολλαπλών παραλλαγών του σημείου και του αμετάβλητου σημείου που εμφανίζεται μέσα σε, και μέσα από αυτά.^31 [^31 F I 5 (1908), σελ. 11α.] Ένα καθέκαστο, αρθρωμένο σύμπλεγμα ήχων ή μια συγκεκριμένη σειρά σημαδιών δεν είναι ένα σημείο, γιατί κάθε σημείο επιτρέπει, εντός ορίων, μια ποικιλία από φωνητικά διακριτές εκφορές και πολλαπλές εγγραφές. Για αυτό το λόγο το σημείο δεν ταυτίζεται με το συμβάν των ήχων ή των σημαδιών που συνδέονται με αυτό. Σε αντίθεση με τέτοια σημάδια και ήχους φαίνεται ότι η λέξη [23] δεν είναι ένα πράγμα στον κόσμο. Οι Έρευνες εισάγουν ήδη αυτές τις έννοιες, ωστόσο μιλούν για το σημείο ως ένα είδος και για τον ήχο του ή τα σημάδια του ως περιπτώσεις (instances). Όταν μιλάμε για την έκφραση «τετραγωνικό υπόλοιπο», για παράδειγμα,

δεν αναφερόμαστε στο ηχητικό μοτίβο που εκφέρεται εδώ και τώρα, τον εξαφανιζόμενο θόρυβο που δεν επαναλαμβάνεται ποτέ με τον ίδιο τρόπο. Εννοούμε την έκφραση σε είδος. Η έκφραση «τετραγωνικό υπόλοιπο» είναι ταυτόσημα η ίδια οποιοσδήποτε μπορεί να την εκφέρει.^32

Οι «Διαλέξεις» του 1908, ωστόσο, είναι δυσαρεστημένες με αυτή τη συζήτηση για τα είδη και τις περιπτώσεις:

Είναι επίσης σαφές ότι δεν έχουμε μια περίπτωση απλής αφαίρεσης, ως εάν οι ατομικοί ήχοι και οι χαρακτήρες και τα παρόμοια να ήταν απλώς οι εμπειρικές εκδοχές (instantiations) της λέξης, όπως οι ενικές στιγμές του κόκκινου είναι εκδοχές του είδους Κόκκινο.^33

Ταυτόχρονα η λέξη δεν είναι κάτι που «αιωρείται στη φαντασία.»^34 Ενώ αυτά τα κείμενα δεν είναι καθόλου ξεκάθαρα φαίνεται ότι ο Husserl ενδιαφέρεται να δείξει ότι ένα σημείο είναι ταυτόχρονα πραγματικό και ωστόσο αμετάβλητο. Ο Χούσερλ εξακολουθεί να μιλά για ένα τέτοιο αμετάβλητο ως ιδεατό. Αλλά είναι ιδεατό με μια πολύ διαφορετική σημασία ακριβώς επειδή η συνήθης αντίθεση ανάμεσα στο πραγματικό (εμπειρικό αντικείμενο) και το ιδεατό (είδος) δίνει τη θέση της σε ό,τι είναι πολύ περισσότερο μια αντιληπτική αντίθεση μεταξύ της όψης ή της πλευράς, και του καθεαυτό:

Η γερμανική λέξη "König" (βασιλιάς) δεν είναι ούτε πράγμα στον πραγματικό κόσμο ούτε ένα φαντασμένο πράγμα. Δεν είναι τίποτα που θα μπορούσε να εξατομικευτεί σε τέτοια πράγματα ή πραγμοειδείς προσδιορισμούς. Είναι μια ιδιόμορφη ιδεατή οντότητα, μια μοναδική αντικειμενικότητα που μπορεί να συλληφθεί στη βάση των εμφανίσεων των ενικών, εμπειρικών, φωνητικών λέξεων, [24] των ενικών, αισθησιακών αντικειμενικοτήτων, και η οποία επίσης συλλαμβάνεται όποτε η λέξη συλλαμβάνεται ως λέξη.^35

^32 Logical Investigations (2η έκδ.), 11/1, 42f.; Αγγλ. μετάφρ., Ι, 284.

^33 "Es ist auch klar, dass nicht eine einfache Abstraktion vorliegt, als ob die einzelnen Wortlaute, Schriftzeichen und dergleichen die empirischen Vereinzelungen des Wortes einfach in dem Sinn wären, wie die singulären Rot-Momente Vereinzelungen des Rot /in specie /sind." F I 5 (1908), p. 12a.

^34 "...in der Phantasie vorschwebt." /Ibid./*

Μια έκφραση δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως ιδεατή επειδή υπάρχει σε ένα πεδίο πέρα ​​από την πραγματικότητα αλλά επειδή επιτρέπει μια ποικιλία σημαδιών και ήχων, καθώς και πολλαπλούς συνδυασμούς, χωρίς να αλλάζει η κατάστασή της ως μια λεξιλογική ενότητα (lexical unit). Οι διαφορετικές σημασίες, με τη σειρά τους, είναι πάντα διαφορετικές σημασίες της έκφρασης. Με αυτό, μας φαίνεται, ότι ο τελευταίος πειρασμός να αντιμετωπίσουμε τις εκφράσεις ως μια διαφορετική κατηγορία οντοτήτων από τα σημεία υπερβαίνεται. Το αμετάβλητο είναι ήδη μια ιδιότητα των σημαίνοντων σημείων και επομένως, είναι καθαρά από την άποψη μιας διαφοροποίησης λειτουργιών που μπορεί κανείς να αντιπαραβάλλει δείκτες (indicators) και εκφράσεις (expressions). [DW-OM]

[DONN WELTON, /The Origins of Meaning/ - A CRITICAL STUDY OF THE THRESHOLDS OF HUSSERLIAN PHENOMENOLOGY]

ideal logic psychology

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

The task of psychology is to investigate the laws governing the real connections of mental events with one another, as well as with related mental dispositions and corresponding events in the bodily organism. 'Law' here means a comprehensive formula covering coexistent and successive connections that are without exception and necessary. Such connections are causal. The task of logic is quite different. It does not enquire into the causal origins or consequences of intellectual activities, but into their truth-content: it enquires what such activities /should /be like, or how they /should /proceed, in order that the resultant judgements should be true. Correct judgements and false ones, evident ones and blind ones, come and go according to natural laws, they have causal antecedents and consequences like all mental phenomena. Such natural connections do not, however, interest the logician; he looks rather for ideal connections that he does not always find realized, in fact only exceptionally finds realized in the actual course of thoughts. He aims not at a physics, but an ethics of thinking. Sigwart therefore rightly stresses the point that, in the psychological treatment of thought, 'the opposition of true and false has as little part to play as the opposition of good or bad in human conduct is a psychological matter'.^4

We cannot be content - such will be the psychologistic rejoinder - with such half-truths. The task of logic is of course quite different from that of psychology: who would deny it? It is a technology of knowledge, but how could such a technology ignore questions of causal connection, how could it look for ideal connections without studying natural ones? 'As if every "ought" did not rest on an "is", every ethics did not also have to show itself a physics.' (Lipps, 'Die Aufgabe der Erkenntnistheorie', /op. cit. /p. 529.) 'Α question as to what should be done always reduces to a question as to what must be done if a definite goal is to be reached, and this question in its turn is equivalent to a question as to how this goal is /in fact reached' /(Lipps, /Grundzüge der Logik, /§1). That psychology, as distinct from logic, does not deal with the opposition of true and false 'does not mean that psychology treats these different mental conditions on a like footing, but that it renders both intelligible in a like manner' (Lipps, /op. cit. /§3, p. 2). Theoretically regarded, Logic therefore is related to psychology as a part to a whole. Its main aim is, in particular, to set up propositions of the form: Our intellectual activities must, either generally, or in specifically characterized circumstances, have such and such a form, such and such an arrangement, such and such combinations and no others, if the resultant judgements are to have the character of evidence, are to achieve knowledge in the pointed sense of the word. Here we have an obvious causal relation. The psychological character of evidence is a causal consequence of certain antecedents. What sort of antecedents? This is just what we have to explore.^5

The following often repeated argument is no more successful in shaking the psychologistic ranks: Logic, it is said, can as little rest on psychology as on any other science; since each science is only a science in virtue of its


44 Prolegomena to Pure Logic

harmony with logical rules, it presupposes the validity of these rules. It would therefore be circular to try to give logic a first foundation in psychology.^6

The opposition will reply: That this argument cannot be right, is shown by the fact that it would prove the impossibility of all logic. Since logic itself must proceed logically, it would itself commit the same circle, would itself have to establish the validity of rules that it presupposes.

Let us, however, consider more closely what such a circle could consist in. Could it mean that psychology presupposes the validity of logical laws? Here one must notice the equivocation in the notion of 'presupposing'. That a science presupposes the validity of certain rules may mean that they serve as premisses in its proofs: it may also mean that they are rules in accordance with which the science must proceed in order to be a science at all. Both are confounded in our argument for which reasoning /according /to logical rules, and reasoning /from /logical rules, count as identical. There would only be a circle if the reasoning were /from /such rules. But, as many an artist creates beautiful works without the slightest knowledge of aesthetics, so an investigation may construct proofs without ever having recourse to logic. Logical laws cannot therefore have been premisses in such proofs. And what is true of single proofs is likewise true of whole sciences.

§20 A gap in the psychologistic line of proof

In these and similar arguments the anti-psychologistic party seem undoubtedly to have got the worst of it. Many think the battle quite at an end, they regard the rejoinders of the psychologistic party as completely victorious. One thing only might arouse our philosophical wonder, that there was and is such a battle at all, that the same arguments have repeatedly been adduced while their refutations have not been acknowledged as cogent. If everything really were so plain and clear as the psychologistic trend assures us, the matter would not be readily understandable, since there are unprejudiced, serious and penetrating thinkers on the opposite side as well. Is this not again a case where the truth lies in the middle? Has each of the parties not recognized a valid portion of the truth, and only shown incapacity for its sharp conceptual circumscription, and not even seen that they only had part of the whole? Is there not perhaps an unresolved residuum in the arguments of the anti-psychologists - despite much unclearness and error in detail which has made refutation easy; are they not informed by a true power, which always re-emerges in unbiased discussion? I for my part would answer 'Yes'. It seems to me that the greater weight of truth lies on the anti-psychologistic side, but that its key-thoughts have not been properly worked out, and are blemished by many mistakes.

Let us go back to the question we raised above regarding the essential foundations of normative logic. Have the arguments of psychologistic thinkers really settled this? Here a weak point at once appears. The argument only

Psychologism, its arguments and its attitude to the usual counter-arguments 45

proves one thing, that psychology /helps /in the foundation of logic, not that it has the only or the main part in this, not that it provides logic's /essential foundation /in the sense above defined (§16). The possibility remains open that another science contributes to its foundation, perhaps in a much more important fashion. Here may be the place for the 'pure logic' which on the other party's view, has an existence independent of all psychology, and is a naturally bounded, internally closed-off science. We readily grant that what Kantians and Herbartians have produced under this rubric does not quite accord with the character that our suggested supposition would give it. For they always talk of normative laws of thinking and particularly of concept-formation, judgement-framing etc. Proof enough, one might say, that their subject-matter is neither theoretical nor wholly unpsychological. But this objection would lose weight if closer investigation confirmed the surmise suggested to us above in §13, that these schools were unlucky in defining and building up the intended discipline, yet none the less approached it closely, in so far as they discerned an abundance of interconnected theoretical truths in traditional logic, which did not fit into psychology, nor into any other separate science, and so permitted one to divine the existence of a peculiar realm of truth. And if these were the truths to which all logical regulation in the last resort related, truths mainly to be thought of when 'logical truths' were in question, one could readily come to see in them what was essential to the whole of logic, and to give the name of 'pure logic' to their theoretical unity. That this hits off the true state of things I hope actually to prove. [LI I]

ideal logic psychology el

Created Δευτέρα 02 Δεκεμβρίου 2024

Προλεγόμενα στην Καθαρή Λογική

Το καθήκον της ψυχολογίας είναι να διερευνήσει τους νόμους που διέπουν τις πραγματικές συνδέσεις των νοητικών συμβάντων μεταξύ τους, καθώς και με συναφείς νοητικές διαθέσεις και αντίστοιχα συμβάντα στον σωματικό οργανισμό. «Νόμος» εδώ σημαίνει μια περιεκτική φόρμουλα που καλύπτει συνυπάρχουσες και διαδοχικές συνδέσεις που είναι χωρίς εξαίρεση και αναγκαίες. Τέτοιες συνδέσεις είναι αιτιώδεις. Το καθήκον της λογικής είναι αρκετά διαφορετικό. Δεν διερευνά την αιτιακή προέλευση ή τις συνέπειες των διανοητικών δραστηριοτήτων, αλλά το περιεχόμενο της αλήθειας τους: διερευνά πώς θα έπρεπε να είναι τέτοιες δραστηριότητες, ή πώς θα έπρεπε να προχωρούν, έτσι ώστε οι κρίσεις που προκύπτουν να είναι αληθείς. Σωστές κρίσεις και ψευδείς, εναργείς και τυφλές έρχονται και φεύγουν σύμφωνα με φυσικούς νόμους, έχουν αιτιατά προηγούμενα και συνέπειες όπως όλα τα νοητικά φαινόμενα. Ωστόσο, τέτοιες φυσικές συνδέσεις δεν ενδιαφέρουν τον επιστήμονα της λογικής· ψάχνει μάλλον για ιδεατές συνδέσεις που δεν βρίσκει πάντα πραγματοποιημένες, στην πραγματικότητα μόνο κατ' εξαίρεση βρίσκει πραγματοποιημένες στην ενεργεία πορεία της σκέψης. Δεν στοχεύει σε μια φυσική, αλλά σε μια ηθική της σκέψης. Ο Sigwart λοιπόν δικαίως τονίζει το σημείο ότι, στην ψυχολογική αντιμετώπιση της σκέψης, «η αντίθεση του αληθούς και του ψευδούς έχει τόσο μικρό ρόλο να παίξει, όσο η αντίθεση του καλού ή του κακού στην ανθρώπινη συμπεριφορά είναι ένα ψυχολογικό ζήτημα».^4

Δεν μπορούμε να είμαστε ικανοποιημένοι -τέτοια θα είναι η ψυχολογιστική απάντηση- με τέτοιες μισές αλήθειες. Το καθήκον της λογικής είναι φυσικά αρκετά διαφορετικό από αυτό της ψυχολογίας: ποιος θα το αρνηθεί; Είναι μια τεχνολογία της γνώσης, αλλά πώς θα μπορούσε μια τέτοια τεχνολογία να αγνοήσει τα ερωτήματα της αιτιώδους σύνδεσης, πώς θα μπορούσε να αναζητήσει ιδεατές συνδέσεις χωρίς να μελετήσει τις φυσικές; «Ως εάν κάθε 'πρέπει' να μην στηριζόταν σε ένα «είναι», κάθε ηθική να μην έπρεπε να δείξει τον εαυτό της ως φυσική». (Lipps, 'Die Aufgabe der Erkenntnistheorie', /op. cit. /σελ. 529.) «Μια ερώτηση ως προς το τι πρέπει να γίνει ανάγεται πάντα σε ένα ερώτημα σχετικά με το τι πρέπει να γίνει εάν ένας ορισμένος στόχος πρέπει να επιτευχθεί, και αυτή η ερώτηση με τη σειρά της ισοδυναμεί με μια ερώτηση για το πώς αυτός ο στόχος επιτυγχάνεται στην πραγματικότητα» (Lipps, Grundzüge der Logik, §1). Ότι η ψυχολογία, σε αντίθεση με τη λογική, δεν ασχολείται με την αντίθεση αληθούς και ψευδούς «δεν σημαίνει ότι η ψυχολογία αντιμετωπίζει αυτές τις διαφορετικές νοητικές συνθήκες σε παρόμοια βάση, αλλά ότι καθιστά και τις δύο κατανοητές με παρόμοιο τρόπο» (Lipps, ό.π. §3, σελ. 2). Θεωρητικά, λοιπόν, η Λογική σχετίζεται με την ψυχολογία ως ένα μέρος με ένα όλο. Κύριος στόχος της είναι, ειδικότερα, η δημιουργία προτάσεων της μορφής: Οι πνευματικές μας δραστηριότητες πρέπει, είτε γενικά, είτε σε ειδικά χαρακτηρισμένες περιστάσεις, να έχουν μια τέτοια μορφή, μια τέτοια διάταξη, τέτοιους συνδυασμούς και όχι άλλους, εάν οι κρίσεις που προκύπτουν πρόκειται να έχουν τον χαρακτήρα της ενάργειας (evidence), πρόκειται να φτάσουν στη γνώση με την ακριβή έννοια της λέξης. Εδώ έχουμε μια προφανή αιτιακή σχέση. Ο ψυχολογικός χαρακτήρας της ενάργειας είναι μια αιτιώδης συνέπεια ορισμένων προηγούμενων. Τι είδους προηγούμενων; Αυτό ακριβώς πρέπει να εξερευνήσουμε.^5

Το ακόλουθο συχνά επαναλαμβανόμενο επιχείρημα δεν είναι πιο επιτυχές στο να κλονίσει τις ψυχολογιστικές τάξεις: Η λογική, λέγεται, μπορεί τόσο λίγο να θεμελιωθεί στην ψυχολογία όσο κάθε άλλη επιστήμη· καθώς κάθε επιστήμη είναι μόνο μια επιστήμη δυνάμει της [44] αρμονίας της με λογικούς κανόνες, προϋποθέτει την εγκυρότητα αυτών των κανόνων. Θα ήταν επομένως κυκλικό να προσπαθήσουμε να δώσουμε στη λογική μια πρώτη θεμελίωση στην ψυχολογία.^6

Ο αντίπαλος θα απαντήσει: Το ότι αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να είναι σωστό, φαίνεται από το γεγονός ότι θα αποδείκνυε το αδύνατο κάθε λογικής. Εφόσον η ίδια η λογική πρέπει να προχωρήσει λογικά, θα έκανε και η ίδια το ίδιο κύκλο, θα έπρεπε η ίδια να καθορίσει την εγκυρότητα των κανόνων που προϋποθέτει.

Ας εξετάσουμε, ωστόσο, πιο προσεκτικά σε τι θα μπορούσε να συνίσταται ένας τέτοιος κύκλος. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι η ψυχολογία προϋποθέτει την εγκυρότητα των λογικών νόμων; Εδώ πρέπει να παρατηρήσει κανένα την αμφισημία στην έννοια του «προϋποθέτειν». Ότι μια επιστήμη προϋποθέτει την εγκυρότητα ορισμένων κανόνων μπορεί να σημαίνει ότι χρησιμεύουν ως προκείμενες στις αποδείξεις της: μπορεί επίσης να σημαίνει ότι είναι κανόνες σύμφωνα με τους οποίους πρέπει να προχωρήσει η επιστήμη για να είναι καθόλου επιστήμη. Και τα δύο μπερδεύονται στο επιχείρημά μας, για το οποίο ο συλλογισμός σύμφωνα με με λογικούς κανόνες, και ο συλλογισμός από λογικούς κανόνες, υπολογίζονται ως ταυτόσημοι. Θα υπήρχε ένας κύκλος μόνο εάν ο συλλογισμός ήταν από τέτοιους κανόνες. Όμως, όπως πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν όμορφα έργα χωρίς την παραμικρή γνώση αισθητικής, έτσι μια έρευνα μπορεί να κατασκευάσει αποδείξεις χωρίς ποτέ να προσφύγει στη λογική. Επομένως, οι λογικοί νόμοι δεν μπορούν να αποτελούν προκείμενες σε τέτοιες αποδείξεις. Και ό,τι είναι αληθές για τις ενικές αποδείξεις, είναι αληθές και για ολόκληρες επιστήμες.

§20 Ένα κενό στην ψυχολογιστική γραμμή απόδειξης

Με αυτά και παρόμοια επιχειρήματα, η αντιψυχολογιστική πλευρά φαίνεται αναμφίβολα να έχει βρεθεί στη δυσμενέστερη θέση. Πολλοί πιστεύουν ότι η μάχη έχει τελειώσει, θεωρούν τις ανταπαντήσεις της ψυχολογιστικής πλευράς ως εντελώς νικηφόρες. Ένα μόνο πράγμα μπορεί να διεγείρει τη φιλοσοφική μας απορία, ότι υπήρξε και υπάρχει καθόλου μια τέτοια μάχη, ότι τα ίδια επιχειρήματα έχουν προβληθεί επανειλημμένα ενώ οι διαψεύσεις τους δεν αναγνωρίστηκαν ως πειστικές. Αν όντως όλα ήταν τόσο απλά και σαφή όπως μας διαβεβαιώνει η ψυχολογιστική τάση, το θέμα δεν θα ήταν άμεσα κατανοητό, αφού υπάρχουν απροκατάληπτοι, σοβαροί και διεισδυτικοί στοχαστές και στην απέναντι πλευρά. Δεν είναι αυτό πάλι μια περίπτωση όπου η αλήθεια βρίσκεται στη μέση; Δεν έχει καθένα από τα μέρη αναγνωρίσει ένα έγκυρο μέρος της αλήθειας, δείχνοντας μόνο ανικανότητα για την ευδιάκριτη εννοιολογική της περιγραφή/οριοθεσία (circumscription), και δεν έχουν καν δει ότι είχαν μόνο μέρος του όλου; Δεν υπάρχει ίσως κάποιο άλυτο υπόλειμμα μέσα στα επιχειρήματα των αντιψυχολογιστών -παρά την πολλή ασάφεια και τα σφάλματα στη λεπτομέρεια που έκανε εύκολη τη διάψευση· δεν είναι ενημερωμένοι από μια αληθινή δύναμη, που πάντα επανεμφανίζεται στην αμερόληπτη συζήτηση; Από τη μεριά μου θα απαντούσα «Ναι». Μου φαίνεται ότι το μεγαλύτερο βάρος της αλήθειας βρίσκεται στην αντιψυχολογιστική πλευρά, αλλά ότι οι βασικές τις σκέψεις δεν έχουν επεξεργασθεί σωστά, και έχουν κηλιδωθεί από πολλά λάθη.

Ας επιστρέψουμε στο ερώτημα που θέσαμε παραπάνω σχετικά με τα ουσιαστικά θεμέλια της κανονιστικής λογικής. Το έχουν πραγματικά διευθετήσει αυτό τα επιχειρήματα των ψυχολογιστών στοχαστών; Εδώ εμφανίζεται αμέσως ένα αδύνατο σημείο. Το επιχείρημα [45] αποδεικνύει μόνο ένα πράγμα, ότι η ψυχολογία βοηθάστη θεμελίωση της λογικής, όχι ότι έχει το μόνο ή το κύριο μέρος σε αυτήν, όχι ότι παρέχει το ουσιαστικό θεμέλιο της λογικής/με την έννοια που ορίζεται παραπάνω (§16). Παραμένει ανοιχτή η δυνατότητα ότι μια άλλη επιστήμη συνεισφέρει στη θεμελίωση της, ίσως με έναν πολύ πιο σημαντικό τρόπο. Εδώ μπορεί να είναι η θέση για την «καθαρή λογική» που κατά την άποψη του άλλου μέρους, έχει μια ύπαρξη ανεξάρτητη από κάθε ψυχολογία και είναι μια φυσικά περιορισμένη, εσωτερικά κλειστή επιστήμη. Παραχωρούμε πρόθυμα ότι αυτό που οι Καντιανοί και οι Χερμπαρτιανοί έχουν παραγάγει κάτω από αυτή τη ρουμπρίκα δεν συμφωνεί απόλυτα με τον χαρακτήρα που θα του έδινε η προτεινόμενη υπόθεση μας. Γιατί μιλάνε πάντα για κανονιστικούς νόμους της σκέψης και ιδιαίτερα του σχηματισμού εννοιών, άρθρωσης κρίσεων κ.λπ. Αρκετή απόδειξη, θα έλεγε κανένα, ότι το αντικείμενό τους δεν είναι ούτε θεωρητικό ούτε εξ ολοκλήρου μη ψυχολογικό. Αλλά αυτή η αντίρρηση θα έχανε βάρος αν η πιο κοντινή έρευνα επιβεβαίωνε την υπόθεση που μας προτάθηκε παραπάνω στην §13, ότι αυτές οι σχολές ήταν άτυχες στον ορισμό και το χτίσιμο του επιδιωκόμενου επιστημονικού κλάδου, αλλά παρόλα αυτά τον προσέγγισαν στενά, στο βαθμό που διέκριναν μια πληθώρα αλληλένδετων θεωρητικών αληθειών στην παραδοσιακή λογική, που δεν ταίριαζαν στην ψυχολογία, ούτε σε καμία άλλη χωριστή επιστήμη, και έτσι επέτρεψαν σε κάποιο να θεωρήσει την ύπαρξη μιας ιδιόμορφης επικράτειας της αλήθειας. Και αν αυτές ήταν οι αλήθειες με τις οποίες, σε τελευταία ανάλυση, σχετίζεται όλη η λογική ρύθμιση, αλήθειες κυρίως να νοηθούν όταν αμφισβητούνται οι «λογικές αλήθειες», θα μπορούσε κανένα εύκολα να δει σε αυτές τι ήταν ουσιαστικό για το σύνολο της λογικής, και να δώσει το όνομα της «καθαρής λογικής» στη θεωρητική τους ενότητα. Ελπίζω να αποδείξω ότι αυτό περιγράφει την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων. [LI I]

ideal meaning and real act

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

<(b) Questions About the Relationship Between Ideal Meaning and Real Act>

I shall first of all begin with formal logic again. Formal logic, according to what we have said, is most intimately related to noetics. The connection is established by the fact that belonging to the essence 15 of theoretical position-takings, especially of judgments and assumptions, is a “meaning”, which places us in the sphere of concept and proposition, and correlatively of object and state of affairs. In proposition forms, or forms of states of affairs, lie essential conditions of possibility of Evidenz of judgments and assumptions. Such conditions 20 are generally expressed in the formal logical and mathematical laws. Now, here lie tremendous problems,^7 problems of understanding, not mathematical problems. They do not involve the solving of problems within the logico-mathematical sphere, the filling of perceptible gaps in our knowledge that until now have mocked the efforts and sagacity of mathematicians. They lie in another dimension. They become perceptible to us when we inquire into the relationship of the formal mathesis, even ideally perfected, to psychology.

HUSSERL: todo | @ideality

All thinking and knowing is subjective, a mental act that comes and goes, begins and ends. Every mental act has, on the other hand, 30 its meaning, its meaning content, and this must be, as we remarked, ideal and supra-subjective, something that does not come and go, for

^7 Problems of meanings in themselves.


140 NOETICS AS THEORY OF JUSTIFICATION

which beginning and ending, temporal existence in general, are not applicable categories. Someone states the theory of the sum of the angles of a triangle, thinks, judges, and knows it. This thinking and knowing is that person’s mental experience. What the person thinks 142 5 and knows must, however, be a truth. Now, does this mean, however, and this makes good sense, that a truth is what it is whether anyone whosoever thinks, states, knows it? We started with this distinction as something preestablished. It is given to us beforehand. Everyone knows it and makes use of it. In all scientific discourse, propositions 10 and truths are spoken of in this ideal, supratemporal sense. No one believes that the proposition of the sum of the angles of a triangle, or any other truth began with a subjective act of thinking and ends with it. People say that the truth is discovered. People take it as an objectivity in itself that must be found. And, formal logic then simply 15 accepts these objectifications, the true and false propositions, the non-contradictory and consistent concepts, takes them in the sense prevailing in all actual sciences. It investigates the forms of these ideal meanings and the laws to which the truth is subject purely on the basis of form. However, is not a big problem hiding here? A proposition, especially, for example, a truth, is something suprasubjective, supratemporal, ideal, an act of thinking, something subjective, temporal, and psychologically real. How does the ideal come into the real, the suprasubjective into the subjective act? The judgment judges that /S /is /P/, that the sum of the angles to the sum of two 25 right , etc. The what of the judgment is the judgment content. Is that a moment, an isolated feature of the judgment, as green is an isolated feature in the appearance of green leaves? But, with the real whole, its real parts, its real moments also come into being and pass away. If the green leaf passes away, then that moment of coloration has passed away. If the judgment passes away, then everything that constituted the judgment in terms of parts or isolated features has passed away. /The proposition is, however, what it is, whether it is thought or not/.^8 This same truth is acknowledged and seen by many individuals in many judgments. It is one. The acts and individuals are

^8 Proposition in itself.


NOETICS OF THEORY OF JUSTIFICATION

141

many. And, yet, the latter did not grow together, as if they truly had a piece in common.

The objectivity of the validity of science hinges on the ideality of 143 the meanings^9 of these logical units, on their forms and laws of form. 5 Scientific theory is suprasubjective. It is valid. It is known subjectively, but is not the subjective knowledge of scholars or pupils. Its validity with respect to all its theoretically well-grounded results reaches beyond all subjective thinking and all thinking individuals precisely in that it is a body of ideal, legitimately connected meaning units. The ideality of the meaning unit obviously first makes the ideality of all scientific theories possible. But, how is that to be understood then? If the meaning in the authentic sense is in the judgment, in the act of thinking, then it is just a part of it and then something real. It is not that, though. And, on the other hand, what 15 is the fact that the judgment has meaning, believes one proposition or another, sees one truth or another supposed to mean? How are the contrast and relationship between ideal and real objectivities in general conceivable?^10 [ILTK]

ideal meaning and real act el

Created Δευτέρα 02 Δεκεμβρίου 2024

<(b) Ερωτήσεις σχετικά με τη σχέση μεταξύ της ιδεατής σημασίας και του πραγματικού ενεργήματος>

Πρώτα από όλα θα ξεκινήσω πάλι με την τυπική λογική. Η τυπική λογική, σύμφωνα με όσα είπαμε, σχετίζεται στενά με τη νοητική (noetics). Η σύνδεση εδραιώνεται από το γεγονός ότι ανήκει στην ουσία των θεωρητικών θεσιληψιών, ιδίως των κρίσεων και υποθέσεων, μια «σημασία», που μας τοποθετεί στη σφαίρα της έννοιας και της πρότασης, και συσχετικά με αυτή του αντικειμένου και της κατάστασης πραγμάτων. Στις μορφές της πρότασης ή στις μορφές των καταστάσεων πραγμάτων, βρίσκονται ουσιαστικές συνθήκες δυνατότητας Ενάργειας (Evidenz) των κρίσεων και των υποθέσεων. Τέτοιες συνθήκες εκφράζονται γενικά με τυπικούς λογικούς και μαθηματικούς νόμους. Τώρα, εδώ βρίσκονται τεράστια προβλήματα,^7 προβλήματα κατανόησης, όχι μαθηματικά προβλήματα. Δεν εμπλέκουν την επίλυση προβλημάτων εντός της λογικομαθηματικής σφαίρας, την πλήρωση των αντιληπτικών κενών στη γνώση μας, που μέχρι τώρα χλεύαζαν τις προσπάθειες και την οξυδέρκεια των μαθηματικών. Βρίσκονται σε μια άλλη διάσταση. Μας γίνονται αντιληπτά όταν ερευνούμε τη σχέση της τυπικής μάθησης (formal mathesis), έστω και ιδεατά τελειοποιημένης, με την ψυχολογία.

^7 Προβλήματα σημασιών καθεαυτών.

Όλη η σκέψη και η γνώση είναι υποκειμενική, ένα νοητικό ενέργημα που έρχεται και φεύγει, αρχίζει και τελειώνει. Κάθε νοητικό ενέργημα έχει, από την άλλη, 30 τη σημασία του, το σημασιακό του περιεχόμενο, και αυτό πρέπει να είναι, όπως παρατηρήσαμε, ιδεατό και υπερ-υποκειμενικό, κάτι που δεν έρχεται και φεύγει, για [140] το οποίο αρχή και τέλος, η χρονική ύπαρξη γενικά, δεν είναι ισχύουσες κατηγορίες. Κάποιο δηλώνει τη θεωρία του αθροίσματος των γωνιών του τριγώνου, σκέφτεται, κρίνει και το γνωρίζει. Αυτή η σκέψη και η γνώση είναι η νοητική εμπειρία αυτού του προσώπου. Αυτό που σκέφτεται το πρόσωπο και γνωρίζει πρέπει, ωστόσο, να είναι μια αλήθεια. Τώρα, σημαίνει αυτό, ωστόσο, και αυτό είναι πολύ λογικό, ότι μια αλήθεια είναι αυτό που είναι αν οποιοδήποτε κάποιο τη σκέφτεται, τη δηλώνει, τη γνωρίζει; Ξεκινήσαμε με αυτή τη διάκριση ως κάτι προκαθορισμένο. Μας δίνεται εκ των προτέρων. Όλοι τη γνωρίζουν και κάνουν χρήση της. Σε όλο τον επιστημονικό λόγο, οι προτάσεις και οι αλήθειες θεωρούνται με αυτήν την ιδεατή, υπερχρονική σημασία. Κανένα δεν πιστεύει ότι η πρόταση του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, ή οποιαδήποτε άλλη αλήθεια ξεκινάει με ένα υποκειμενικό ενέργημα σκέψης και τελειώνει με αυτό. Οι άνθρωποι λένε ότι η αλήθεια ανακαλύπτεται. Οι άνθρωποι την εκλαμβάνουν ως μια αντικειμενικότητα καθεαυτή που πρέπει να βρεθεί. Και, η τυπική λογική τότε απλά δέχεται αυτές τις αντικειμενοποιήσεις, τις αληθείς και ψευδείς προτάσεις, τις μη αντιφατικές και συνεπείς έννοιες, τις παίρνει με το νόημα που κυριαρχεί σε όλες τις ενεργεία επιστήμες. Διερευνά τις μορφές αυτών των ιδεατών σημασιών και των νόμων στους οποίους υπόκειται η αλήθεια καθαρά στη βάση της μορφής. Ωστόσο, δεν κρύβεται ένα μεγάλο πρόβλημα εδώ; Μια πρόταση, ειδικά, για παράδειγμα, μια αλήθεια, είναι κάτι υπερυποκειμενικό, υπερχρονικό, ιδεατό, ένα ενέργημα σκέψης, κάτι υποκειμενικό, χρονικό και ψυχολογικά πραγματικό. Πώς έρχεται το ιδεατό στο πραγματικό, το υπερυποκειμενικό στο υποκειμενικό ενέργημα; Η κρίση κρίνει ότι Υ είναι Κ, ότι το άθροισμα των γωνιών <είναι ίσο> με το άθροισμα δύο ορθών <γωνιών>, κλπ. Το τι της κρίσης είναι το περιεχόμενο της κρίσης. Είναι αυτό μια στιγμή, ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό της κρίσης, όπως το πράσινο είναι ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό στην εμφάνιση των πράσινων φύλλων; Όμως, με το πραγματικό όλο, τα πραγματικά του μέρη, οι πραγματικές του στιγμές έρχονται επίσης στο είναι και εκπνέουν. Εάν το πράσινο φύλλο εκπνεύσει, τότε αυτή η στιγμή του χρωματισμού έχει εκπνεύσει. Αν εκπνεύσει η κρίση, τότε όλα αυτά που αποτελούσαν την κρίση ως προς τα μέρη ή μεμονωμένα χαρακτηριστικά έχει εκπνεύσει. Η πρόταση είναι, όμως, αυτό που είναι, είτε νοείται είτε όχι.^8 Αυτή η ίδια αλήθεια αναγνωρίζεται και βλέπεται από πολλά άτομα σε πολλές κρίσεις. Είναι μία. Τα ενεργήματα και τα άτομα είναι [141] πολλά. Και, όμως, τα τελευταία δεν μεγάλωσαν μαζί, σαν να είχαν αληθινά ένα κοινό κομμάτι.

^ 8 Πρόταση καθεαυτή.

Η αντικειμενικότητα της εγκυρότητας της επιστήμης εξαρτάται από την ιδεατότητα των εννοιών^9 αυτών των λογικών ενοτήτων, από τις μορφές και τους νόμους της μορφής τους. 5 Η επιστημονική θεωρία είναι υπερυποκειμενική. Είναι έγκυρη. Γίνεται γνωστή υποκειμενικά, αλλά δεν είναι η υποκειμενική γνώση μελετητών ή μαθητών. Η εγκυρότητά της σε σχέση με όλα τα θεωρητικά τεκμηριωμένα αποτελέσματά της φτάνει πέρα ​​από κάθε υποκειμενική σκέψη και όλα τα σκεπτόμενα άτομα ακριβώς στο ότι είναι ένα σώμα ιδεατών, νόμιμα συνδεδεμένων νοηματικών ενοτήτων. Η ιδεατότητα της νοηματικής μονάδας προφανώς κάνει πρώτα δυνατή την ιδεατότητα όλων των επιστημονικών θεωριών. Αλλά, πώς πρέπει τότε να κατανοηθεί αυτό; Εάν η σημασία με την αυθεντική έννοια είναι στην κρίση, στο ενέργημα της σκέψης, τότε είναι απλώς ένα μέρος της και κάτι πραγματικό. Δεν είναι αυτό όμως. Και, από την άλλη, τι είναι το γεγονός ότι η κρίση έχει σημασία, πιστεύει μια πρόταση ή άλλη, βλέπει τη μία ή την άλλη αλήθεια που υποτίθεται ότι σημαίνει; Πώς είναι η αντίθεση και η σχέση μεταξύ ιδεατών και πραγματικών αντικειμενικοτήτων γενικά νοητή;^10 [ILTK]

ideal real

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

What I have been sketching can be, and for the sake of clarity probably should be, related to Husserl' radical division of existence into two realms — the ideal and the real. The real is characterized "essentially" by temporality (p. 123); everything real occurs, so to speak, within time. Real existence comprises, consequently, all mental acts, physical objects, persons, and events; in short, whatever is datable. The ideal, which includes all significations as well as "species" (or universals), consists of non-temporal or timeless entities. Most important for Husserl's interest is the distinction between real mental acts and ideal significations.^6 When I utter, for example, "The three altitudes of a triangle intersect at one point," my act of judging is "a fleeting experience, originating and passing away," i.e., it is a real existent. But what I say, the proposition or /Wahrheit an sich, /"does not originate and pass away," i.e., it is an ideal existent; it is moreover

*^6 For Gilbert Ryle's account of what I say just below, see his "The Theory of Meaning" in /Philosophy and Ordinary Language, /ed. by Charles

  1. Caton (Urbana, 1963), p. 149.*

HUSSERL ON SIGNIFICATION AND OBJECT 87

the signification of my statement (p. 44) or, to say the same thing, the "content" of my act of judging. Ideal existents are called "ideal unities," for they are unities in multiplicities. For instance, the signification of an expression stands to the multiple actual and possible acts of expressing that particular signification (concept or proposition) as the universal redness stands to its multiple instances, i.e., as the One stands to the Many (pp. 100, 106).^7 Husserl claims that the signification of an expression or statement is ideal, no matter whether the expression's object is real or ideal, and no matter what kind of expression is uttered. [JM-REHLI, ATWELL]

ideal real el

Created Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024 Αυτό που σκιαγραφώ μπορεί να είναι, και μάλλον για λόγους σαφήνειας θα έπρεπε να συσχετιστεί με τη ριζική διαίρεση του Husserl της ύπαρξης σε δύο επικράτειες — την ιδεατή και την πραγματική. Το πραγματικό χαρακτηρίζεται «ουσιαστικά» από χρονικότητα (σελ. 123)· οτιδήποτε πραγματικό συμβαίνει, ούτως ειπείν, μέσα στο χρόνο. Η πραγματική ύπαρξη περιλαμβάνει, κατά συνέπεια, όλα τα νοητικά ενεργήματα, τα φυσικά αντικείμενα, τα πρόσωπα και τα συμβάντα· εν ολίγοις, ό,τι είναι χρονολογήσιμο. Το ιδεατό, που περιλαμβάνει όλες τις σημασίες καθώς και «είδη» (ή καθολικά), αποτελείται από μη χρονικές ή άχρονες οντότητες. Πιο σημαντική για το ενδιαφέρον του Husserl είναι η διάκριση μεταξύ πραγματικών νοητικών ενεργημάτων και των ιδεατών σημασιών.^6 Όταν εκφέρω, για παράδειγμα, «Τα τρία ύψη ενός τριγώνου τέμνονται σε ένα σημείο», το κρισιακό ενέργημα μου είναι «μια φευγαλέα εμπειρία, που γεννιέται και εκπνέει», δηλ. είναι ένα πραγματικό υπαρκτό. Αλλά αυτό που λέω, η πρόταση ή Wahrheit an sich (αλήθεια καθεαυτή), «δεν γεννιέται και δεν εκπνέει», δηλ. είναι ένα ιδεατό υπαρκτό· είναι επιπλέον [87] η σημασία της δήλωσής μου (σελ. 44) ή, για να πω το ίδιο πράγμα, το «περιεχόμενο» του κρισιακού μου ενεργήματος. Τα ιδεατά υπαρκτά ονομάζονται «ιδεατές ενότητες», γιατί είναι ενότητες σε πολλαπλότητες. Για παράδειγμα, η σημασία μιας έκφρασης σχετίζεται με τα πολλαπλά ενεργεία και δυνάμει ενεργήματα έκφρασης αυτής της καθέκαστης σημασίας (έννοιας ή πρότασης) όπως η καθολική ερυθρότητα σχετίζεται με τις πολλαπλές της περιπτώσεις, δηλ. όπως το Ένα σχετίζεται με τα Πολλά (σελ. 100, 106).^7 Ο Husserl ισχυρίζεται ότι η σημασία μιας έκφρασης ή μιας δήλωσης είναι ιδεατή, ανεξάρτητα από το εάν το αντικείμενο της έκφρασης είναι πραγματικό ή ιδεατό, και ανεξάρτητα από το είδος της έκφρασης εκφέρεται .

^6 Για την περιγραφή του Gilbert Ryle σχετικά με αυτά που λέω ακριβώς παρακάτω, δείτε το "The Theory of Meaning» στο /Philosophy and Ordinary Language, /επιμ. Charles

  1. Caton (Urbana, 1963), σελ. 149.

[HUSSERL ON SIGNIFICATION AND OBJECT] [JM-REHLI, ATWELL]

ideal unity

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

20 /Section 13. Ideality of the Objectual Relation. Unity of the Object/

All that the object is for our knowledge reduces to certain valid ("correct") judgments which we make concerning it. They contain our entire knowledge of the object. The corresponding judgment contents are objective truths. But not all truths which refer to the object come to knowledge and are thus contents of our actual judgments. If we imagine the closed totality of the true propositions which bear upon the object, it contains within itself all that is valid or not valid of the object. Each property which intrinsically belongs to the object, each relative determination which assigns to it its position in the realm of what there is, finds in that totality its objective imprintation.^16 We can thus say that the objective being of the object displays itself or

^15 Here the brief passage from 1895 breaks off. The following text stems from the year 1898, and has been subsequently added to the original manuscript by Husserl.

^16 In this sense it is obvious that the absolutely complete knowledge of any thing includes the knowledge of the entire world, or that each thing mirrors from its standpoint the entire world.


INTENTIONAL OBJECTS

379

expresses itself in the system of Ideal truths appertaining to it. The object as the identical intention of this manifold of significations is not thereby something external or contingent in relation to it. In that the manifold intentionally refers to it, and expresses what it is or is 5 not, the two are inseparably /one. /This already holds true of each particular valid signification in relation to its object. Signification and object have not perhaps fallen in with each other by accident. Their unity is not the contingent one within the subjective act of knowledge. Rather, they necessarily go together, so that one can in a certain sense 10 hold the object to be nothing "outside" the truth appertaining to it, and the truth nothing "outside" the object appertaining to it. On the other hand one must not conceive of this necessary and Ideal correlation as an /actual /being-in one another; and one must especially resist the temptation to allow the object to dissolve into that objectively closed (although for all actual knowledge inexhaustible) manifold of interrelated truths which refer to this one and the same object, which spell out its essence in the manner indicated above, and so constitute [340] what it is for "the" knowledge of it. It would be an obvious error if one, failing to recognize the nature of this situation, wished to deny the "being in itself" of the object and perhaps to say: There is only the "framework of thought," the "unity of knowledge," wherein the /one /object is thought, the object "itself" being nothing over against the unity of the knowledge. But the error would occur in its crudest form if this were then taken in a wholly subjectivistic manner, and so came out in the end as: There exist only these and those judgments or possibilities of judgment, and the so-called objects about which they judge are mere peculiarities of this judgment context, while in and for themselves they are nothing - thus, utterly nothing, in case the relevant judgments and judgment possibilities do not obtain! Judgments are themselves objects, and even real objects, which can only have existence in judging beings. And possibilities of judgment are real tendencies to judge, thus again determinations of real judging beings. Are these beings themselves only determinations of judgments which they make? Surely it is not necessary to enter into criticism of such absurdities, which can hold no enticements for those who distinguish the subjective from the objective aspects of knowledge. It is easily made clear that in judging (as well as in representations) act, content (= signification) and object are completely different things, of which the first two, act and content, under no circumstances can be identi-


380 PHILOSOPHY OF LOGIC AND MATHEMATICS

cal, and can be (totally or partially) identical with the remaining one only very exceptionally. If we disregard the subjectivistic distortion, then it is no less clear that the object is not in the literal sense something /in /the truths which are valid of it, that object and truth also are distinct entities. One has only to consider the fact that the truth is something Ideal, supra-temporal, whereas the object quite well can be something real.

If every object were a mere determination of the significations which represent it (more specifically: of the truths which are valid of it), then these significations, which indeed are in turn themselves objects, would likewise be only determinations of certain new significations, and so on /in infinitum/. If also, on our view, that which one calls /relation /of the representation to an object (more specifically: of the proposition to a state of affairs, and in a somewhat different sense: of the proposition to the objects about which it makes asser- [341] tions, e.g., the objects for which the subject of the proposition stands) is nothing other than an objective characteristic of the representation as signification, we do not intend to say thereby that the object itself is only a determination of the signification. Rather we intend only to say this: that object and signification stand in a relationship under objective (i.e., here: /Ideal) /law, that they are /Ideally /related to one another, and inseparable from each other. The object would not be if the significations which refer to it, more specifically the /assertion /significations, had no objective validity. As soon as we say that the object /is, /then we have already given expression to one such truth. The "being of the object" and "the truth that it is" are conceptually identical expressions. They signify that the representation concerned (in this case only indirectly indicated) is an object-bearing one or is valid. Existence is only /apparently /a predicate of the subject which presents itself in terms of the grammatical form. What is expressed is, rather, that the predicate /validity /belongs to the subject /representation /of the grammatically existential proposition. In spite of - indeed, rather precisely because of - that, the existential "is" must not be grammatically interchanged with the predicate "is valid." This latter, as a non-modifying predicate, requires the subject normally accompanying it. But the former, as a modifying predicate, requires the anomalous subject. In other words, it requires a subject expression whose signification must precisely be, not, as in the normal case, the subject signification, but rather the object for


INTENTIONAL OBJECTS

381

which the subject signification stands - and, indeed, the object for the unexpressed predicate "obtains" /(gilt)./

The unity of the object is to be characterized as an /Ideal /unity, and in a twofold respect: 1) In the subjective respect. As the identical unity of the sig- nification stands over against the plurality of possible representing subjects and acts, so the same also holds true for the identical unity of the object. In relation to the subject, just as is the signification, so the object also is an "in itself." To this, even the lived experiences of the subject constitute no exception. Each "subjective" experience is also something objective. It is "in itself," over against the manifold actual and possible acts of judgment which cognitively refer to that experience. Each object (specifically here, each subjective event) is an intentional pole of unity for an unlimited manifold of possible [342] acts. That unity is something Ideal, even if perhaps the object is itself real.

2) From the objective /(objektiver) /point of view, the object is an Ideal unity with regard to the infinity of "objective" representations or significations which represent it: specifically, with regard to the infinity of truths which are valid of it. The unity from the subjective point of view is co-determined by this unity from the objective point of view. The manifold of the acts of representation is co-determined by the manifold of significations. The former is not exclusively determined by the latter, insofar as to each particular signification (e.g., "the" representation "Socrates") an unlimited number of acts of representation correspond. But the unlimited number of /truths /points to the unlimited number of /intuitive /contexts in which the object can be positioned or of the intuitive representations in which it can be represented for itself in terms of its various parts and aspects or in relation and conjunction with other objects. [EWPLM]

ideal unity el

Created Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024 Ενότητα 13. Ιδεατότητα της Αντικειμενικής Σχέσης. Ενότητα του Αντικειμένου

Ό,τι γνωρίζουμε για το αντικείμενο ανάγεται σε συγκεκριμένες έγκυρες («ορθές») κρίσεις που κάνουμε σχετικά με αυτό. Περιέχουν την πλήρη γνώση μας του αντικειμένου. Τα αντίστοιχα περιεχόμενα της κρίσης είναι οι αντικειμενικές αλήθειες. Όμως δεν έρχονται όλες οι αλήθειες που αναφέρονται στο αντικείμενο στη γνώση, και επομένως αποτελούν περιεχόμενο των ενεργεία κρίσεων μας. Εάν φανταστούμε την κλειστή ολότητα των αληθινών προτάσεων που ισχύουν για το αντικείμενο, περιέχει μέσα της όλα όσα είναι έγκυρα ή μη έγκυρα για το αντικείμενο. Κάθε ιδιότητα που ανήκει εγγενώς στο αντικείμενο, κάθε σχετικός προσδιορισμός που του αποδίδει τη θέση του στην επικράτεια αυτού που υπάρχει, βρίσκει σε αυτή την ολότητα το αντικειμενικό του αποτύπωμα.^16 Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το αντικειμενικό είναι του αντικειμένου εμφανίζει τον εαυτό του ή [379] εκφράζει τον εαυτό του στο σύστημα των Ιδεατών αληθειών που του ανήκουν. Το αντικείμενο ως η ταυτή απόβλεψη αυτής της πολλαπλότητας σημασιών δεν είναι επομένως κάτι εξωτερικό ή ενδεχόμενο σε σχέση με αυτή. Σε αυτό που η πολλαπλότητα αναφέρεται αποβλεπτικά, και εκφράζει αυτό που είναι ή δεν είναι, τα δύο είναι αχώριστα ένα. Αυτό ισχύει ήδη για την κάθε καθέκαστη έγκυρη σημασία σε σχέση με το αντικείμενό της. Η σημασία και το αντικείμενο ίσως δεν έχουν βρεθεί μεταξύ τους τυχαία. Η ενότητα τους δεν είναι η ενδεχόμενη ενότητα μέσα στο υποκειμενικό ενέργημα της γνώσης. Μάλλον, πάνε αναγκαία μαζί, ώστε να μπορεί κανένα με μια ορισμένη έννοια να ισχυριστεί ότι το αντικείμενο δεν είναι τίποτα «εκτός» της αλήθειας που το αφορά, και η αλήθεια τίποτα «έξω» από το αντικείμενο που της ανήκει. Από την άλλη πλευρά, αυτή η αναγκαία και Ιδεατή συστοιχία δεν πρέπει να νοηθεί από κανένα ως ένα ενεργεία είναι το ένα μέσα στο άλλο· και πρέπει να αντισταθεί κανείς ιδιαίτερα στον πειρασμό να επιτρέψει στο αντικείμενο να διαλυθεί σε αυτή την αντικειμενικά κλειστή (αν και για όλη την ενεργεία γνώση ανεξάντλητη) πολλαπλότητα των αλληλοσυσχετισμένων αληθειών που αναφέρονται σε αυτό το ένα και το αυτό αντικείμενο, που διατυπώνουν την ουσία του με τον τρόπο που υποδεικνύεται παραπάνω, και έτσι συνιστούν [340] το τι είναι για «τη» γνώση του. Θα ήταν ένα προφανές λάθος αν κάποιο, παραλείποντας να αναγνωρίσει τη φύση αυτής της κατάστασης, ήθελε να αρνηθεί το «είναι καθεαυτό» του αντικειμένου και ίσως να πει: Υπάρχει μόνο το «πλαίσιο σκέψης», η «ενότητα της γνώσης», όπου το ένα αντικείμενο νοείται, το αντικείμενο το «ίδιο» όντας τίποτα πάνω έναντι της ενότητας της γνώσης. Αλλά το λάθος θα συνέβαινε στην πιο χονδροειδή του μορφή εάν αυτό στη συνέχεια εκλαμβανόταν με έναν εντελώς υποκειμενιστικό τρόπο, και διατυπωνόταν στο τέλος ως: Υπάρχουν μόνο αυτές και εκείνες οι κρίσεις ή δυνατότητες κρίσης, και τα λεγόμενα αντικείμενα για τα οποία κρίνουν είναι απλές ιδιαιτερότητες αυτού του πλαισίου κρίσης, ενώ καθεαυτά και διεαυτά δεν είναι τίποτα -- επομένως, απολύτως τίποτα, στην περίπτωση που οι συναφείς κρίσεις και δυνατότητες κρίσης δεν ισχύουν! Οι κρίσεις είναι οι ίδιες αντικείμενα, ακόμη και πραγματικά αντικείμενα, που μπορούν να έχουν ύπαρξη μόνο σε κρίνοντα όντα Και οι δυνατότητες κρίσης είναι πραγματικές τάσεις κρίσης, άρα και πάλι προσδιορισμοί πραγματικών κρίνοντων όντων. Είναι αυτά τα ίδια τα όντα μόνο προσδιορισμοί κρίσεων που αυτά κάνουν; Σίγουρα δεν είναι αναγκαίο να εισέλθουμε στην κριτική τέτοιων παραλογισμών, που δεν μπορούν να δελεάσουν αυτά που διακρίνουν τις υποκειμενικές από τις αντικειμενικές πτυχές της γνώσης. Γίνεται εύκολα σαφές ότι κατά το κρισιακό (όπως και στις αναπαραστάσεις) ενέργημα, περιεχόμενο (= σημασία) και αντικείμενο είναι τελείως διαφορετικά πράγματα, εκ των οποίων τα δύο πρώτα, ενέργημα και περιεχόμενο, σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να είναι [380] ταυτά, και μπορεί να είναι (ολικά ή μερικά) ταυτά με το τρίτο μόνο σε εξαιρετικά σπάνιες περιπτώσεις. Αν αγνοήσουμε την υποκειμενιστική διαστρέβλωση, τότε δεν είναι λιγότερο σαφές ότι το αντικείμενο δεν είναι με την κυριολεκτική σημασία κάτι στις αλήθειες που είναι έγκυρες για αυτό, ότι το αντικείμενο και η αλήθεια είναι επίσης διακριτές οντότητες. Κάποιο πρέπει μόνο να λάβει υπόψη το γεγονός ότι η αλήθεια είναι κάτι Ιδεατό, υπερχρονικό, ενώ το αντικείμενο μπορεί αρκετά καλά να είναι κάτι πραγματικό.

^15 Εδώ διακόπτεται το σύντομο απόσπασμα από το 1895. Το παρακάτω κείμενο προέρχεται από το έτος 1898, και στη συνέχεια προστέθηκε στο πρωτότυπο χειρόγραφο από τον Husserl.

^16 Με αυτή την έννοια είναι προφανές ότι η απολύτως πλήρης γνώση οποιουδήποτε πράγματος περιλαμβάνει τη γνώση ολόκληρου του κόσμου, ή ότι το κάθε πράγμα καθρεφτίζει από τη σκοπιά του ολόκληρο τον κόσμο.


Αν κάθε αντικείμενο ήταν ένας απλός προσδιορισμός των σημασιών που το αναπαριστάνουν (ειδικότερα: των αληθειών που είναι έγκυρες για αυτό), τότε αυτές οι σημασίες, οι οποίες όντως είναι με τη σειρά τους οι ίδιες αντικείμενα, θα ήταν ομοίως μόνο προσδιορισμοί ορισμένων νέων σημασιών, και ούτω καθεξής in infinitum (επ' άπειρον). Εάν επίσης, κατά την άποψή μας, αυτό που ονομάζουμε σχέση της αναπαράστασης με ένα αντικείμενο (ειδικότερα: της πρότασης σε μια κατάσταση πραγμάτων, και με μια κάπως διαφορετική σημασία: της πρότασης προς τα αντικείμενα για τα οποία κάνει [341] δηλώσεις, π.χ., τα αντικείμενα για τα οποία το υποκείμενο της πρότασης στέκεται) δεν είναι τίποτα άλλο από ένα αντικειμενικό χαρακτηριστικό της αναπαράσταση ως σημασία, δεν σκοπεύουμε να πούμε με αυτό ότι το ίδιο το αντικείμενο είναι μόνο ένας προσδιορισμός της σημασίας. Μάλλον σκοπεύουμε μόνο να πούμε αυτό: ότι το αντικείμενο και η σημασία βρίσκονται σε μια σχέση υπό αντικειμενικό (δηλαδή, εδώ: Ιδεατό) νόμο, ότι σχετίζονται Ιδεατά μεταξύ τους, και αδιαχώριστα μεταξύ τους. Το αντικείμενο δεν θα ήταν αν οι σημασίες που αναφέρονται σε αυτό, ειδικότερα οι βεβαιωτικές σημασίες (assertion significations), δεν είχαν αντικειμενική εγκυρότητα. Μόλις λέμε ότι το αντικείμενο είναι, τότε έχουμε ήδη δώσει έκφραση σε μια τέτοια αλήθεια. Το «είναι του αντικειμένου» και «η αλήθεια ότι είναι» είναι εννοιολογικά ταυτόσημες εκφράσεις. Δηλώνουν ότι η αναφερόμενη αναπαράσταση (στην περίπτωση αυτή υποδεικνύεται μόνο έμμεσα) είναι μια φέρουσα αντικείμενο αναπαράσταση ή είναι έγκυρη. Η ύπαρξη είναι μόνο φαινομενικά ένα κατηγόρημα του υποκειμένου που παρουσιάζεται ως προς τη γραμματική μορφή. Αυτό που εκφράζεται είναι, μάλλον, ότι η εγκυρότητα του κατηγορήματος ανήκει στην αναπαράσταση του υποκειμένου της γραμματικά υπαρξιακής πρότασης. Παρά - πράγματι, μάλλον ακριβώς εξαιτίας - αυτό, το υπαρξιακό «είναι» δεν πρέπει να ανταλλάσσεται γραμματικά με το κατηγόρημα «είναι έγκυρο.» Αυτό το τελευταίο, ως μη τροποποιητικό κατηγόρημα, απαιτεί το υποκείμενο που το συνοδεύει κανονικά. Αλλά το πρώτο, ως τροποποιητικό κατηγόρημα, απαιτεί το ανώμαλο υποκείμενο. Με άλλα λόγια, απαιτεί μια έκφραση υποκειμένου (subject expression) της οποίας η σημασία πρέπει να είναι ακριβώς, όχι, όπως στην κανονική περίπτωση, η σημασία του υποκειμένου (subject signification), αλλά μάλλον το αντικείμενο [381] που αντιπροσωπεύει η υποκειμενική σημασία (subject signification) -- και, πράγματι, το αντικείμενο για το ανέκφραστο κατηγόρημα «ισχύει» (gilt).

Η ενότητα του αντικειμένου πρέπει να χαρακτηριστεί ως μια Ιδεατή ενότητα, και με διπλή σημασία: 1) Με την υποκειμενική σημασία. Όπως η ταυτή ενότητα της σημασίας αντιτίθεται στην πληθώρα των δυνατών αναπαραστούντων υποκειμένων και ενεργημάτων, το ίδιο ισχύει και για την ταυτή ενότητα του αντικειμένου. Σε σχέση με το υποκείμενο, όπως και η σημασία, το αντικείμενο είναι επίσης ένα «καθεαυτό». Σε αυτό, ακόμη και οι βιωμένες εμπειρίες του υποκειμένου δεν αποτελούν εξαίρεση. Κάθε «υποκειμενική» εμπειρία είναι επίσης κάτι αντικειμενικό. Είναι «καθεαυτή», απέναντι στα πολλαπλά ενεργεία και δυνάμει ενεργήματα κρίσης που αναφέρονται γνωστικά σε αυτή την εμπειρία. Κάθε αντικείμενο (ειδικά εδώ, κάθε υποκειμενικό συμβάν) είναι ένας αποβλεπικός πόλος ενότητας για μια απεριόριστη πολλαπλότητα δυνατών [342] ενεργημάτων. Αυτή η ενότητα είναι κάτι Ιδεατό, ακόμα κι αν το αντικείμενο είναι ίσως πραγματικό.

2) Από την αντικειμενική (objektiver) άποψη, το αντικείμενο είναι μια Ιδεατή ενότητα ως προς το άπειρο των «αντικειμενικών» αναπαραστάσεων ή σημασιών που το αναπαριστάνουν: ειδικότερα, όσον αφορά τις άπειρες αλήθειες που είναι έγκυρες για αυτό. Η ενότητα από την υποκειμενική άποψη συν-καθορίζεται από αυτή την ενότητα από την αντικειμενική άποψη. Η πολλαπλότητα των ενεργημάτων αναπαράστασης συν-καθορίζεται από την πολλαπλότητα των σημασιών. Η πρώτη δεν καθορίζεται αποκλειστικά από την τελευταία, στο μέτρο που για κάθε καθέκαστη σημασία (π.χ. «η» αναπαράσταση «Σωκράτης») αντιστοιχεί ένας απεριόριστος αριθμός ενεργημάτων αναπαράστασης . Αλλά ο απεριόριστος αριθμός των αληθειών δείχνει τον απεριόριστο αριθμό των εποπτικών πλαισίων στα οποία το αντικείμενο μπορεί να τοποθετηθεί, ή των εποπτικών αναπαραστάσεων στις οποίες μπορεί να αναπαρασταθεί για τον εαυτό του ως προς τα διάφορα μέρη του και τις πτυχές του ή σε σχέση και σε συνδυασμό με άλλα αντικείμενα. [EWPLM]

ideal vs real truth

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

The fundamental mistake of psychologism is that it does not distinguish correctly between the /object /of knowledge and the /act /of knowing. Whereas the act is a psychical process that elapses in time and that has a beginning and an end, this does not hold true for the logical principles or mathematical truths that are known (Hua 24/141). When one speaks of a law of logic or refers to mathematical truths, to theories, principles, sentences, and proofs, one does not refer to a subjective experience with a temporal duration, but to something atemporal, objective, and eternally valid. Although the principles of logic are grasped and known by consciousness, we remain conscious of something /ideal /that is irreducible to and utterly different from the /real /psychical acts of knowing.

HUSSERL: Zahavi | ideal vs. real | truth

This distinction between the ideal and real is so fundamental and urgent to Husserl, that in his criticism of psychologism he occasionally approaches a kind of (logical) Platonism: The validity of the ideal principles are independent of anything actually existing.^2

No truth is a fact, i.e. something determined as to time. A truth can indeed have as its meaning that something is, that a state exists, that a change is going on etc. The truth itself is, however, raised above time: i.e. it makes no sense to attribute temporal being to it, nor to say that it arises or perishes (Hua 18/87 [109-110]).

The truth that 2 + 3 = 5 stands all by itself as a pure truth whether there is a world, and this world with these actual things, or not (Hua 9/23).

In the First Investigation, which carries the title 'Ausdruck und Bedeutung,' Husserl continues his argument for a distinction between the temporal act of knowing and the atemporal nature of ideality, but this time in a meaning-theoretical context. As Husserl points out, when we speak of 'meaning' we can refer to that which we mean, for instance 'that Copenhagen is the capital of Denmark,' but we can also refer to the very act or process of meaning something, and these two uses must be resolutely kept


10 /The Early Husserl/

apart. After all, it is possible for different people to entertain the same meaning, to mean the same again and again, although the concrete process of meaning is new in each case. Regardless of how frequently one repeats the theorem of Pythagoras, regardless of whom it is that thinks it, or where and when it happens, it will remain identically the same, although the concrete act of meaning will change in each case (Hua 19/49, 97-98).

Obviously, Husserl is not denying that the meaning of an assertion can be context-dependent, and that the meaning of the assertion might therefore change if the circumstances are different. His point is merely that a formal variation in place, time, and person does not lead to a change in meaning. The truth value of the claim 'In January 2000, the Danish prime minister was a man' will remain the same regardless of whether it is being asserted today or tomorrow, by me or by a friend, in Copenhagen or in Tokyo. (Exceptions to this are occasional or indexical expressions like Ί,' 'here,' and 'now' [Hua 19/85-91].) [DZ-HP: 9-10]

ideal vs real truth el

Created Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024

Το θεμελιώδες λάθος του ψυχολογισμού είναι ότι δεν διακρίνει σωστά μεταξύ του αντικειμένου της γνώσης και του ενεργήματος της γνώσης. Ενώ το ενέργημα είναι μια ψυχική διαδικασία που περνά στο χρόνο και που έχει μια αρχή και ένα τέλος, αυτό δεν ισχύει για τις λογικές αρχές ή τις μαθηματικές αλήθειες που γίνονται γνωστές (Hua 24/141). Όταν μιλάμε για ένα νόμο της λογικής ή αναφερόμαστε σε μαθηματικές αλήθειες, σε θεωρίες, αρχές, προτάσεις και αποδείξεις, δεν αναφερόμαστε σε μια υποκειμενική εμπειρία με χρονική διάρκεια, αλλά σε κάτι άχρονο, αντικειμενικό και αιώνια έγκυρο. Αν και οι αρχές της λογικής συλλαμβάνονται και γίνονται γνωστές από τη συνείδηση, παραμένουμε συνειδητοί για κάτι ιδεατό που είναι μη αναγώγιμο και εντελώς διαφορετικό από τα πραγματικά ψυχικά ενεργήματα γνώσης.

Αυτή η διάκριση μεταξύ του ιδεατού και του πραγματικού είναι τόσο θεμελιώδης και επείγουσα για τον Husserl, που στην κριτική του του ψυχολογισμού προσεγγίζει περιστασιακά ένα είδος (λογικού) πλατωνισμού: Η εγκυρότητα των ιδεατών αρχών είναι ανεξάρτητη από οτιδήποτε υπάρχει ενεργεία.^2

Καμία αλήθεια δεν είναι ένα γεγονός, δηλ. κάτι καθορισμένο ως προς τον χρόνο. Μια αλήθεια μπορεί έχει πράγματι ως σημασία της ότι κάτι είναι, ότι υπάρχει μια κατάσταση, ότι συμβαίνει μια αλλαγή κλπ. Η ίδια η αλήθεια, ωστόσο, τίθεται υπεράνω του χρόνου: δηλ. δεν έχει νόημα να αποδοθεί χρονική ύπαρξη σε αυτή, ούτε να πούμε ότι προκύπτει ή χάνεται (Hua 18/87 [109-110]).

Η αλήθεια ότι 2 + 3 = 5 στέκεται από μόνη της ως μια καθαρή αλήθεια είτε υπάρχει ένας κόσμος, και αυτός ο κόσμος με αυτά τα ενεργεία πράγματα, ή όχι (Hua 23/9).

Στην Πρώτη Έρευνα, η οποία φέρει τον τίτλο "Ausdruck und Bedeutung"" («Έκφραση και Σημασία»), ο Husserl συνεχίζει το επιχείρημά του για μια διάκριση μεταξύ του χρονικού ενεργήματος της γνώσης και της άχρονης φύσης της ιδεατότητας, αλλά αυτή τη φορά σε νοηματο-θεωρητικό πλαίσιο. Όπως επισημαίνει ο Husserl, όταν μιλάμε για «σημασία» μπορούμε να αναφερθούμε σε αυτό που εννοούμε, για παράδειγμα «ότι η Κοπεγχάγη είναι η πρωτεύουσα της Δανίας», αλλά μπορούμε να αναφερθούμε επίσης στο ίδιο το ενέργημα ή τη διαδικασία εννόησης τινός, και αυτές οι δύο χρήσεις πρέπει να κρατηθούν αποφασιστικά [10] χώρια. Άλλωστε, είναι δυνατό για διαφορετικούς ανθρώπους να φέρουν την ίδια σημασία, να εννοήσουν το ίδιο ξανά και ξανά, αν και η συγκεκριμένη διαδικασία της σημασίας είναι νέα σε κάθε περίπτωση. Ανεξάρτητα από το πόσο συχνά επαναλαμβάνουμε το θεώρημα του Πυθαγόρα, ανεξάρτητα από το ποιο είναι που το σκέφτεται, ή που και πότε συμβαίνει, θα παραμείνει ταυτόσημα το ίδιο, αν και το συγκεκριμένο σημασιακό ενέργημα θα αλλάξει σε κάθε περίπτωση (Hua 19/49, 97-98).

Προφανώς, ο Husserl δεν αρνείται ότι η σημασία μιας βεβαίωσης μπορεί να εξαρτάται από το πλαίσιο, και ότι η σημασία της βεβαίωσης μπορεί άρα να αλλάξει εάν οι συνθήκες είναι διαφορετικές. Η άποψή του είναι απλώς ότι μια τυπική παραλλαγή του τόπου, του χρόνου και του προσώπου δεν οδηγεί σε μια αλλαγή στη σημασία. Η τιμή αληθείας του ισχυρισμού «Τον Ιανουάριο του 2000, ο Δανός πρωθυπουργός ήταν άντρας» θα παραμείνει η ίδια ανεξάρτητα από το αν βεβαιώνεται σήμερα ή αύριο, είτε από εμένα είτε από μια φίλη, στην Κοπεγχάγη ή στο Τόκιο. (Εξαιρέσεις σε αυτό είναι περιστασιακές ή δεικτικές εκφράσεις όπως «Εγώ,» «εδώ» και «τώρα» [Hua 19/85-91].) [DZ-HP: 9-10]

logic ideal

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

<§12. Logic as Science of Ideal Propositions and Proposition Forms>

From these considerations, we see that different theoretical sciences participate in the reality of science.

  1. /Psychology/, insofar as the actual practicing of science is realized

in individuals with minds and in certain of their acts and states of mind like presentations, judgments, etc. We add a second thing here, though it has not figured in our observations up until now.

  1. Insofar as the individuals members of a social community

and especially also, in practicing science, exercise socially connected activity, insofar, then, as science can also be viewed as a social and cultural phenomenon, it is also a part of sociology and the science of civilization, whether in the general science of forms of civilization, or in historical science, in history of civilization does not matter to us here. It does not even lie in our path. It is just mentioned for the sake of completeness.

  1. Scientific thinking is performed linguistically. Scientific

statements belong to one language or another and as such are objects of linguistics.

  1. As regards its /essential makeup/, as regards its theoretical

makeup,^2 science is, as we have recognized, a system of ideal mean-41 ings that unite into a meaning unit. So it is, at least for every theoretical discipline complete in itself in the strict sense. The theory of gravity, the system of analytic mechanics, the mechanical theory of heat, the theory of metric or projective geometry are all systematic units, not of mental experiences of one person or another, or of states of mind, but units that are entirely composed of ideal stuff, of what we called meanings. And, in this lies truth and falsehood, lies what science makes into an objective, supra-individual unit of validity logically grasping and dealing with a sphere of objectivity.

^2 Better: Science with regard to its content in “objective theories”* that dispense with the relationship to the subjectivity of the researcher. That science includes such things belongs to its essence. It includes, however, other statements as well.

*That would have to be elaborated upon: Every science has a domain for which it seeks truth, for which it seeks universality of truth, the theory of domains.


PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

41

Now, meanings like concept, proposition, proposition complex exist as objects of a possible science. /There must, though, be a science that investigates the essentially different forms or types of meanings, the different modes in accordance with which higher, more/ /complicated forms are built out of elementary forms and that further investigates which laws of validity are essentially grounded in these forms/. All meanings then come under this science, no matter which science they may occur in. But, it does not investigate those specific to the individual sciences and what results from their specificity in terms of validity or non-validity, but rather /meanings independently of their individual scientific specialization/, meaning precisely in universality and according to the specifically different types or forms that are grounded in the most universal essence of meaning and, further, of validity in general.

What kind of science is this? Is it just concerned with meanings, or must we pull in here still other series of concepts as essentially legitimately connected with meanings? To begin with, it is clear that this science coincides with the one that opened up to us when starting with substantiation. For once we recognized that substantiation, if not entirely, yet to an extraordinarily great degree, is nothing specifically dependent on the content of the different meanings, on what distinguishes the different sciences, but rather belongs to the pure form of the propositions and their combinations, then the task becomes /to differentiate systematically all possible forms of propositions and /42 /then to investigate systematically the laws of validity, primitive and derived, belonging to these forms/.^3

All meaning forms are then included in the proposition forms, because every meaning is either a proposition or possible part of a proposition. Obviously, proposition and proposition forms are actually to be taken here in the ideal sense of meanings and meaning forms. It is not a matter of acts of substantiating, but rather of substantiation as inference, inference in an ideal sense, as systems of ideal propositions. And, substantiation laws are primarily laws to which such inferences are subject as regards their ideal form. It is only in normative use that they become rules for actually substantiating psychologically.

^3 With this, though, is given the restriction to deductive and formal substantiation! That would have to be dealt with more precisely!


42

PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

When, in the ordinary discourse usual in the different sciences, we speak of one way of inferring or another, of one proof or another, for example, the Euclidean proof of the theorem of the sum of angles of a triangle, we are naturally not referring to mental experiences, but to /the /proof, which is the same over against the infinite variety of people teaching and reproducing the proof. And when, for this reason, we speak of inference forms or proof forms, of theory forms, we are again referring to forms of ideal meaning units and validity units, not forms or details of mental experiences. It is, therefore, clear that as soon as we limited the theory of the art of logic and took a look at that core content of /theoretical /propositions that had to belong to a theoretical discipline, we found ourselves within the /discipline of logico-ideal propositions and proposition forms /just now considered. We found ourselves within the /discipline of the ideal /meaning that belongs to all statements, and especially to all scientific statements, scientific expositions and texts, and makes up what is /specific to science/, its claimed or actual truth content. [ILTK]

logic ideal el

Created Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024

<§12. Η λογική ως επιστήμη των ιδεατών προτάσεων και των μορφών προτάσεων>

Από αυτές τις σκέψεις, βλέπουμε ότι διάφορες θεωρητικές επιστήμες συμμετέχουν στην πραγματικότητα της επιστήμης.

1/. Η ψυχολογία, στο βαθμό που η ενεργεία άσκηση της επιστήμης πραγματοποιείται σε άτομα με νου και σε ορισμένα από τα ενεργήματα και τις καταστάσεις του νου όπως παρουσιάσεις, κρίσεις κ.λπ. Προσθέτουμε ένα δεύτερο πράγμα εδώ, αν και δεν έχει εμφανιστεί στις παρατηρήσεις μας μέχρι τώρα.

2/. Στο βαθμό που τα άτομα <είναι> μέλη μιας κοινωνικής κοινότητας και ειδικά επίσης, κατά την άσκηση της επιστήμης, ασκούν κοινωνικά συνδεδεμένη δραστηριότητα, στο μέτρο, λοιπόν, που η επιστήμη μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ένα κοινωνικό και πολιτιστικό φαινόμενο, είναι επίσης μέρος της κοινωνιολογίας και της επιστήμης του πολιτισμού, είτε στη γενική επιστήμη των μορφών πολιτισμού, ή στην ιστορική επιστήμη, στην ιστορία του πολιτισμού δεν έχει σημασία για εμάς εδώ. Δεν βρίσκεται καν στο δρόμο μας. Απλώς αναφέρεται για λόγους πληρότητας.

3. Η επιστημονική σκέψη εκτελείται γλωσσικά. ΟΙ επιστημονικές δηλώσεις ανήκουν στη μία ή την άλλη γλώσσα και ως τέτοιες είναι αντικείμενα της γλωσσολογίας.

4. Ως προς την ουσιώδη της σύνθεση, ως προς τη θεωρητική της σύνθεση,^2 η επιστήμη είναι, όπως έχουμε αναγνωρίσει, ένα σύστημα ιδεατών σημασιών [41] που ενώνονται σε μια σημασιακή ενότητα. Έτσι είναι, τουλάχιστον για κάθε θεωρητικό επιστημονικό κλάδο πλήρη με τη στενή έννοια καθεαυτό. Η θεωρία της βαρύτητας, το σύστημα της αναλυτικής μηχανικής, η μηχανική θεωρία της θερμότητας, η θεωρία της μετρικής ή της προβολικής γεωμετρίας είναι όλες συστηματικές ενότητες, όχι νοητικών εμπειριών του ενός ή του άλλου προσώπου ή καταστάσεων του νου, αλλά ενότητες που αποτελούνται εξ ολοκλήρου από ιδεατό υλικό, από αυτό που καλέσαμε σημασίες. Και, σε αυτό βρίσκεται η αλήθεια και το ψέυδος, βρίσκεται αυτό που η επιστήμη μετατρέπει σε μια αντικειμενική, υπερατομική ενότητα εγκυρότητας, λογικά συλλαμβάνοντας και αντιμετωπίζοντας μια σφαίρα αντικειμενικότητας.

^2 Καλύτερα: Η επιστήμη όσον αφορά το περιεχόμενό της σε «αντικειμενικές θεωρίες»^* που απαλλάσσονται από τη σχέση με την υποκειμενικότητα του ερευνητή. Το ότι η επιστήμη περιλαμβάνει τέτοια πράγματα ανήκει στην ουσία της. Περιλαμβάνει, ωστόσο, και άλλες δηλώσεις.

^* Αυτό θα πρέπει να διευκρινιστεί: Κάθε επιστήμη έχει μια περιοχή για την οποία αναζητά την αλήθεια, για την οποία αναζητά την καθολικότητα της αλήθειας, τη θεωρία των περιοχών.


[41] Τώρα, σημασίες όπως έννοια, πρόταση, σύμπλεγμα πρότασης υπάρχουν ως αντικείμενα μιας δυνατής επιστήμης. Πρέπει, όμως, να υπάρχει μια επιστήμη που διερευνά τις ουσιαστικά διαφορετικές μορφές ή τύπους σημασιών, τους διαφορετικούς τρόπους σύμφωνα με τους οποίους υψηλότερες, περισσότερο //περίπλοκες μορφές χτίζονται από στοιχειώδεις μορφές, και που διερευνά// περαιτέρω ποιοι νόμοι εγκυρότητας θεμελιώνονται ουσιαστικά σε αυτές τις μορφές. Όλες οι σημασίες υπάγονται σε αυτήν την επιστήμη, ανεξάρτητα από το σε ποια επιστήμη μπορεί να εμφανιστούν. Αλλά, δεν ερευνά τις ειδικές σημασίες στις επιμέρους επιστήμες και αυτό που προκύπτει από την ειδικότητα τους με όρους εγκυρότητας ή μη εγκυρότητας, αλλά μάλλον σημασίες ανεξάρτητα της ατομικής τους επιστημονικής εξειδίκευσης, σημασία ακριβώς σε καθολικότητα και σύμφωνα με τους ειδικά διαφορετικούς τύπους ή μορφές που θεμελιώνονται στην πιο καθολική ουσία της σημασίας και, περαιτέρω, της εγκυρότητας γενικά.

Τι είδους επιστήμη είναι αυτή; Ασχολείται απλώς με σημασίες, ή πρέπει να συμπεριλάβουμε εδώ και άλλες σειρές εννοιών ως ουσιωδώς νόμιμα συνδεδεμένες με σημασίες; Αρχικά, είναι σαφές ότι αυτή η επιστήμη συμπίπτει με αυτή που μας άνοιξε όταν ξεκινήσαμε την τεκμηρίωση. Γιατί εφόσον αναγνωρίσαμε αυτή την τεκμηρίωση, αν όχι εντελώς, αλλά σε ένα εξαιρετικά μεγάλο βαθμό, δεν είναι κάτι που εξαρτάται ειδικά από το περιεχόμενο των διαφορετικών σημασιών, από το αυτό που διακρίνει τις διαφορετικές επιστήμες, αλλά μάλλον ανήκει στην καθαρή μορφή των προτάσεων και των συνδυασμών τους, τότε το καθήκον γίνεται να διαφοροποιήσουμε συστηματικά όλες τις δυνατές μορφές προτάσεων και [42] μετά να διερευνήσουμε συστηματικά τους νόμους της εγκυρότητας, πρωταρχικούς και παράγωγους, που ανήκουν σε αυτές τις μορφές.^3

Όλες οι μορφές σημασίας περιλαμβάνονται τότε στις προτασιακές μορφές, επειδή κάθε σημασία είναι είτε μια πρόταση είτε δυνατό μέρος μιας πρότασης. Προφανώς, η πρόταση και προτασιακές μορφές που πρέπει να ληφθούν εδώ με το ιδεατό νόημα των σημασιών και των μορφών σημασίας. Δεν είναι θέμα ενεργημάτων τεκμηρίωσης (acts of substantiating), αλλά μάλλον τεκμηρίωσης ως συμπερασμό (substantiation as inference), συμπερασμό με ιδεατή σημασία, ως συστήματα ιδεατών προτάσεων. Και, οι νόμοι τεκμηρίωσης είναι κυρίως νόμοι στους οποίους υπόκεινται τέτοιοι συμπερασμοί ως προς την ιδεατή τους μορφή. Είναι μόνο στην κανονιστική χρήση που γίνονται κανόνες ενεργεία ψυχολογικής τεκμηρίωσης.

^3 Με αυτό, όμως, δίνεται ο περιορισμός στην απαγωγική και τυπική τεκμηρίωση! Αυτό θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια!


[42] Όταν, στον συνηθισμένο λόγο που συνηθίζεται στις διάφορες επιστήμες, μιλάμε για τον έναν ή τον άλλο τρόπο συμπερασμού, για τη μία ή την άλλη απόδειξη, για παράδειγμα, στην Ευκλείδεια απόδειξη του θεωρήματος του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, φυσικά δεν αναφερόμαστε σε νοητικές εμπειρίες, αλλά στην απόδειξη, που είναι η ίδια έναντι της άπειρης ποικιλίας ανθρώπων που διδάσκουν και αναπαράγουν την απόδειξη. Και όταν, για αυτό το λόγο, μιλάμε για μορφές συμπερασμού ή αποδεικτικές μορφές, για μορφές θεωρίας, αναφερόμαστε και πάλι σε μορφές ιδεατών νοηματικών ενοτήτων και ενοτήτων εγκυρότητας, και όχι σε μορφές ή λεπτομέρειες νοητικών εμπειριών. Είναι, λοιπόν, σαφές ότι μόλις περιορίσαμε τη θεωρία της τέχνης της λογικής και ρίξαμε μια ματιά σε εκείνο το βασικό περιεχόμενο των θεωρητικών προτάσεων που θα έπρεπε να ανήκουν ένα θεωρητικό επιστημονικό κλάδο, βρεθήκαμε μέσα στον επιστημονικό κλάδο των λογικο-ιδεατών προτάσεων και μορφών προτάσεων, που μόλις εξετάστηκαν. Βρεθήκαμε μέσα στον επιστημονικό κλάδο της ιδεατής σημασίας που ανήκει σε όλες τις δηλώσεις, και ειδικά σε όλες τις επιστημονικές δηλώσεις, τις επιστημονικές εκθέσεις και τα κείμενα, και συνθέτει αυτό που είναι ειδικό για την επιστήμη, το ισχυριζόμενο ή ενεργεία περιεχόμενο αληθείας. [ILTK]

pure identities of logic are irreal or ideal

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

Husserl's encounter with Frege - the issue of psychologism

Since the rejection of psychologism and the defence of the ideal objectivity of logical laws is now more usually credited to Gottlob Frege rather than to Husserl, it is appropriate at this point to examine the relations between these two logicians. In fact, they corresponded with one another on various issues in mathematics and semantics in 1891 (and again in 1906). Husserl


xlii Introduction

was one of the first philosophers in Germany to recognise Frege's work, and, although he had criticised Frege's account of the nature of identity in the /Philosophy of Arithmetic /in 1891, relations between the two were collegial and mutually respectful. But, in 1894, Frege published an acerbic review of Husserl's /Philosophy of Arithmetic, /in which he accused Husserl of making a number of fundamental errors.^56 According to Frege, Husserl treated numbers naïvely as properties of things or of aggregates rather than as the extensions of concepts (the /extension /of a concept is the set of objects the concept picks out).^57 Husserl had seen number as deriving from our intuition of groups or multiplicities and since neither one nor zero is a multiple, strictly speaking they were not positive numbers for Husserl. Frege criticised Husserl's account of zero and one as negative answers to the question: 'how many?' Frege states that the answer to the question, 'How many moons has the earth?', is hardly a negative answer, as Husserl would have us believe. Furthermore, Frege believed, Husserl seemed to be confusing the numbers themselves with the /presentations /of number in consciousness, analogous to considering the moon as generated by our act of thinking about it. Crucially for Frege, in identifying the objective numbers with subjective acts of counting, Husserl was guilty of /psychologism, /the error of tracing the laws of logic to empirical psychological laws. If logic is defined as the study of the laws of thought, there is always the danger that this can be interpreted to mean the study of how people actually think or ought to think; understanding necessary entailment, for example, as that everyone is so constituted psychologically if he believes /p /and if he believes that /p /implies /q /then he cannot help believing that /q /is true. For Frege, Husserl has collapsed the logical nature of judgement into private psychological acts, collapsing together truth and judging something as true.

According to the journal kept by W. R. Boyce-Gibson, who studied with Husserl in Freiburg in 1928, Husserl later acknowledged that Frege's criticisms had 'hit the nail on the head'. On the other hand, there is considerable evidence that Husserl was already moving away from his own earlier psychologism when Frege's review was published, especially in his critique of Schröder's /Algebra of Logic./,^58 Husserl was already embracing Bolzano's /Wissenschaftslehre^59 /with its doctrine of 'states of affairs' and 'truths in themselves', whose precise nature he then came to understand through his reading of Hermann Lotze's account of the Platonic Ideas, as he had reported in his reply to Melchior Palágyi in

  1. Given the supposedly crucial importance of Frege's review of

Husserl, it is surprising that Frege receives only one mention in the /Prolegomena /in a footnote /(Prol. /§45, Findlay I: 318; Hua XVIII: 172 η. **) where Husserl writes: Ί need hardly say that I no longer approve of my own fundamental criticisms of Frege's anti-psychologistic position set forth in my /Philosophy of Arithmetic'. /Husserl now cites both Frege's /Die Grundlagen der Arithmetik (Foundations of Arithmetic, /1884) and the Preface to his /Grundgesetze der Arithmetik (Fundamental/

Introduction xliii

/Laws of Arithmetic, /1893) as anti-psychologistic statements of which Husserl can now approve.

In fact, Husserl had abandoned the approach of the /Philosophy of Arithmetic /almost as soon as it was published in 1891. He realised that the cardinal numbers were not the basis of all numbers, and in particular that the psychological approach could not handle the more complex numbers (e.g., the imaginary numbers). In the /Prolegomena /Husserl explicitly denies that numbers themselves are to be understood in terms of acts of counting although they can only be accessed through acts of counting:

The number Five is not my own or anyone else's counting of five, it is also not my presentation or anyone else's presentation of five.

(LI, /Prol. /§46, Findlay I: 109; Hua XVIII: 173-4)

While it is only by counting that we encounter numbers, numbers are not simply products of the mind. This would deny objective status to mathematics. The psychological origin of arithmetic concepts does not militate against the independent ideal existence of these concepts as species quite distinct from 'the contingency, temporality and transience of our mental acts' (LI, /Prol. /§46, Findlay I: 110; Hua XVIII: 175). Two apples can be eaten but not the number two, Husserl says in his 1906/7 lectures. For Husserl, logical concepts contain nothing of the process by which they are arrived at, any more than number has a connection with the psychological act of counting. Numbers and propositions, such as the Pythagorean theorem, are ideal 'objectivities' /(Gegenständlichkeiten, /Findlay: 'objective correlates'), which are the substrates of judgements just as much as any real object is. In contrast to 'real' entities that bear some relation to time, if not to space, the pure identities of logic are 'irreal' or 'ideal'. Husserl characterised them as 'species' in the Aristotelian sense, along side other 'unities of meaning', for example the meaning of the word 'lion', a word which appears only once in the language despite its multiple instantiations in acts of speaking and writing. What is logically valid is /a priori /applicable to all worlds. In the /Prolegomena, /then, Husserl, holds a view similar to Wittgenstein in the /Tractatus /- logic says nothing about the real world, the world of facts. It is a purely formal /a priori /science. Husserl, however, integrates logic into a broader conception of the theory of science.

Whereas Husserl had begun in 1887 with the assumption that psychology would ground all cognitive acts, he ends the Foreword to his /Investigations /by quoting Goethe to the effect that one is against nothing so much as errors one has recently abandoned, in order to explain his 'frank critique' /(die freimütige Kritik) /of psychologism (LI, Findlay I: 3; Hua XVIII: 7). While in agreement with Frege concerning the dangers of psychologism for logic, Husserl was not persuaded by Frege's project for mathematical logic as, in general, he was, as we have seen, suspicious of the purely formal turn


xliv Introduction

to symbolic logic, exemplified in his day by the logical programmes of George Boole (see Hua XXIV: 162), William Stanley Jevons and Ernst Schröder, which for him contained theoretical flaws and confusions. That is not to say that Husserl thought of formalisation as unnecessary; in fact, he saw it as the only purely scientific way of advancing logic (LI, /Prol. /§71, Findlay I: 158-9; Hua XVIII: 254). Thus he praised the elegance with which mathematicians were expanding and transforming the domain of traditional logic, and he criticised those who refused to recognise the proper role of mathematics in these matters. However, Husserl believed that this mathematical tendency was manifesting itself as a kind of technical ability that had not reflected on the nature of its founding concepts. Philosophy must try to think through the essential meanings of logical procedures:

The philosopher is not content with the fact that we find our way about in the world, that we have legal formulae which enable us to predict the future course of things, or to reconstruct its past course: he wants to clarify the essence of a thing, an event, a cause, an effect, of space, of time, etc., as well as that wonderful affinity which this essence has with the essence of thought, which enables it to be thought, with the essence of knowledge, which makes it knowable, with meaning which make it capable of being meant etc.

/(Prol. /§71, Findlay I: 159; Hua XVIII: 255)

As Husserl put it in his 1906/7 lectures, 'Introduction to Logic and Theory of Knowledge', one must distinguish between mathematical logic and philosophical logic (Hua XXIV: 163). Towards the end of his life Husserl would repeat this criticism in /The Crisis of European Sciences, /where he would criticise this 'idolization of a logic which does not understand itself' and claim that a formal deductive system is not in itself an explanatory system /(Crisis, /§55, Carr: 189; Hua VI: 193). For Husserl, purely extensionalist logic or calculus could never be more than a brilliant technique. From the /Prolegomena /onwards, Husserl offered a complex account of the full nature of what he called 'formal logic', utilising a much wider conception than is now current. In some respects his account of logic is quite traditional, being centred on the notion of judgement or assertion (Greek: /apophansis) /and hence is, following Aristotle, characterised as 'apophantic logic' (see LI, IV §14, Findlay II: 72; Hua XIX/1: 344). On the other hand, in /Formal and Transcendental Logic /(§§12-15) Husserl articulated this mature vision of this 'formal logic', which for him included formal grammar or what he called 'the pure theory of forms of meaning' that laid down the conditions of meaning combination as such; then a second level of 'consequence-logic' or the logic of validity which is concerned with inference; and finally a 'logic of truth', which recognised that logic aims not only at formal validity but seeks to articulate truth. In the /Prolegomena /Husserl also saw the need for a

Introduction xlv

general 'theory of manifolds' or the theory of the possible forms of theories to complete his account of the nature of logic in general. We cannot deal with the complexities of Husserl's vision of logic here, except to note that in the /Investigations /Husserl was not pursuing an objectivist account of logic as his exclusive aim. Husserl recognised the essential 'two-sidedness' of the acts which are aimed at logical meanings, on the one hand there are the laws governing the meanings themselves, but there are also the judgings, inferrings, and other acts, which are oriented towards the subjective side, that need to be treated by phenomenology /(Formal and Transcendental Logic /§8). In other words, the aim of phenomenology is to study the essential /correlations /between acts of knowing and the objects known, something that became clearer to Husserl after he wrote the /Investigations./ [LI I]

pure identities of logic are irreal or ideal el

Created Τρίτη 03 Δεκεμβρίου 2024

Η συνάντηση του Husserl με τον Frege - το ζήτημα του ψυχολογισμού

Εφόσον η απόρριψη του ψυχολογισμού και η υπεράσπιση της ιδεατής αντικειμενικότητας των λογικών νόμων αποδίδεται πλέον συνήθως στον Gottlob Frege και όχι στον Husserl, είναι σκόπιμο σε αυτό το σημείο να εξετάσουμε τις σχέσεις μεταξύ αυτών των δύο λογικολόγων. Μάλιστα αλληλογραφούσαν μεταξύ τους σε διάφορα θέματα μαθηματικών και σημασιολογίας το 1891 (και πάλι το 1906). Ο Husserl [xlii] ήταν ένας από τους πρώτους φιλοσόφους στη Γερμανία που αναγνώρισε το έργο του Frege, και, αν και είχε επικρίνει την αναφορά του Frege για τη φύση της ταυτότητας στη Φιλοσοφία της Αριθμητικής το 1891, οι σχέσεις μεταξύ των δυο τους ήταν συλλογικές και αμοιβαίες σεβασμού. Όμως, το 1894, ο Frege δημοσίευσε μια οξεία ανασκόπηση της Φιλοσοφίας της Αριθμητικής του Husserl, στην οποία κατηγόρησε τον Husserl για μια σειρά θεμελιωδών λαθών.^56 Σύμφωνα με τον Frege, ο Husserl αντιμετώπιζε τους αριθμούς αφελώς ως ιδιότητες των πραγμάτων ή των συνόλων παρά ως εκτάσεις εννοιών (η έκταση της έννοιας είναι το σύνολο των αντικειμένων που ξεχωρίζει η έννοια).^57 Ο Husserl είχε δει τον αριθμό να προέρχεται από την εποπτεία μας ομάδων ή πολλαπλοτήτων και αφού ούτε το ένα ούτε το μηδέν είναι πολλαπλότητες, αυστηρά μιλώντας δεν ήταν θετικοί αριθμοί για τον Husserl. Ο Φρέγκε επέκρινε τον απολογισμό του Husserl για το μηδέν και το ένα ως αρνητικές απαντήσεις στο ερώτημα: «πόσα;» Ο Frege δηλώνει ότι η απάντηση στην ερώτηση, «Πόσα φεγγάρια έχει η γη;», είναι δύσκολα αρνητική απάντηση, όπως ο Husserl θα μας έκανε να πιστέψουμε. Επιπλέον, ο Frege πίστευε, ότι ο Husserl φαινόταν να μπερδεύει τους ίδιους τους αριθμούς με τις παρουσιάσεις του αριθμού μέσα στη συνείδηση, ανάλογα με το να θεωρούμε ότι το φεγγάρι δημιουργείται από το ενέργημα της σκέψης μας. Κρίσιμα, για τον Frege, με την ταυτοποίηση των αντικειμενικών αριθμών με τα υποκειμενικά ενεργήματα μέτρησης, ο Husserl ήταν ένοχος ψυχολογισμού, του σφάλματος ανίχνευσης των νόμων της λογικής σε εμπειρικούς ψυχολογικούς νόμους. Αν η λογική οριστεί ως η μελέτη των νόμων της σκέψης, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος ότι αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ότι σημαίνει τη μελέτη του πώς σκέφτονται ενεργεία ή πρέπει να σκέφτονται οι άνθρωποι· κατανοώντας την αναγκαία συνεπαγωγή, για παράδειγμα, ως ότι όλοι είναι έτσι συγκροτημένοι ψυχολογικά ώστε αν πιστεύει p και αν πιστεύει ότι pυποδηλώνει q τότε δεν μπορεί παρά να πιστέψει ότι το q είναι αλήθεια. Για τον Frege, ο Husserl έχει ταυτίσει/αναγάγει (collapsed) τη λογική φύση της κρίσης σε ιδιωτικά ψυχολογικά ενεργήματα, ταυτίζοντας την αλήθεια και το κρίνειν κάτι ως αληθινό.

Σύμφωνα με το περιοδικό που διατηρούσε ο W. R. Boyce-Gibson, ο οποίος σπούδασε με τον Husserl στο Φράιμπουργκ το 1928, ο Husserl αργότερα αναγνώρισε ότι οι επικρίσεις του Frege είχαν «πετύχει διάνα». Από την άλλη, υπάρχουν σημαντικές αποδείξεις ότι ο Χούσερλ απομακρυνόταν ήδη από τον δικό του παλαιότερο ψυχολογισμό όταν δημοσιεύτηκε η κριτική του Frege, ειδικά στην κριτική του στην Άλγεβρα της Λογικής του Schröder,^58 ο Χούσερλ είχε ήδη ενστερνιστεί την Wissenschaftslehre^59 του Bolzano με το δόγμα της των «καταστάσεων πραγμάτων» και των «αληθειών καθαυτών», των οποίων την ακριβή φύση άρχισε να κατανοεί μέσα από την ανάγνωση του απολογισμού του Hermann Lotze των Πλατωνικών Ιδεών, όπως είχε αναφέρει στην απάντησή του στον Melchior Palágyi το 1903. Δεδομένης της υποτιθέμενης κρίσιμης σημασίας της κριτικής του Frege για τον Husserl, προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Frege λαμβάνει μόνο μία αναφορά στα Prolegomena σε μια υποσημείωση (Πρόλ. §45, Findlay I: 318· Hua XVIII: 172 η. ) όπου ο Husserl γράφει: «Δεν χρειάζεται να πω ότι δεν εγκρίνω πλέον τις δικές μου θεμελιώδεις κριτικές για την αντιψυχολογιστική θέση του Frege που διατυπώνονται στη δική μου Φιλοσοφία της Αριθμητικής». Ο Husserl τώρα παραθέτει τόσο τα Die Grundlagen der Arithmetik (Τα θεμέλια της Αριθμητικής, 1884) όσο και τον Πρόλογο των Grundgesetze der Arithmetik (Θεμελιώδεις [xliii] Νόμοι της Αριθμητικής, 1893) ως αντιψυχολογιστικές δηλώσεις τις οποίες ο Husserl μπορεί τώρα να εγκρίνει.

Στην πραγματικότητα, ο Husserl είχε εγκαταλείψει την προσέγγιση της Φιλοσοφίας της Αριθμητικής σχεδόν μόλις εκδόθηκε το 1891. Συνειδητοποίησε ότι οι πληθικοί αριθμοί δεν ήταν η βάση όλων των αριθμών, και ιδιαίτερα ότι η ψυχολογική προσέγγιση δεν μπορούσε να χειριστεί τους περισσότερο σύνθετους μιγαδικούς αριθμούς (π.χ. τους φανταστικούς αριθμούς). Στα Προλεγόμενα ο Husserl αρνείται ρητά ότι οι ίδιοι οι αριθμοί πρέπει να γίνουν κατανοητοί σε αναφορά με τα ενεργήματα μέτρησης, αν και η πρόσβαση σε αυτούς είναι δυνατή μόνο μέσω ενεργημάτων μέτρησης:

Ο αριθμός Πέντε δεν είναι η δική μου, ή οποιουδήποτε άλλου, μέτρηση του πέντε, δεν είναι επίσης η παρουσίασή μου, ή η παρουσίαση οποιουδήποτε άλλου του πέντε. (LI, Προλ. §46, Findlay I: 109· Hua XVIII: 173-4)

Ενώ μόνο με την μέτρηση συναντάμε αριθμούς, οι αριθμοί δεν είναι απλώς προϊόντα του νου. Αυτό θα αρνιόταν το αντικειμενικό στάτους στα μαθηματικά. Η ψυχολογική προέλευση των αριθμητικών εννοιών δεν αντιστρατεύεται την ανεξάρτητη ιδεατή ύπαρξη αυτών των εννοιών, ως ειδών που διακρίνονται αρκετά από «το ενδεχόμενο, τη χρονικότητα και την παροδικότητα των νοητικών μας ενεργημάτων» (LI, Προλ. §46, Findlay I: 110· Hua XVIII: 175). Δύο μήλα μπορούν να φαγωθούν αλλά όχι ο αριθμός δύο, λέει ο Husserl στις διαλέξεις του του 1906/7. Για τον Husserl, οι λογικές έννοιες δεν περιέχουν τίποτα από τη διαδικασία μέσω της οποίας προκύπτουν, όπως ακριβώς ο αριθμός δεν έχει καμία σύνδεση με το ψυχολογικό ενέργημα της μέτρησης. Οι αριθμοί και οι προτάσεις, όπως το Πυθαγόρειο θεώρημα, είναι ιδεατές «αντικειμενικότητες» (Gegenständlichkeiten, Findlay: «αντικειμενικά σύστοιχα»), τα οποία είναι τα υποστρώματα των κρίσεων, όσο είναι και κάθε πραγματικό αντικείμενο. Σε αντίθεση με τις «πραγματικές» οντότητες που έχουν κάποια σχέση με το χρόνο, αν όχι με το χώρο, οι καθαρές ταυτότητες της λογικής είναι «άχρονα πραγματικές» (irreal) ή «ιδεατές». Ο Husserl τις χαρακτήρισε ως «είδος» με την αριστοτελική έννοια, παράλληλα με άλλες «ενότητες σημασίας», για παράδειγμα η σημασία της λέξης «λιοντάρι», μια λέξη που εμφανίζεται μόνο μία φορά στη γλώσσα, παρά τις πολλαπλές υλοποιήσεις της σε ενεργήματα ομιλίας και γραφής. Αυτό που είναι λογικά έγκυρο είναι a priori εφαρμόσιμο σε όλους τους κόσμους. Στα Προλεγόμενα, τότε, ο Husserl, διατηρεί μια άποψη παρόμοια με του Wittgenstein στο Tractatus -- η λογική δεν λέει τίποτα για τον πραγματικό κόσμο, τον κόσμο των γεγονότων. Είναι μια καθαρά τυπική a priori επιστήμη. Ο Husserl, ωστόσο, ενσωματώνει τη λογική σε μια ευρύτερη σύλληψη της θεωρίας της επιστήμης.

Ενώ ο Husserl είχε ξεκινήσει το 1887 με την υπόθεση ότι η ψυχολογία θα θεμελιώσει όλα τα γνωσιακά ενεργήματα, τελειώνει τον Πρόλογο των Ερευνών του παραθέτοντας τον Γκαίτε, ότι δεν είμαστε σε τίποτα τόσο πολύ ενάντια όσο στα λάθη που έχουμε εγκαταλείψει πρόσφατα, για να εξηγήσει την «ειλικρινή κριτική» του (die freimütige Kritik) του ψυχολογισμού (LI, Findlay I: 3· Hua XVIII: 7). Ενώ ήταν σε συμφωνία με τον Frege σχετικά με τους κινδύνους του ψυχολογισμού για τη λογική, ο Husserl δεν είχε πεισθεί από το έργο του Frege για τη μαθηματική λογική καθώς, γενικά, ήταν, όπως είδαμε, καχύποπτος για την καθαρά τυπική στροφή [xliv] στη συμβολική λογική, που παραδειγματιζόταν στην εποχή του από τα λογικά προγράμματα του George Boole (βλ. Hua XXIV: 162), William Stanley Jevons και Ernst Schröder, που για αυτόν περιείχαν θεωρητικά ελαττώματα και συγχύσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Husserl θεωρούσε την τυποποίηση (formalisation) ως περιττή· στην πραγματικότητα, την έβλεπε ως τον μόνο καθαρά επιστημονικό τρόπο ανάπτυξης της λογικής (LI, Προλ. §71, Findlay I: 158-9· Hua XVIII: 254). Έτσι επαίνεσε την κομψότητα με την οποία οι μαθηματικοί επέκτειναν και μεταμόρφωσαν την περιοχή της παραδοσιακής λογικής, και επέκρινε όσους αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον κατάλληλο ρόλο των μαθηματικών σε αυτά τα ζητήματα. Ο Husserl, ωστόσο, πίστευε ότι αυτή η μαθηματική τάση εκδηλωνόταν ως ένα είδος τεχνικής ικανότητας που δεν είχε αναστοχαστεί τη φύση των ιδρυτικών της εννοιών. Η φιλοσοφία πρέπει να σκεφτεί σοβαρά τα ουσιώδη νοήματα των λογικών διαδικασιών:

Ο φιλόσοφος δεν αρκείται στο γεγονός ότι βρίσκουμε τον δρόμο μας στον κόσμο, ότι έχουμε νομικούς τύπους που μας επιτρέπουν να προβλέψουμε τη μελλοντική πορεία των πραγμάτων, ή να ανασκευάσουμε την προηγούμενη πορεία τους: θέλει να διευκρινίσει την ουσία ενός πράγματος, ενός συμβάντος, μιας αιτίας, ενός αποτελέσματος, του χώρου, του χρόνου κ.λπ., καθώς και εκείνη την υπέροχη συγγένεια που έχει αυτή η ουσία με την ουσία της σκέψης, που της δίνει τη δυνατότητα να νοηθεί, με την ουσία της γνώσης, που την καθιστά γνώσιμη, με το νόημα που την κάνει ικανή να εννοηθεί κ.λπ. (Προλ. §71, Findlay I: 159· Hua XVIII: 255)

Όπως το έθεσε ο Husserl στις διαλέξεις του το 1906/7, «Εισαγωγή στη Λογική και τη Θεωρία της Γνώσης», πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της μαθηματικής λογικής και της φιλοσοφικής λογικής (Hua XXIV: 163). Προς το τέλος της ζωής του ο Husserl θα επαναλάμβανε αυτή την κριτική στην Κρίση των Ευρωπαϊκών Επιστημών, όπου θα επέκρινε αυτή την «ειδωλοποίηση μιας λογικής που δεν κατανοεί τον εαυτό της» και θα ισχυριζόταν ότι ένα τυπικό απαγωγικό σύστημα δεν είναι καθεαυτό ένα επεξηγηματικό σύστημα (Crisis, §55, Carr: 189· Hua VI: 193). Για τον Husserl, η καθαρά εκτασιακή λογική (extensionalist logic) ή ο λογισμός (calculus) δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι κάτι περισσότερο από μια λαμπρή τεχνική. Από τα Προλεγόμενα και μετά, ο Husserl πρόσφερε μια σύνθετη περιγραφή της πλήρους φύσης αυτού που αποκαλούσε «τυπική λογική», αξιοποιώντας μια πολύ ευρύτερη αντίληψη από αυτή που είναι τρέχουσα τώρα. Από κάποιες απόψεις ο απολογισμός του της λογικής είναι αρκετά παραδοσιακός, με επίκεντρο την έννοια της κρίσης ή της βεβαίωσης (ελληνικά: απόφανσις) και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται, ακολουθώντας τον Αριστοτέλη, ως «αποφαντική λογική» (βλ. LI, IV §14, Findlay II: 72; Hua XIX/1: 344). Από την άλλη πλευρά, στην Τυπική και Υπερβατολογική Λογική (§§12-15), ο Husserl διατύπωσε αυτό το ώριμο όραμα αυτής της «τυπικής λογικής» ('formal logic'), που γι' αυτόν περιλάμβανε την τυπική γραμματική (formal grammar) ή αυτό που ονόμασε «καθαρή θεωρία των μορφών σημασίας, που καθόριζε τις συνθήκες συνδυασμού των σημασιών ως τέτοιου· στη συνέχεια ένα δεύτερο επίπεδο μιας «λογικής της συνεπείας» ('consequence-logic') ή λογικής της εγκυρότητας που αφορά το συμπερασμό· και τέλος μια «λογική της αλήθειας» ('logic of truth'), που αναγνώριζε ότι η λογική στοχεύει όχι μόνο στην τυπική εγκυρότητα αλλά επιδιώκει να αρθρώσει την αλήθεια. Στα Προλεγόμενα ο Husserl είδε επίσης την ανάγκη για μια [xlv] γενική «θεωρία των πολλαπλοτήτων» ('theory of manifolds') ή θεωρία των δυνατών μορφών των θεωριών, για να ολοκληρώσει τον απολογισμό του της φύσης της λογικής εν γένει. Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την πολυπλοκότητα του οράματος της λογικής του Husserl εδώ, εκτός από το να σημειώσουμε ότι στις Έρευνες ο Husserl δεν επιδίωκε έναν αντικειμενιστικό απολογισμό της λογικής ως αποκλειστικό του στόχο. Ο Χούσερλ αναγνώριζε την ουσιαστική «διττότητα» των ενεργημάτων που στοχεύουν λογικές σημασίες, από τη μια πλευρά υπάρχουν οι νόμοι που διέπουν τις σημασίες τις ίδιες, αλλά υπάρχουν και οι κρίσεις, τα συμπεράσματα και άλλα ενεργήματα, που προσανατολίζονται προς την υποκειμενική πλευρά, που πρέπει να αντιμετωπιστούν από τη φαινομενολογία (Τυπική και Υπερβατολογική Λογική §8). Με άλλα λόγια, στόχος της φαινομενολογίας είναι να μελετήσει τα ουσιαστικά σύστοιχα ανάμεσα στα ενεργήματα της γνώσης και στα γνώσιμα αντικείμενα, κάτι που έγινε πιο ξεκάθαρο στον Husserl αφού έγραψε τις Έρευνες. [LI I, Εισαγωγή]

science of meanings

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

<§13. The Science of Meanings Is Not a Part of Psychology> 43

<(a) The Ideal Unity of the Proposition as Against the Variety of Real Experiences of Judging>

Now what kind of science is this science of meanings? How far do its natural boundaries extend? When they hear of a science of meaning, people raised with the prevailing psychological logic and those whose interests and cast of mind are psychologically oriented say that meanings are presentations that are attached to words by association. Consequently, the science of meanings falls into psychology. This is exactly as if they had said: the formal logical laws are laws of formal truth, or are laws for judgments, for only in judging is there truth. Laws for judgments also include laws for inferences, proofs, etc. But judging is a mental activity. Drawing conclusions, working out proofs are mental activities. Therefore, it is everywhere a matter of psychological laws.

We would naturally answer here: If it makes psychologists happy to call subjective meaning presentations, acts of judging, and so on,


PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

43

meanings, then a science of meanings is surely a science of mental experiences of a certain category, consequently a part of psychology. We are, however, not referring to mental meaning presentations as meanings, judgments as propositions, inferential acts as inferences, and by science of meanings, we do not understand a science of all such mental activities or experiences, or states of mind either, but by meanings we understand concepts or propositions, and by propositions, say, not judgments, but what is understood by propositions in all sciences, and they are just not judgments, not temporal events in an individual consciousness, but rather /ideal units of the supratemporal kind /that can function identically as meaning in infinitely many judgments. And that carries over to inferences, proofs, theories.

And, we furthermore say: Engaging in scientific research into experiences of presenting, judging, and so on, is different from engaging in scientific research into propositions and combinations of propositions, speaking generally, about meanings. The experience of judgment 44 belongs /hic et nunc /within one context or another of the experiences of an I. It can be investigated within this real context. In scientifically psychological research, though, one does not consider the experience /hic/ /et nunc/, but asks what holds for such real experiences, for judgments in I-contexts in general, which real properties of such an I substantiate such experiences, how they determine the course of mental life, what role they play in general within the context of individual reality and of psychophysical causality. And precisely all that is of no concern to us in logic at all. We do not talk about all that when we want to deal with propositions and laws of validity for propositions.

If we know, for example, that every proposition is simple or composite and that every simple proposition contains at least one concept directed to the object about which the proposition posits something, or that out of propositions of one form or another propositions of such a form truly result, and other knowledge of the same kind, then we are continually speaking of the proposition in its ideal unity and not at all about mental experiences of individuals, not even in the most general way. Likewise, when we say that for every proposition there is a contradictory one, and again when we state the law of validity that of any two contradictory propositions one holds and the other does not hold, etc.

Two propositions are not two judgments. The same proposition can be judged a thousand times and it remains just one proposition. Wherever


44

PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

several propositions are spoken of in the given sciences (and absolutely so wherever the theory of science speaks in universal terms of several propositions), it is not a matter of several acts of judgments, as if the contingency of the judging was decisive, but of several propositions in the ideally unitary sense. Once again, where two proofs are spoken of, it is not a matter of two people and their experiences of proof, or of one person and several experiences of proving, but of two proofs in the ideal sense. And /one /proof can be thought out a thousand times, actually be carried out a thousand times in anyone’s thinking and seeing. Only the circumstance that logicians had not sharply made the distinction and had spoken in their science of “presentations” and “judgments” where they should have spoken of concepts and propositions clouded the true situation. People spoke in logic of judgments and speak in psy- 45 chology of judgments. The word was the same and people did not pay attention to the fact that in the properly logical sphere, in the sphere of formal theoretical principles, the word judgment never signified the same thing as in psychology, never a real experience, but an identically ideal meaning.

<(b) Propositions as Ideal Particulars Are Not Class Concepts for Mental Experiences>

Now, however, an objection surely comes up. A proposition is the meaning of a statement or of a judgment. A logical proposition is /what /the judgment judges, /what /the statement states, therefore, for example, the /identical what/, however often I or others state 2 × 2 = 4.

Therefore, a proposition is surely something universal that we obtain by abstraction and generalization on the basis of actual judgments. Let us take a look at some parallel cases. If, on the basis of individual feelings that we hold out before ourselves in memory or perception, we form the universal concept of feeling, or any universal given lying in feeling, then we surely obtain a psychological concept. When we do the same on the basis of several individual judgments, should we not then obtain a psychological concept just as well? Does not the concept proposition, therefore, belong in psychology and with it likewise also the general laws grounded in this concept?


PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

45

We shall still have to delve more deeply into this question. Here, though, the following suffices as an answer. The concept of judgment is a psychological concept insofar as in psychology it is a class concept for certain mental experiences linked by what they have internally and specifically in common. If, however, we form the concept of proposition, then mental experiences do not fall into it as particulars. No class of facts of consciousness is designated by it. With a class concept we universally express propositions about the individual particulars falling into the class. By means of the concept of judgment, psychology, therefore, expresses universal propositions about judgments, about real matters of fact in individual egos that are to be characterized in such and such a manner. When we speak of propositions, however, we are referring precisely to propositions as particulars, and propositions are not facts of consciousness. The individual proposition indeed comes to giveness in a certain way in the experience of judgment, but it is not the judgment. It is rather 46 something ideally identical, or something identical in endlessly many actual or possible judgments. The individual proposition, for example, the theorem of the sum of the angles of a triangle, does not refer either, however—although a general unit as against the multiplicity of judgments—to a class concept that contains these judgments, or individual parts or moments inherent to them, but talk of the theorem of the sum of the angles of a triangle simply refers to something individual that in no way claims to relate to and claims to co-refer to any individual particulars falling under them. In talking about this theorem, we are not referring to what happens in or to real temporal matters of fact that we call mental experiences of experiencing individuals, but just this theorem as something simply individual. This individual is absolutely the same however often we state that the sum of the angles of a triangle is two right .

These ideal particulars, the theorem of the sum of the angles of a triangle, the theorem of the parallelogram of forces, and so on, form the objective sphere to which universal talk of the theorem in general refers and to which every law of substantiation for propositions in general refers. I do not want to say that the science of meanings has nothing to do with psychology—psychology, the natural science of mental individuals and their real experiences and experiential states of mind—but it is certain that /theory of meaning is neither psychology,/


46

PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

/nor belongs in psychology/, since it just does not deal with real experiences, let alone experiential states of mind of real individuals. The mere fact that only on the basis of actual experiences, whether judgments, whether memories of judgments, or presentational feelings of empathy in judgments, can we bring the meaning of the word proposition to exemplarily clear givenness, and only there directly capture what the word proposition refers to, may not provide any argument that we are dealing with a psychological concept. It is indeed obvious from the start that every concept refers back to the so-called corresponding intuition, thus for example, the concept of number. A number is only given in actual counting. Someone who had never counted would not know what a number is, just as someone who had never had a sensation of red would have authentic presentation of what is red. Are we to say for this reason that number is a psychological concept, the whole of arithmetic a branch of psychology? That would surely occur to no one. All givenness is 47 realized in knowledge, in subjective experiences of perceiving, presenting, etc. And, upon this we form concepts and we judge and draw conclusions. /Mental experiences of knowing belong in psychology. /20 /What is known is not psychology, however, just because it is known in knowing, a mental experience/.

<(c) Psychology an /A posteriori /Discipline, Pure Mathematics and Logic /A priori /Disciplines>

/That with purely theoretical logic, insofar as it is theory of meaning,/ /it is a matter of a science completely different from psychology /is also markedly in evidence when we consider how psychology substantiates its general propositions, and alone can substantiate them, and, on the other hand, how logic does the same thing. Psychology is a natural science, a science of real matters of fact. It truly deals with the real I and real occurrences in egos. As a natural science or science of matters of fact, it starts with what is given it at first, that is with precisely the particulars of a mental nature that are established by perception, at least directly and in initial substantiation. What is given by perception and experience is placed under empirical concepts. /Induction /then supplies propositions of empirically universal


PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

47

validity. If one wants to reach beyond these lower universalities and if one is seeking /natural laws/, universalities of unconditional validity within the range of possible experience that can be used for the theoretical clarification of matters of fact and other universalities, then hypothetical assumption is the only way. If the hypothesis is verified over and over by extensive deduction and verification, then this is grounds for an extraordinary, ever increasing /probability /of its validity as a natural law.

This way of empirical formation of concepts, of empirical generalization, of empirical formation of hypotheses and what is connected with it is all called for by the nature of real matters of fact, and this is why no natural science, none developed or yet to be developed, will ever be able to lay down and substantiate a law of nature 48 except as being of relatively greater probability, never, however, as being absolutely certain.

It is one of the biggest jobs, if not the biggest, of logic and critique of knowledge to demonstrate this and to understand the ultimate reasons for it. Nonetheless, in the face of such ultimate substantiation, one sees that really all natural science can only move forward by such means. Matters of fact only produce matters of fact over and over, and universalities only prove to be factual universalities presumably reaching beyond previous experience. /There is, therefore, no psychological proposition that can be substantiated with absolute certainty, any more than there is any such thing in the/ /most exact physics/.

As everyone knows, pure mathematics is completely different, and we observe this with pure logic just as well. Pure mathematics as pure arithmetic investigates what is grounded in the essence of number. It is concerned not with things, not with physical things, not with souls, not with real events of a physical and mental nature. It has nothing at all to do with nature. Numbers are not natural objects. The number series is so to speak a world of objectivities of its own, of /ideal /objectivities, /not real /ones. The number 2 is not a thing, not an event in nature. It has no place and no time. It is just not an object of possible perception and “experience”. Two apples come into being and pass away, have a place and time. But when the apples are eaten up, the number 2 is not eaten up. The number series of pure arithmetic has not suddenly developed a hole, as if we then had to count 1, 3, 4….


48 PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

Pure arithmetic does not, moreover, obtain its universal propositions by means of perception and empirical generalizations based on perception and on the substantiation of individual judgments resulting from them. Arithmetic does not first obtain its individual propositions from perception. I can perceive two apples precisely while I perceive each apple. But I can not perceive the two. And, when we judge generally, set forth /a /+ 1 = 1 + /a /as a legitimately valid proposition, or when we express the proposition that for each number /a /there is a number /a /+ 1, and whatever other primitive laws of that kind there may be, we are not then substantiating this unconditionally universal proposition inductively and as concerns probability. We are not step by step establishing that 2 + 1 = 1 + 49 2, 3 + 1 = 1 + 3… and in the end saying that it will presumably continue in this way as in all the individual cases established so far. We do not first state /a /+ 1 = 1 + /a /as a hypothesis that then has first to be verified by further experience by means of ever new individual findings, or else inductively according to the methods of the natural sciences. Rather, mathematicians set down /a /+ 1 = 1 + /a /in a single blow as something unconditionally valid and certain. And how do they come to that? Well, in a perfectly obvious way. It is part of the meaning of number (of cardinal number in the original sense) for that to be the case, and it would be tantamount to flying in the face of the meaning of how many if one wanted to deny here. It is part of the meaning of talk of “cardinal numbers”^4 that each one can be increased by one. To say that a cardinal number, a how many, cannot be increased is tantamount to not knowing what one is talking about. It is tantamount to contravening the meaning, the identical meaning, of talk of “cardinal numbers”.

/In this manner, the direct arithmetical laws, genuine axioms, develop. They develop directly in the Evidenz of certainty/. And this quality of certainty and Evidenz carries over to all theses in deductive substantiation. All mathematical propositions, insofar as they are really purely mathematical, express something about the essence of what is mathematical, about the meaning of what belongs to it. Their denial is consequently an absurdity. /No proposition of the natural sciences, no proposition about real matters of fact that is really of the natural/ /sciences /(and is not, say, the mere carrying over of a proposition based on essence-laws to individual cases) /is to be substantiated as certain/

^4 Cardinal number is itself a “meaning”.


PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

49

/by means of Evidenz/. Its denial never means an absurdity, a contradiction in terms. If I deny the law of gravity, or the law of the parallelogram of forces, or the laws of habit, of the association of ideas, and the like, then in so doing I cast experience to the wind. I violate the evident and extremely valuable probability that experiences and their systematic processing have established for the laws. But, I never in any way incur absurdity. I am not saying anything “unthinkable”, anything absurd, i.e., precisely evidently nullifying the meaning of the word, as I, for example, do when I say that 2 × 2 is not 4, but 5.

It naturally also happens in mathematics that universalities are assumed presumptively on the basis of observed patterns. However, that does not settle the matter for mathematicians, but only formulates a problem. For, just as it is grounded in the nature of the realm of matters of fact that propositions about matters of fact can only be established inductively and in all probability, so it is grounded in the nature of the mathematical realm, so to speak, that the propositions relating to it must be able to be perspicuously established as certitudes.

/Precisely the same thing holds for pure logic /under the sphere of laws we have elucidated up to now with examples. Every primitive law of inference, every primitive logical “principle” is a general certitude to be directly grasped through Evidenz. Of two contradictory propositions, one is true and one false. That is to be viewed generally as absolutely certain. Anyone who denies this does not know what contradictory means, what true and false mean. One cannot deny this without flying in the face of the meaning of those words. The proposition is simply an “unfolding” of the intension of the “concepts”. It is purely grounded in them.

And what holds directly for the principles holds indirectly for the deductively derived from them. We are just not in psychology, in any sphere of empiricism and probability. /The world of the mathematical and purely logical is a world of ideal objects/, a world of “concepts”, as people are in the habit of saying. /There all truth is nothing other than analysis of essences or concepts/. What is required by the concepts and is inseparable from their intension, meaning, is known and established.

The distinction is also referred to as that between the /a priori /and the /a posteriori/. /Pure mathematics is an a priori discipline, the whole of natural science an a posteriori discipline/. The one is entirely grounded


50

PURE LOGIC AS THEORETICAL SCIENCE

in conceptual essentialities, the other in experience with its factual occurrences. Mathematical propositions require no reference to experience and no induction through experience. This is what is meant by saying mathematical propositions are /a priori/. It makes no sense to require such 51 a thing of them. The opposite holds for of the natural sciences. However, one has to be quite careful that no further mischief is gotten into with the concepts /a priori /and /a posteriori /and that no other thing may be understood than what we have set forth. [ILTK]

science of meanings el

Created Τετάρτη 04 Δεκεμβρίου 2024

<§13. Η επιστήμη των σημασιών δεν είναι μέρος της ψυχολογίας> 43

<(α) Η ιδεατή ενότητα της πρότασης ενάντια στην ποικιλία των πραγματικών εμπειριών της κρίσης>

Τώρα τι είδους επιστήμη είναι αυτή η επιστήμη των σημασιών; Πόσο μακριά εκτείνονται τα φυσικά της όρια; Όταν ακούν για μια επιστήμη της σημασίας, άνθρωποι μεγαλωμένοι με την επικρατούσα ψυχολογική λογική και αυτοί των οποίων τα ενδιαφέροντα και ο τρόπος σκέψης είναι ψυχολογικά προσανατολισμένα, λένε ότι οι έννοιες είναι παραστάσεις που συνδέονται με λέξεις μέσω συνειρμού (association). Κατά συνέπεια, η επιστήμη των σημασιών εμπίπτει στην ψυχολογία. Αυτό είναι ακριβώς σαν να είχαν πει: οι τυπικοί λογικοί νόμοι είναι νόμοι της τυπικής αλήθειας ή είναι νόμοι για κρίσεις, γιατί μόνο στην κρίση υπάρχει αλήθεια. Οι νόμοι για τις κρίσεις περιλαμβάνουν επίσης νόμους για τους συμπερασμούς, τις αποδείξεις, κλπ. Αλλά η κρίση είναι μια νοητική δραστηριότητα. Η εξαγωγή συμπερασμάτων, η διατύπωση αποδείξεων είναι νοητικές δραστηριότητες. Επομένως, είναι παντού ένα ζήτημα ψυχολογικών νόμων.

Φυσικά θα απαντούσαμε εδώ: Αν κάνει τους ψυχολόγους χαρούμενους να αποκαλούν τις παραστάσεις υποκειμενικού νοήματος, τα ενεργήματα κρίσης και ούτω καθεξής, [43] σημασίες, τότε μια επιστήμη των σημασιών είναι σίγουρα μια επιστήμη των νοητικών εμπειριών μιας συγκεκριμένης κατηγορίας, κατά συνέπεια μέρος της ψυχολογίας. Εμείς, ωστόσο, δεν αναφερόμαστε στις νοητικές παραστάσεις σημασιών ως σημασίες, στις κρίσεις ως προτάσεις, στα συμπερασματικά ενεργήματα ως συμπεράσματα, και με επιστήμη των σημασιών, δεν κατανοούμε μια επιστήμη όλων αυτών των νοητικών δραστηριοτήτων ή εμπειριών, ή καταστάσεων του νου, αλλά με σημασίες κατανοούμε έννοιες ή προτάσεις, και με προτάσεις, κρίσεις, αλλά αυτό που κατανοείται από τις προτάσεις σε όλες τις επιστήμες, και δεν είναι απλώς κρίσεις, ούτε χρονικά συμβάντα σε μια ατομική συνείδηση, αλλά μάλλον //ιδεατές ενότητες υπερχρονικού είδους// που μπορούν να λειτουργήσουν ταυτόσημα ως σημασία σε άπειρα πολλές κρίσεις. Και αυτό ισχύει για τους συμπερασμούς, τις αποδείξεις, τις θεωρίες.

Και, επιπλέον λέμε: Η εμπλοκή στην επιστημονική έρευνα των εμπειριών παράστασης, κρίσης και ούτω καθεξής, διαφέρει από την εμπλοκή στην επιστημονική έρευνα των προτάσεων και συνδυασμών προτάσεων, μιλώντας γενικά, των σημασιών. Η εμπειρία της κρίσης [44] ανήκει hic et nunc (εδώ και τώρα) στο ένα ή το άλλο πλαίσιο των εμπειριών ενός εγώ. Μπορεί να διερευνηθεί μέσα σε αυτό το πραγματικό πλαίσιο. Σε επιστημονικά ψυχολογική έρευνα, ωστόσο, δεν λαμβάνουμε υπόψη την εμπειρία hic et nunc, αλλά ρωτάμε τι ισχύει για τέτοιες πραγματικές εμπειρίες, για κρίσεις σε πλαίσια του εγώ γενικά, για το ποιες πραγματικές ιδιότητες ενός τέτοιου εγώ υλοποιούν (substantiate) τέτοιες εμπειρίες, πώς καθορίζουν την πορεία της νοητικής ζωής, τι ρόλο παίζουν γενικά στο πλαίσιο της ατομικής πραγματικότητας και της ψυχοφυσικής αιτιότητας. Και ακριβώς όλα αυτά που δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου στη λογική. Δεν μιλάμε για όλα αυτά όταν θέλουμε να ασχοληθούμε με προτάσεις και νόμους εγκυρότητας προτάσεων.

Αν γνωρίζουμε, για παράδειγμα, ότι κάθε πρόταση είναι απλή ή σύνθετη, και ότι κάθε απλή πρόταση περιέχει τουλάχιστον μία έννοια κατευθυνόμενη στο αντικείμενο για το οποίο η πρόταση θέτει κάτι, ή ότι από προτάσεις της μιας ή της άλλης μορφής, προτάσεις τέτοιας μορφής προκύπτουν αληθινά, και άλλες γνώσεις του ίδιου είδους, τότε μιλάμε συνεχώς για την πρόταση στην ιδεατή ενότητά της και όχι, ούτε καν με τον πιο γενικό τρόπο, για τις νοητικές εμπειρίες των ατόμων, . Ομοίως, όταν λέμε ότι για κάθε πρόταση υπάρχει μια αντιφατική, και και πάλι όταν δηλώνουμε τον νόμο της εγκυρότητας ότι από δύο οποιεσδήποτε αντιφατικές προτάσεις η μία ισχύει και η άλλη δεν ισχύει κ.λπ.

Δύο προτάσεις δεν είναι δύο κρίσεις. Η ίδια πρόταση μπορεί να κριθεί χίλιες φορές και παραμένει μόνο μία πρόταση. Όπου [44] γίνεται λόγος για πολλές προτάσεις στις δεδομένες επιστήμες (και απολύτως έτσι όπου η θεωρία της επιστήμης μιλά με καθολικούς όρους για πολλές προτάσεις), δεν πρόκειται για πολλά ενεργήματα κρίσεων, ως εάν το ενδεχόμενο της κρίσης να ήταν καθοριστικό, αλλά πολλών προτάσεων με το ιδεατό ενιαίο νόημα. Για άλλη μια φορά, όπου γίνεται λόγος για δύο αποδείξεις, δεν πρόκειται για δύο άτομα και τις εμπειρίες τους της απόδειξης, ή ενός προσώπου και πολλών εμπειριών απόδειξης, αλλά για δύο αποδείξεις με ιδεατό νόημα. Και μία απόδειξη μπορεί να νοηθεί χίλιες φορές, να πραγματοποιηθεί ενεργεία χίλιες φορές στη σκέψη και την όραση μας. Μόνο η περίσταση ότι οι λογικολόγοι δεν είχαν κάνει με σαφήνεια τη διάκριση και είχαν μιλήσει στην επιστήμη τους για «παραστάσεις» και «κρίσεις» όπου θα έπρεπε να έχουν μιλήσει για έννοιες και προτάσεις, θόλωσε την αληθινή κατάσταση. Οι άνθρωποι μιλούσαν στη λογική για κρίσεις και μιλούν στην ψυχολογία [45] για κρίσεις. Η λέξη ήταν ίδια και ο κόσμος δεν έδωσε προσοχή στο γεγονός ότι στη κατάλληλη λογική σφαίρα, στη σφαίρα των τυπικών θεωρητικών αρχών, η λέξη κρίση ποτέ δεν σήμαινε το ίδιο πράγμα όπως στην ψυχολογία, ποτέ μια πραγματική εμπειρία, αλλά μια ταυτόσημα ιδεατή σημασία.

<(b) Οι προτάσεις ως ιδεατά καθέκαστα δεν είναι έννοιες τάξης για τις νοητικές εμπειρίες>

Τώρα, όμως, σίγουρα προκύπτει μια ένσταση. Μια πρόταση είναι η σημασία μιας δήλωσης ή μιας κρίσης. Μια λογική πρόταση είναι αυτό που η κρίση κρίνει, αυτό που η δήλωση δηλώνει, επομένως, για παράδειγμα, το ταυτόσημο τι, όσο συχνά εγώ ή άλλοι δηλώνουν 2 × 2 = 4.

Επομένως, μια πρόταση είναι σίγουρα κάτι καθολικό που λαμβάνουμε με αφαίρεση και γενίκευση με βάση ενεργεία κρίσεις. Ας ρίξουμε μια ματιά σε ορισμένες παράλληλες περιπτώσεις. Εάν, με βάση ατομικά συναισθήματα που κρατάμε μπροστά μας στη μνήμη ή στην αντίληψη, σχηματίσουμε την καθολική έννοια του συναισθήματος, ή οποιουδήποτε καθολικού δεδομένου που βρίσκεται στο συναίσθημα, τότε σίγουρα αποκτάμε μια ψυχολογική έννοια. Όταν κάνουμε το ίδιο στη βάση πολλών ατομικών κρίσεων, δεν θα έπρεπε τότε να αποκτήσουμε εξίσου καλά μια ψυχολογική έννοια; Δεν ανήκει, λοιπόν, η έννοια πρόταση, στην ψυχολογία και μαζί της επίσης οι γενικοί νόμοι που θεμελιώνονται σε αυτή την έννοια;

[45] Θα πρέπει ακόμη να εμβαθύνουμε σε αυτό το ζήτημα. Εδώ, ωστόσο, ως απάντηση αρκούν τα ακόλουθα. Η έννοια της κρίσης είναι μια ψυχολογική έννοια στο βαθμό που στην ψυχολογία είναι μια έννοια τάξης (class concept) για ορισμένες νοητικές εμπειρίες που συνδέονται από αυτό που έχουν, εσωτερικά και ειδικά, από κοινού. Αν, όμως, σχηματίσουμε την έννοια της πρότασης, τότε οι νοητικές εμπειρίες δεν εμπίπτουν σε αυτήν ως καθέκαστα. Καμία τάξη γεγονότων της συνείδησης δεν ορίζεται από αυτή. Με μια έννοια τάξης εκφράζουμε καθολικά προτάσεις για ατομικά καθέκαστα που εμπίπτουν στην τάξη. Μέσω της έννοιας της κρίσης, η ψυχολογία, λοιπόν, εκφράζει καθολικές προτάσεις για τις κρίσεις, για τα πραγματικά γεγονότα σε ατομικά εγώ που πρόκειται να χαρακτηριστούν με συγκεκριμένο τρόπο. Όταν μιλάμε για προτάσεις, όμως, αναφερόμαστε ακριβώς σε προτάσεις ως καθέκαστα, και οι προτάσεις δεν είναι γεγονότα της συνείδησης. Η ατομική πρόταση όντως χορηγείται με ένα συγκεκριμένο τρόπο στην εμπειρία της κρίσης, αλλά δεν είναι η κρίση. Είναι μάλλον [46] κάτι ιδεατά ταυτόσημο ή κάτι ταυτόσημο σε ατελείωτα πολλές ενεργεία ή δυνάμει κρίσεις. Η ατομική πρόταση, για παράδειγμα, το θεώρημα του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, δεν αναφέρεται, όμως, — αν και γενική μονάδα έναντι της πολλαπλότητας των κρίσεων—σε μια έννοια τάξης που περιέχει αυτές τις κρίσεις, ή σε ατομικά μέρη ή στιγμές που είναι εγγενείς σε αυτές, αλλά ο λόγος για το θεώρημα του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου απλώς αναφέρεται σε κάτι ατομικό που σε καμία περίπτωση δεν ισχυρίζεται ότι σχετίζεται με, και συναναφέρεται σε τυχόν ατομικά καθέκαστα που εμπίπτουν σε αυτές. Μιλώντας για αυτό το θεώρημα, δεν αναφερόμαστε σε αυτό που συμβαίνει στα πραγματικά χρονικά γεγονότα που ονομάζουμε νοητικές εμπειρίες των βιούντων ατόμων, αλλά μόνο σε αυτό το θεώρημα ως κάτι απλά ατομικό. Αυτό το άτομο είναι απολύτως το ίδιο οσοδήποτε συχνά δηλώνουμε ότι το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου είναι δύο ορθές <γωνίες>.

Αυτά τα ιδεατά καθέκαστα, το θεώρημα του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, το θεώρημα του παραλληλογράμμου των δυνάμεων κ.ο.κ, σχηματίζουν την αντικειμενική σφαίρα στην οποία η καθολική συζήτηση για το θεώρημα παραπέμπει γενικά, και στην οποία κάθε νόμος τεκμηρίωσης (law of substantiation) των προτάσεων γενικά αναφέρεται. Δεν θέλω να πω ότι η επιστήμη των σημασιών δεν έχει καμία σχέση με την ψυχολογία — την ψυχολογία, τη φυσική επιστήμη των νοητικών ατόμων και των πραγματικών τους εμπειριών και των βιωματικών καταστάσεων του νου—αλλά είναι βέβαιο ότι η θεωρία της σημασίας δεν είναι ούτε ψυχολογία, [46] ούτε ανήκει στην ψυχολογία, αφού απλά δεν ασχολείται με τις πραγματικές εμπειρίες, πόσο μάλλον τις βιωματικές νοητικές καταστάσεις πραγματικών ατόμων. Το απλό γεγονός ότι μόνο βάσει ενεργεία εμπειριών, είτε κρίσεων, είτε αναμνήσεων κρίσεων, είτε παραστατικών συναισθημάτων της ενσυναίσθησης στις κρίσεις, μπορούμε να φέρουμε τη σημασία της λεκτικής πρότασης σε υποδειγματική σαφή χορήγηση, και μόνο εκεί άμεσα να συλλάβουμε αυτό στο οποίο αναφέρεται η λεκτική πρόταση, μπορεί να μην παρέχει κανένα επιχείρημα ότι έχουμε να κάνουμε με μια ψυχολογική έννοια. Είναι πράγματι προφανές από την αρχή ότι κάθε έννοια αναφέρεται πίσω στη λεγόμενη αντίστοιχη εποπτεία, έτσι για παράδειγμα, η έννοια του αριθμού. Ένας αριθμός δίνεται μόνο στην ενεργεία μέτρηση. Κάποιο που δεν θα είχε ποτέ μετρήσει δεν θα γνώριζε τι είναι ένας αριθμός, όπως και κάποιο που δεν είχε ποτέ μια αίσθηση κόκκινου δεν θα είχε <καμία> αυθεντική παράσταση αυτού που είναι κόκκινο. Πρέπει να πούμε για αυτό το λόγο ότι ο αριθμός είναι μια ψυχολογική έννοια, ότι το σύνολο της αριθμητικής είναι ένας κλάδος της ψυχολογίας; Αυτό σίγουρα δεν θα περνούσε από το νου καμιάς. Όλη η χορήγηση [47] πραγματοποιείται στη γνώση (knowledge), σε υποκειμενικές εμπειρίες αντίληψης, παρουσίασης κ.λπ. Και, πάνω σε αυτές σχηματίζουμε έννοιες και κρίνουμε και βγάζουμε συμπεράσματα. Οι νοητικές εμπειρίες του γνωρίζειν (knowing) ανήκουν στην ψυχολογία. Αυτό που γίνεται γνωστό δεν είναι ψυχολογία, ωστόσο, απλά επειδή γίνεται γνωστό στo γνωρίζειν, μια νοητική εμπειρία.

<(c) Η Ψυχολογία ένας A posteriori Επιστημονικός Κλάδος, τα Καθαρά Μαθηματικά και η Λογική A priori Επιστημονικοί Κλάδοι>

Ότι με την καθαρά θεωρητική λογική, στο βαθμό που είναι μια θεωρία σημασίας, είναι ένα ζήτημα μιας επιστήμης τελείως διαφορετικής από την ψυχολογία, είναι επίσης αξιοσημείωτα εναργές όταν εξετάζουμε πώς η ψυχολογία τεκμηριώνει τις γενικές της προτάσεις, και μόνο έτσι μπορεί να τις τεκμηριώσει, και, από την άλλη, πώς η λογική κάνει το ίδιο πράγμα. Η ψυχολογία είναι μια φυσική επιστήμη, μια επιστήμη πραγματικών καταστάσεων πραγμάτων. Στα αλήθεια αντιμετωπίζει το πραγματικό εγώ και τα πραγματικά περιστατικά του εγώ. Ως φυσική επιστήμη ή η επιστήμη των καταστάσεων πραγμάτων, ξεκινά με αυτό που της δίνεται στην αρχή, δηλαδή ακριβώς με τα καθέκαστα μιας νοητικής φύσης που θεμελιώνονται από την αντίληψη, τουλάχιστον άμεσα και σε αρχική τεκμηρίωση. Αυτό που δίνεται από την αντίληψη και την εμπειρία τίθεται κάτω από εμπειρικές έννοιες. Η επαγωγή στη συνέχεια παρέχει προτάσεις εμπειρικά καθολικής [47] εγκυρότητας. Αν θέλουμε να φτάσουμε πέρα ​​από αυτές τις κατώτερες καθολικότητες και αν αναζητάμε φυσικούς νόμους, καθολικότητες εγκυρότητας χωρίς όρους εντός του εύρους της δυνατής εμπειρίας που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την θεωρητική αποσαφήνιση των γεγονότων και άλλων καθολικοτήτων, τότε η υποθετική εικασία (hypothetical assumption) είναι ο μόνος τρόπος. Αν η εικασία επαληθευτεί ξανά και ξανά με εκτενή απαγωγή και επαλήθευση, τότε αυτά είναι θεμέλια (grounds) για μια εξαιρετική, συνεχώς αυξανόμενη πιθανότητα της εγκυρότητάς της ως ένας φυσικός νόμος.

Αυτός ο τρόπος εμπειρικής διαμόρφωσης των εννοιών, της εμπειρικής γενίκευσης, της εμπειρικής διαμόρφωσης υποθέσεων και ό,τι συνδέεται με αυτό, υπαγορεύεται από τη φύση των πραγματικών καταστάσεων πραγμάτων, και αυτός είναι ο λόγος που καμία φυσική επιστήμη, είτε ανεπτυγμένη είτε υπό ανάπτυξη, δε θα μπορέσει ποτέ να διατυπώσει και να τεκμηριώσει ένα νόμο της φύσης [48] ως απολύτως βέβαιο, παρά μόνο ως ένα νόμο με σχετικά μεγαλύτερη πιθανότητα.

Είναι μια από τις μεγαλύτερες εργασίες, αν όχι η μεγαλύτερη, της λογικής και της κριτικής της γνώσης, να το καταδείξουν αυτό και να κατανοήσουν τους έσχατους λόγους για αυτό. Παρόλα αυτά, μπροστά σε μια τέτοια έσχατη τεκμηρίωση, βλέπουμε ότι πραγματικά όλη η φυσική επιστήμη μπορεί μόνο να προχωρήσει με τέτοια μέσα. Τα γεγονότα παράγουν εξ ολοκλήρου μόνο γεγονότα, και οι καθολικότητες αποδεικνύονται μόνο γεγονικές καθολικότητες που πιθανόν υπερβαίνουν την προηγούμενη εμπειρία. Δεν υπάρχει, λοιπόν, καμία ψυχολογική πρόταση που να μπορεί να τεκμηριωθεί με απόλυτη βεβαιότητα, όπως ακριβώς δεν υπάρχει κάτι τέτοιο στην πιο ακριβή φυσική.

Όπως όλα γνωρίζουν, τα καθαρά μαθηματικά είναι τελείως διαφορετικά, και το παρατηρούμε αυτό το με την καθαρή λογική επίσης. Τα καθαρά μαθηματικά ως καθαρή αριθμητική διερευνούν αυτό που θεμελιώνεται στην ουσία του αριθμού. Δεν ασχολούνται με πράγματα, με φυσικά πράγματα, με ψυχές, με πραγματικά συμβάντα μιας εκτατής και νοητικής φύσης. Δεν έχουν καθόλου να κάνουν με τη φύση. Οι αριθμοί δεν είναι φυσικά αντικείμενα. Η σειρά των αριθμών είναι θα λέγαμε ένας κόσμος ίδιων [των καθαρών μαθηματικών] αντικειμενικοτήτων, ιδεατών αντικειμενικοτήτων, όχι πραγματικών. Ο αριθμός 2 δεν είναι ένα πράγμα, ούτε ένα συμβάν στη φύση. Δεν έχει τόπο και χρόνο. Απλώς δεν είναι αντικείμενο μια δυνατής αντίληψης και «εμπειρίας». Δύο μήλα γεννιούνται και εκπνέουν, έχουν θέση και χρόνο. Όταν όμως τα μήλα τρώγονται, ο αριθμός 2 δεν τρώγεται. Η αριθμητική σειρά της καθαρής αριθμητικής δεν ανέπτυξε ξαφνικά μια τρύπα, σαν να έπρεπε μετά να μετρήσουμε 1, 3, 4….

[48] Η καθαρή αριθμητική δεν λαμβάνει, επιπλέον, τις καθολικές της προτάσεις μέσω αντίληψης και εμπειρικών γενικεύσεων που βασίζονται στην αντίληψη και στην τεκμηρίωση ατομικών κρίσεων που προκύπτουν από αυτές. Η Αριθμητική δεν λαμβάνει πρώτα τις ατομικές προτάσεις της από την αντίληψη. Μπορώ να αντιληφθώ δύο μήλα ακριβώς ενώ αντιλαμβάνομαι το κάθε μήλο. Αλλά δεν μπορώ να αντιληφθώ το δύο. Και, όταν κρίνουμε γενικά, διατυπώνουμε a + 1 = 1 + a ως θεμιτά έγκυρη πρόταση (legitimately valid proposition), ή όταν εκφράζουμε την πρόταση ότι για κάθε αριθμό a υπάρχει αριθμός a + 1, και όποιους άλλους πρωταρχικούς νόμους αυτού του είδους μπορεί να υπάρχουν, δεν τεκμηριώνουμε τότε αυτή την άνευ όρων καθολική πρόταση επαγωγικά και ως προς την πιθανότητα. Δεν διαπιστώνουμε βήμα βήμα ότι 2 + 1 = 1 + 2, 3 + 1 = 1 + 3… λέγοντας στο τέλος ότι πιθανώς θα συνεχίσει με αυτόν τον τρόπο όπως <συνέβαινε> σε όλες τις ατομικές περιπτώσεις που έχουν διαπιστωθεί μέχρι τώρα. Δεν δηλώνουμε πρώτα a + 1 = 1 + a ως μια υπόθεση που στη συνέχεια πρέπει πρώτα να επαληθευτεί με περαιτέρω εμπειρία μέσω ολοένα νεώτερων ατομικών ευρημάτων ή αλλιώς επαγωγικά σύμφωνα με τις μεθόδους των φυσικών επιστημών. Μάλλον, οι μαθηματικοί έθεσαν το a + 1 = 1 + a με μία κίνηση ως κάτι άνευ όρων έγκυρο και βέβαιο. Και πώς έφτασαν σε αυτό; Μα, με έναν απολύτως προφανή τρόπο. Είναι μέρος της σημασίας του αριθμού (του πληθικού αριθμού στην αρχική του έννοια) να ισχύει αυτό, και θα ισοδυναμούσε με το να αντιβαίνει στη σημασία του πόσα πολλά αν ήθελε κανένα να το αρνηθεί <αυτό> εδώ. Είναι μέρος της σημασίας του λόγου για τους «πληθικούς αριθμούς»^4 [^4 Ο πληθικός αριθμός είναι ο ίδιος μια «σημασία».] ότι ο καθένας μπορεί να αυξηθεί κατά ένα. Το να πούμε ότι ένας πληθικός αριθμός, ένα πόσα πολλά, δεν μπορεί να αυξηθεί, ισοδυναμεί με το να μη γνωρίζουμε για τι μιλάμε. Ισοδυναμεί με παράβαση της σημασίας, της ταυτόσημης σημασίας, του λόγου για τους «πληθικούς αριθμούς».

Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσονται οι άμεσοι αριθμητικοί νόμοι, τα γνήσια αξιώματα. Αναπτύσσονται άμεσα στην ενάργεια της βεβαιότητας. Και αυτή η ποιότητα της βεβαιότητας και ενάργειας μεταφέρεται σε όλες τις θέσεις της απαγωγικής τεκμηρίωσης. Όλες οι μαθηματικές προτάσεις, στο μέτρο που είναι πραγματικά καθαρά μαθηματικές, εκφράζουν κάτι για την ουσία του τι είναι μαθηματικό, για τη σημασία αυτού που του ανήκει. Η άρνησή τους είναι κατά συνέπεια ένας παραλογισμός. Καμία πρόταση των φυσικών επιστημών, καμία πρόταση για πραγματικά γεγονότα που ανήκουν πραγματικά στις φυσικές επιστήμες (και δεν είναι, ας πούμε, η απλή μεταφορά μιας πρότασης βασισμένης σε νόμους ουσίας, σε ατομικές περιπτώσεις) δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ως βέβαιη [49] μέσω ενάργειας. Η άρνησή της δεν σημαίνει ποτέ ένα παραλογισμό, μια αντίφαση όρων. Αν αρνηθώ τον νόμο της βαρύτητας, ή το νόμο του παραλληλόγραμμου των δυνάμεων, ή τους νόμους της συνήθειας, του συνειρμού των ιδεών, και τα παρόμοια, τότε με αυτόν τον τρόπο παραδίδω την εμπειρία στον άνεμο. Παραβιάζω την εναργή και εξαιρετικά πολύτιμη πιθανότητα που οι εμπειρίες και η συστηματική τους επεξεργασία έχουν θεμελιώσει για τους νόμους. Όμως, ποτέ με κανέναν τρόπο δεν εκτίθεμαι σε παραλογισμό. Δεν λέω τίποτα «αδιανόητο», τίποτα παράλογο, δηλ. που να ακυρώνει εναργώς το νόημα της λέξης, όπως όταν, για παράδειγμα, κάνω όταν λέω ότι το 2 × 2 δεν είναι 4, αλλά 5.

Συμβαίνει φυσικά και στα μαθηματικά, ότι οι καθολικότητες εικάζονται υποθετικά στη βάση παρατηρούμενων μοτίβων (patterns). Ωστόσο, αυτό δεν διευθετεί το θέμα για τους μαθηματικούς, αλλά μόνο διατυπώνει ένα πρόβλημα. Διότι, όπως ακριβώς θεμελιώνεται στη φύση της επικράτειας των γεγονότων ότι οι προτάσεις για τα γεγονότα μπορούν να τεκμηριωθούν μόνο επαγωγικά και κατά πάσα πιθανότητα, έτσι θεμελιώνεται στη φύση, ας πούμε, της μαθηματικής επικράτειας το ότι οι προτάσεις που σχετίζονται με αυτήν πρέπει να μπορούν να τεκμηριωθούν με σαφήνεια (perspicuously) ως βεβαιότητες.

Ακριβώς το ίδιο ισχύει για την καθαρή λογική κάτω από τη σφαίρα των νόμων που έχουμε διευκρινίσει μέχρι τώρα με παραδείγματα. Κάθε πρωταρχικός νόμος του συμπερασμού, κάθε πρωταρχική λογική «αρχή» είναι μια γενική βεβαιότητα που μπορεί να κατανοηθεί άμεσα μέσω ενάργειας. Από δύο αντιφατικές προτάσεις, η μία είναι αληθής και η άλλη ψευδής. Αυτό πρέπει να θεωρηθεί γενικά ως απολύτως βέβαιο. Όποιο το αρνείται αυτό δεν γνωρίζει τι σημαίνει αντιφατικό, τι σημαίνει αληθινό και ψευδές. Δεν μπορεί κανένα να το αρνηθεί αυτό χωρίς να αντιβεί στο νόημα αυτών των λέξεων. Η πρόταση είναι απλώς ένα «ξεδίπλωμα» της έντασης (intension) των «εννοιών». Είναι απλώς θεμελιωμένη σε αυτές.

Και αυτό που ισχύει άμεσα για τις αρχές ισχύει έμμεσα για τις <προτάσεις> που προέρχονται απαγωγικά από αυτές. Απλώς δεν είμαστε μέσα στην ψυχολογία, σε οποιαδήποτε σφαίρα εμπειρισμού και πιθανοτήτων. Ο κόσμος του μαθηματικού και του καθαρά λογικού είναι ένας κόσμος ιδεατών αντικειμένων, ένας κόσμος «εννοιών», όπως συνηθίζουν να λένε οι άνθρωποι. Εκεί όλη η αλήθεια δεν είναι τίποτα άλλο από ανάλυση των ουσιών ή των εννοιών. Αυτό που απαιτείται από τις έννοιες και είναι αδιαχώριστο από την ένταση τους, η σημασία, γίνεται γνωστό και τεκμηριώνεται.

Η διάκριση αναφέρεται επίσης ως αυτή μεταξύ του a priori και του a posteriori. /Τα καθαρά μαθηματικά είναι ένας a priori επιστημονικός κλάδος,// ολόκληρη η φυσική επιστήμη ένας a posteriori κλάδος. Ο ένας θεμελιώνεται πλήρως [50] σε εννοιολογικές ουσιότητες, ο άλλος στην εμπειρία με τα γεγονικά της περιστατικά. Οι μαθηματικές προτάσεις δεν απαιτούν αναφορά στην εμπειρία, ούτε καμία επαγωγή μέσω της εμπειρίας. Αυτό εννοείται λέγοντας ότι οι μαθηματικές προτάσεις είναι a priori. Δεν έχει κανένα νόημα να απαιτήσουμε κάτι τέτοιο [51] για αυτές. Το αντίθετο ισχύει για τις <προτάσεις> των φυσικών επιστημών. Ωστόσο, πρέπει να είναι κανένα αρκετά προσεκτικό έτσι ώστε να μην προκύψει περαιτέρω σύγχυση με τις έννοιες a priori και a posteriori, και να μην εννοηθεί τίποτε άλλο πέρα από αυτό που έχουμε εκθέσει. [ILTK]

[Edmund Husserl, Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

ideal singulars

2013/02/03

Concepts comprising the laws of pure logic can have no empirical range. Their range or sphere is ideal singulars, not mental generalizations from multiple instantiations. [Barry Smith]

http://www.iep.utm.edu/husserl/"The> same goes for logic, Husserl says. Concepts comprising the laws of pure logic can have no empirical range. Their range or sphere is ideal singulars, not mental generalizations from multiple instantiations. The operators of logic are other than those mental acts that happen to share the same names: "and," "not," "is," "or," "implies," "may," "must," "should." Psychologically, there can be many factual acts of combining, negating, etc. Logically, there is only one "and," one "not," etc. Husserl concedes here, as he did for arithmetic, that the logical operators take their origin and meaning from the mental acts. This accounts for the equivocal character of logical terms, which refer both to ideal singulars, and to mental states and acts. But if you fail to notice this equivocation, you become ensnared in psychologism, losing the possibility of pure logic and unified science.

singular el

Created Πέμπτη 05 Δεκεμβρίου 2024

Οι έννοιες που συνιστούν τους νόμους της καθαρής λογικής δεν μπορούν να έχουν εμπειρικό εύρος. Το εύρος ή η σφαίρα τους είναι ιδεατά ενικά (ideal singulars,), όχι νοητικές γενικεύσεις από πολλαπλές περιπτώσεις. [Μπάρυ Σμιθ]

http://www.iep.utm.edu/husserl/"> Το ίδιο ισχύει και για τη λογική, λέει ο Husserl. Οι έννοιες που συνιστούν τους νόμους της καθαρής λογικής δεν μπορούν να έχουν εμπειρικό εύρος. Το εύρος ή η σφαίρα τους είναι ιδεατά ενικά (ideal singulars,), όχι νοητικές γενικεύσεις από πολλαπλές περιπτώσεις. Οι τελεστές της λογικής είναι άλλοι από εκείνα τα νοητικά ενεργήματα που τυχαίνει να μοιράζονται τα ίδια ονόματα: «και», «όχι», «είναι», «ή», «υποδηλώνει», «μπορεί», «πρέπει», «οφείλει». Ψυχολογικά, μπορεί να υπάρχουν πολλά γεγονικά ενεργήματα συνδυασμού, άρνησης κ.λπ. Λογικά, υπάρχει μόνο ένα «και», ένα «όχι» κ.λπ. Ο Husserl δέχεται εδώ, όπως έκανε για την αριθμητική, ότι οι λογικοί τελεστές έλκουν την καταγωγή και τη σημασία τους από τα νοητικά ενεργήματα. Αυτό εξηγεί τον διφορούμενο χαρακτήρα των λογικών όρων, που αναφέρονται τόσο σε ιδεατά ενικά όσο και σε νοητικές καταστάσεις και ενεργήματα. Αλλά αν αποτύχετε να παρατηρήσετε αυτή την αμφισημία, παγιδεύεστε στον ψυχολογισμό, χάνοντας τη δυνατότητα της καθαρής λογικής και της ενοποιημένης επιστήμης.


ideality

See: :ideality:ideality el

ACAPS §56. The Ideality of the Judicative Proposition in the Sense of Omni-Temporality, 302: +ideality_omni-temporality Appendix 32: (To §56) Ideality of the Objects of Sense and [92] the Ideality of the Species>, ACAPS, 553: +ideality_omni-temporality DZ-HP, 10, Zahavi | psychologism: a confusion of ideality and reality: +psychologism_ideality_reality

ILTK, 141, <(b) Questions About the Relationship Between Ideal Meaning and Real Act>: +ideal_meaning_and_real_act ILTK, 167, <(b) The Requirement of Ultimate Reflective Clarity About the Relationship of Ideality and Objectivity to Subjectivity>: +ideality_objectivity_subjectivity ILTK, 172 ILTK, 320, Objectivity lies exclusively in ideality: +ideality_objectivity_identity_of_essence ILTK, 336 ILTK, 390

Husserl would also credit Hermann Lotze with opening his eyes to the true nature of the ideal objectivities which logic studied, helping him to understand the domain of the ideal while avoiding Platonic hypostasization. [LI I, xxxi]

LI I, 87 LI I, 138 LI I, 194, §11 The ideal distinctions between (I) expression and meaning as ideal unities: +ideal_distinctions_between_expression_and_meaning LI I, 231, §32 The ideality of meanings is no ideality in the normative sense: +ideality_of_meanings

JM-EHTM, 31: +ideality_of_linguistic_expression JM-EHTM, 61: +ideality_of_linguistic_expression

KM-LTEHTM, 26, 8. What conclusions follow from this? How can we summarize Husserl's critique of psychologism?: +ideality_psychologism

As is well known, Husserl’s early reflections on language are motivated by his wish to safeguard the universal laws of logical thinking from a reduction to mere psychological rules. To that end, Husserl first secures the ideality of meanings as distinct from the intentional acts that relate to them. The ‘ideality of meaning’ is not merely a previous assumption, since it rests on more fundamental descriptive conclusions, conclusions which might isolate Husserl’s approach in advance from many current philosophical views on language. Rather, the true presuppositions underlying Husserl’s view concern the belief that even though our concrete acts of consciousness are unique, i.e. temporally individuated and strictly our own, we are still able to share their ‘content’ and to return to it, outside and even apart from context. In line with these fundamental assumptions, the concrete linguistic expression of our thoughts can only be secondary to what remains identical over against a multiplicity of acts.

At first glance, language cannot be but an external aid for the performance of thought. However, what distinguishes /verba /from other deliberately founded signifiers is that they do not merely point at the object signified, but, in so doing, also exhibit a certain articulation. More concretely, while /signa /merely point at an object, /verba /also formulate something /about /this object (Hua XX/2, p. 129). It follows that, to a certain extent, the structure of our assertions exhibits how we conceive of the things we speak about. This articulation thus seems to follow our thinking. In so doing, language not only enables us to refer to an object, but also allows us to report the specific modes in which an object is, or can be, given to us. In a word, linguistic expressions reflect the cognitive structure, or categorial articulation, of our apprehension of things. Thus, upon closer examination, it is no longer self-evident that language is merely


xviii Meaning and Language: Phenomenological Perspectives

external to thinking. Questions then arise concerning the cognitive status of expression. When expressing thoughts, do we make explicit what we comprehend, or rather do we achieve an explicit comprehension? This matter concerned Husserl repeatedly.^1 [2007 Filip Mattens][FM-MLPP, xvii]

DW-OM, 28, 1.2. A LOGISTIC CHARACTERIZATION OF MEANING: +logistic_characterization_of_meaning

HLINCWCP, 15: +mode_of_givenness_of_the_ontological_status_of_ideality

DZ_FS-HLIR, 191: +ideality_solipsism

JM-REHLI, 76 JM-REHLI, 77 +J_N_Mohanty_-_Husserls_Thesis_of_the_Ideality_of_Meanings

Husserl regularly defends ideality (and not just logical ideality) in terms of trans- temporal ‘identity’ and re-instantiability across repeated thoughts.

Husserl also had a notion of eidetic singularities: there is only one Kreuzer sonata, only one Pythagorean Theorem (‘Origin of Geometry’, Crisis, p. 357; VI 368), only one word ‘lion’ in the English language (Crisis, p. 357; VI 368), only one number 4, and so on (see Ideas I § 12). The empiricists who place such an emphasis on sense data assign to them a role they cannot play in terms of guaranteeing the ‘intertemporal and intersubjective harmony of experiences’ as Husserl’s student Felix Kaufmann put it.23

In other words, empiricism has no way of guaranteeing fixed identities across the flux of sense data. Empiricism simply misses the intuitive givennesses of the universal and the eidetic. Indeed, in Ideas I (1913) Husserl portrays his phenomenology as an explicit attempt to overcome the empiricistic ‘psychologizing of the eidetic’.24

24 Husserl (1977a, § 61, p. 116); trans. Kersten (1983, p. 139). Hereafter ‘Ideas I’.

[Dermot Moran, Husserl’s transcendental philosophy and the critique of naturalism, p.122]

5 It becomes apparent at this point that 'ideality' functions as something of a 'catch-all' term for Husserl. Anything that is not real - barring absolute consciousness itself - is regarded as a kind of 'ideal object'. And yet very different kinds of object fall into this category: states of affairs, prepositional contents (meanings), essences, concepts, natural laws, eidetic laws, and so forth.

Husserl thus understands ideality in the more general sense as 'unity in plurality' (LI/1, I, §11: 196).

The Philosophy of Husserl Reviews Notre Dame Philosophical Reviews // University of Notre Dame

[Readings on Edmund Husserl’s Logical Investigations pp 76-82 | Cite as Husserl’s Thesis of the Ideality of Meanings

Authors

  1. N. Mohanty

Abstract

  1. No other thesis of Husserl, in his philosophy of meaning, has been subjected to more unfavorable criticism than the view, which he yet never seems to have taken back, that meanings are ideal entities. And yet it would seem that by that rather misleading locution he was trying to capture an essential moment of our experience of meanings and our commerce with them. That moment may perhaps be described by the following propositions: first, discourse, and more so logical discourse requires that meanings retain an identity in the midst of varying contexts; secondly, meanings can be communicated by one person to another, and in that sense can be shared; further, in different speech acts and in different contexts, the same speaker or different speakers can always return to the same meaning. Now any satisfactory theory of meaning should be able to take care of these interrelated phenomena. The theories that reduce meaning to the private experiences of the speaker or the hearer cannot explain how it is possible for private experiences (images, for example) of one to be communicated to, and shared by, another. Any criterion of identity with regard to such private experiences by which one could say, for example, ‘This is the same image as I had last evening’ is difficult to come by. It may be argued that there is in truth no real communication of meaning at all, so that each person is enclosed within his own world of private experiences.

Keywords Physical Object Perceptual Experience Ideal Unity Phenomenological Theory Intentional Experience ](https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-94-010-1055-9_8)

ideal distinctions between expression and meaning

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

§11 The ideal distinctions between (I) expression and meaning as ideal unities

We have so far considered 'the well-understood expression' as a concrete experience. Instead of considering its two types of factor, the expression's appearance and the sense-conferring or sense-fulfilling experience, we wish

Essential distinctions 195

to consider what is, in a certain fashion, given 'in' these: the expression itself, its sense and its objective correlate. We turn therefore from the real relation of acts to the ideal relation of their objects or contents. A subjective treatment yields to one that is objective. The ideality of the relationship between expression and meaning is at once plain in regard to both its sides, inasmuch as, when we ask for the meaning of an expression, e.g. 'quadratic remainder', we are naturally not referring to the sound-pattern uttered here and now /(hie et nunc), /the vanishing noise that can never recur identically: we mean the expression /in specie. /'Quadratic remainder' is the same expression by whomsoever uttered. The same holds of talk about the expression's meaning, which naturally does not refer to some meaning-conferring experience.

Every example shows that an essential distinction must here be drawn.

If I sincerely say - we shall always presume sincerity - 'The three perpendiculars of a triangle intersect in a point', this is of course based on the fact that I judge so. If someone hears me and understands my assertion, he likewise knows this fact; he 'apperceives' me as someone who judges thus. But is the judging here /intimated /the meaning of my assertion, is it what my assertion asserts, and in that sense expresses? Plainly not. It would hardly occur to anyone, if asked as to the sense or meaning of my assertion, to revert to my judgement as an inner experience. Everyone would rather reply by saying: What this assertion asserts is /the same /whoever may assert it, and on whatever occasion or in whatever circumstances he may assert it, and what it asserts is precisely this, /that the three perpendiculars of a triangle intersect in a point, /no more and no less. One therefore repeats what is in essence 'the same' assertion, and one repeats it because it is the one, uniquely adequate way of expressing the same thing, i.e. its meaning. In this selfsame meaning, of whose identity we are conscious whenever we repeat the statement, nothing at all about judging or about one who judges is discoverable. We thought we were sure that a state of affairs held or obtained objectively, and what we were sure of we expressed by way of a declarative sentence. The state of affairs is what it is whether we assert that it obtains or not. It is intrinsically an item, a unity, which is capable of so obtaining or holding. But such an obtaining is what appeared before us, and we set it forth as it appeared before us: we said 'So the matter is'. Naturally we could not have done this, we could not have made the assertion, if the matter had not so appeared before us, if, in other words, we had not so judged. This forms part of an assertion as a psychological fact, it is involved in its intimation. But only in such intimation; for while what is intimated consists in inner experiences, what we assert in the judgement involves nothing subjective. My act of judging is a transient experience: it arises and passes away. But what my assertion asserts, the content /that the three perpendiculars of a triangle intersect in a point, /neither arises nor passes away. It is an identity in the strict sense, one and the same geometrical truth.


196 Expression and meaning

It is the same in the case of all assertions, even if what they assert is false and absurd. Even in such cases we distinguish their ideal content from the transient acts or affirming and asserting it: it is the meaning of the assertion, a unity in plurality. We continue to recognize its identity of intention in evident acts of reflection: we do not arbitrarily attribute it to our assertions, but discover it in them.

If 'possibility' or 'truth' is lacking, an assertion's intention can only be carried out symbolically: it cannot derive any 'fulness' from intuition or from the categorial functions performed on the latter, in which 'fulness' its value for knowledge consists. It then lacks, as one says, a 'true', a 'genuine' meaning. Later we shall look more closely into this distinction between intending and fulfilling meaning. To characterize the various acts in which the relevant ideal unities are constituted, and to throw light on the essence of their actual 'coincidence' in knowledge, will call for difficult, comprehensive studies. It is plain, however, that each assertion, whether representing an exercise of knowledge or not - whether or not, i.e., it fulfils or can fulfil its intention in corresponding intuitions, and the formative acts involved in these - involves an intention, in which intention, as its unified specific character, its meaning is constituted.

It is this ideal unity men have in mind when they say that 'the' judgement is the meaning of 'the' declarative sentence. Only the fundamental ambiguity of the word 'judgement' at once tends to confuse the evidently grasped ideal unity with the real act of judging, to confuse what the assertion intimates with what it asserts.

What we have here said of complete assertions readily applies also to actual or possible parts of assertions. If I judge /If the sum of the angles in a triangle does not equal two right angles, the axiom of parallels does not hold, /the hypothetical antecedent is no assertion, for I do not say that such an inequation holds. None the less it says something, and what it says is once more quite different from what it intimates. What it says is not my mental act of hypothetical presumption, though I must of course have performed this in order to speak sincerely as I do. But it is rather the case that, when this subjective act is intimated, something objective and ideal is brought to expression: the hypothesis whose conceptual content can appear as the same intentional unity in many possible thought-experiences, and which evidently stands before us in its unity and identity in the objectively-ideal treatment characteristic of all thinking.

The same holds of the other parts of our statements, even of such as do not have the form of propositions. [LI I]

ideal distinctions between expression and meaning el

Created Πέμπτη 05 Δεκεμβρίου 2024

§11 Οι ιδεατές διακρίσεις μεταξύ της έκφρασης (Ι) και της σημασίας ως ιδεατές ενότητες

Έχουμε μέχρι στιγμής θεωρήσει «την καλώς κατανοημένη έκφραση» ως ένα συγκεκριμένο βίωμα. Αντί να εξετάσουμε τους δύο τύπους παραγόντων της, την εμφάνιση της έκφρασης και τα νοηματοδοτούντα ή νοηματοπληρούντα βιώματα, επιθυμούμε [195] να εξετάσουμε τι χορηγείται, κατά κάποιο τρόπο, «σε» αυτά: την ίδια την έκφραση, το νόημα και το αντικειμενικό της σύστοιχο. Στρεφόμαστε επομένως από την πραγματική σχέση των ενεργημάτων στην ιδεατή σχέση των αντικειμένων ή των περιεχομένων. Μια υποκειμενική αντιμετώπιση αποδίδει μία που είναι αντικειμενική. Η ιδεατότητα της σχέσης μεταξύ έκφρασης και σημασίας είναι ταυτόχρονα σαφής σε σχέση και με τις δύο πλευρές της, στο βαθμό που, όταν ζητάμε τη σημασία μιας έκφρασης, π.χ. «τετραγωνικό υπόλοιπο», {43} δεν αναφερόμαστε φυσικά στο ηχητικό μοτίβο που εκφέρεται εδώ και τώρα (hie et nunc), στο θόρυβο που εξαφανίζεται, που δεν μπορεί ποτέ να επαναληφθεί με τον ίδιο τρόπο: εννοούμε την έκφραση in specie (κατά είδος). Το «τετραγωνικό υπόλοιπο» είναι η ίδια έκφραση από όποιο την προφέρει. Το ίδιο ισχύει και για τη σημασία της έκφρασης, η οποία φυσικά δεν αναφέρεται σε κάποιο σημασιοδοτούν βίωμα.

Κάθε παράδειγμα δείχνει ότι εδώ πρέπει να γίνει μια ουσιαστική διάκριση.

Αν πω ειλικρινά -- υποθέτουμε πάντα την ειλικρίνεια -- «Οι τρεις κάθετες ενός τριγώνου τέμνονται σε ένα σημείο», αυτό φυσικά βασίζεται στο γεγονός ότι έτσι κρίνω. Αν κάποιο με ακούσει και κατανοήσει τον ισχυρισμό μου, γνωρίζει επίσης αυτό το γεγονός· με «εκλαμβάνει» (apperzipiert/'apperceives') ως κάποιο που κρίνει έτσι. Είναι όμως η κρίση που υπονοείται (intimated/kundgegeben habe) εδώ η σημασία της βεβαίωσης μου, είναι αυτό που βεβαιώνει η βεβαίωση μου, και με αυτή την έννοια, εκφράζει; Προφανώς όχι. Δύσκολα θα σκεφτόταν κανένα, αν ερωτούνταν για το νόημα ή τη σημασία της βεβαίωσης μου, να ανατρέξει στην κρίση μου ως ένα ψυχικό βίωμα. Όλα θα απαντούσαν μάλλον λέγοντας: Αυτό που αυτή η βεβαίωση ισχυρίζεται είναι το ίδιο οποιοδήποτε μπορεί να το βεβαιώσει, και σε οποιαδήποτε περίσταση ή σε οποιεσδήποτε συνθήκες μπορεί να το βεβαιώσει, και αυτό που βεβαιώνει ότι είναι ακριβώς αυτό, ότι οι τρεις κάθετες ενός τριγώνου τέμνονται σε ένα σημείο, ούτε κάτι περισσότερο ούτε κάτι λιγότερο. Επαναλαμβάνει λοιπόν κανένα αυτό που είναι στην ουσία «η ίδια» βεβαίωση, και το επαναλαμβάνει κανένα επειδή είναι ο ένας, μοναδικά επαρκής τρόπος έκφρασης του ίδιου πράγματος, δηλ. της σημασίας της. Σε αυτή την ίδια τη σημασία, της ταυτότητας της οποίας έχουμε συνείδηση κάθε φορά που επαναλαμβάνουμε τη δήλωση, τίποτα απολύτως για την κρίση ή για αυτό που κρίνει δεν είναι ανακαλύψιμο. Νομίζαμε ότι ήμασταν βέβαια ότι μια κατάσταση πραγμάτων ίσχυε ή συνέβαινε αντικειμενικά, και για όσα ήμασταν βέβαια τα εκφράσαμε με μια δηλωτική πρόταση (Aussagesatzes Ausdruck/declarative sentence). Η κατάσταση των πραγμάτων είναι ό,τι είναι είτε βεβαιώνουμε ότι ισχύει {44} είτε όχι. Είναι εγγενώς ένα αντικείμενο, μια ενότητα, που είναι ικανή να ισχύει ή να συμβαίνει με αυτό τον τρόπο. Αλλά αυτή η ισχύς ήταν αυτό που εμφανίστηκε μπροστά μας, και το εκθέσαμε όπως εμφανίστηκε μπροστά μας: είπαμε «Έτσι έχει το ζήτημα». Φυσικά δεν θα μπορούσαμε να το κάνουμε αυτό, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε κάνει τη βεβαίωση, εάν το ζήτημα δεν εμφανιζόταν έτσι μπροστά μας, αν, με άλλα λόγια, αν δεν είχαμε κρίνει έτσι. Αυτό συνιστά μέρος μιας βεβαίωσης ως ψυχολογικού γεγονότος (psychologischer Tatsache), εμπλέκεται στην γνωστοποίηση (Kundgabe/intimation) της. Αλλά μόνο σε τέτοια γνωστοποίηση· γιατί ενώ αυτό που γνωστοποιείται συνίσταται σε ψυχικά βιώματα, αυτό που βεβαιώνουμε στην κρίση δεν περιλαμβάνει τίποτα υποκειμενικό. Το κρισιακό μου ενέργημα είναι μια παροδική εμπειρία: προκύπτει και εκπνέει. Αλλά αυτό που βεβαιώνει η βεβαίωση μου, το περιεχόμενο ότι οι τρεις κάθετες ενός τριγώνου τέμνονται σε ένα σημείο, ούτε προκύπτει ούτε εκπνέει. Είναι μια ταυτότητα με την αυστηρή έννοια, μία και η ίδια γεωμετρική αλήθεια.

[196] Το ίδιο συμβαίνει με όλες τις βεβαιώσεις, ακόμα κι αν ό,τι βεβαιώνουν είναι ψευδές και παράλογο. Ακόμα και σε τέτοιες περιπτώσεις διακρίνουμε το ιδεατό τους περιεχόμενο από τα παροδικά βιώματα επικύρωσης (affirming) και βεβαίωσης (asserting) τους: είναι η σημασία μιας βεβαίωσης, μια ενότητα στην πολλαπλότητα. Συνεχίζουμε να αναγνωρίζουμε την ταυτότητα της απόβλεψης του σε εναργή ενεργήματα αναστοχασμού: δεν το αποδίδουμε αυθαίρετα στις βεβαιώσεις μας, αλλά το ανακαλύπτουμε σε αυτές.

Εάν λείπει η «δυνατότητα» ή η «αλήθεια», η απόβλεψη μιας βεβαίωσης μπορεί να εκτελεσθεί μόνο συμβολικά: δεν μπορεί να αντλήσει καμία «πληρότητα» από την εποπτεία ή από τις κατηγοριακές λειτουργίες που εκτελούνται στην τελευταία, στην οποία «πληρότητα» συνίσταται η αξία της για τη γνώση. Τότε της λείπει, όπως λέγεται, μια «αληθινή», μια «γνήσια» σημασία. Αργότερα θα δούμε πιο προσεκτικά αυτή τη διάκριση μεταξύ της απόβλεψης και της πλήρωσης της σημασίας. {45} Ο χαρακτηρισμός των διάφορων ενεργημάτων στα οποία οι συναφείς ιδεατές ενότητες συγκροτούνται, και η διαφώτιση της ουσίας της πραγματικής «σύμπτωσης» τους στη γνώση, θα απαιτήσει δύσκολες, περιεκτικές μελέτες. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι κάθε βεβαίωση, είτε αντιπροσωπεύει μια άσκηση γνώσης ή όχι -- δηλ. είτε εκπληρώνει ή μπορεί να εκπληρώσει είτε όχι, την απόβλεψη της στις αντίστοιχες εποπτείες, και τα διαμορφωτικά ενεργήματα που εμπλέκονται σε αυτές -- εμπεριέχει μια απόβλεψη, στην οποία απόβλεψη, συγκροτείται η σημασία της ως ο ενιαίος ειδικός χαρακτήρας της.

Είναι αυτή η ιδεατή ενότητα που έχουν κατά νου οι άνθρωποι όταν λένε ότι «η» κρίση είναι η σημασία της δηλωτικής πρότασης. Μόνο η θεμελιώδης ασάφεια της λέξης «κρίση» τείνει να προκαλέσει σύγχυση της εναργώς συλληφθείσας ιδεατής ενότητας, με το πραγματικό ενέργημα της κρίσης, να συγχέει αυτό που η βεβαίωση γνωστοποιεί (kundgibt/intimates) με αυτό που βεβαιώνει.

Αυτό που είπαμε εδώ για τις πλήρεις βεβαιώσεις (vollständige Aussagen/complete assertions) ισχύει επίσης για τα ενεργεία ή δυνάμει μέρη των βεβαιώσεων. Αν κρίνω Αν το άθροισμα των γωνιών ενός τριγώνου δεν ισούται με δύο ορθές γωνίες, το αξίωμα των παραλλήλων δεν ισχύει, η υποθετική προκείμενη δεν είναι βεβαίωση, γιατί δεν λέω ότι ισχύει μια τέτοια ανισότητα. Παρόλα αυτά λέει κάτι, και αυτό που λέει είναι για άλλη μια φορά πολύ διαφορετικό από αυτό που γνωστοποιεί (kundgibt/intimates). Αυτό που λέει δεν είναι το ψυχικό μου ενέργημα της υποθετικής εικασίας, αν και πρέπει φυσικά να την είχα εκτελέσει αυτήν για να μιλήσω ειλικρινά όπως κάνω. Αλλά συμβαίνει μάλλον ότι, όταν αυτό το υποκειμενικό ενέργημα γνωστοποιείται, κάτι αντικειμενικό και ιδεατό έρχεται σε έκφραση: η υπόθεση της οποίας το εννοιακό περιεχόμενο μπορεί να εμφανιστεί ως η ίδια αποβλεπτική ενότητα σε πολλά δυνατά βιώματα σκέψης (Denkerlebnissen/thought-experiences/lived experiences of thinking), και το οποίο στέκεται μπροστά μας εναργώς με την ενότητα και την ταυτότητά του στην αντικειμενικά-ιδεατή μεταχείριση χαρακτηριστική κάθε σκέψης.

Το ίδιο ισχύει και για τα άλλα μέρη των δηλώσεών μας, ακόμη και για τέτοια που δεν έχουν τη μορφή προτάσεων. [LU I]

ideality el

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

:ideality

ACAPS, 302 ACAPS, 553 DZ-HP, 11

ILTK, 141 ILTK, 167 ILTK, 172 ILTK, 320 ILTK, 336 ILTK, 390

LI I, xxxi LI I, 87 LI I, 138 LI I, 195 LI I, 231

JM-EHTM, 31 JM-EHTM, 61

KM-LTEHTM, 27

FM-MLPP, xvii

DW-OM, 29

HLINCWCP, 15

DZ_FS-HLIR, 191

JM-REHLI, 76 JM-REHLI, 77

Ο Huserl υπερασπίζεται τακτικά την ιδεατότητα (και όχι μόνο τη λογική ιδεατότητα) με όρους διαχρονικής «ταυτότητας» και επαναπαραδειγματοποίησης (re-instantiability) σε επαναλαμβανόμενες σκέψεις.

Ο Χούσερλ είχε επίσης μια έννοια ειδητικών ενικοτήτων (eidetic singularities): υπάρχει μόνο μία σονάτα του Kreuzer, μόνο ένα Πυθαγόρειο Θεώρημα (‘Origin of Geometry’, Crisis, σελ. 357; VI 368), μόνο μια λέξη «λιοντάρι» στην αγγλική γλώσσα (Crisis, σελ. 357; VI 368), μόνο ένας αριθμός 4, και ούτω καθεξής (βλ. Ιδέες Ι § 12). Οι εμπειριστές που δίνουν μια τέτοια έμφαση στα αισθητηριακά δεδομένα εκχωρούν σε αυτά έναν ρόλο που δεν μπορούν να διαδραματίσουν όσον αφορά τη διασφάλιση της «διαχρονικής και διυποκειμενικής αρμονίας των εμπειριών», όπως το έθεσε ο μαθητής του Husserl, Felix Kaufmann.23

Με άλλα λόγια, ο εμπειρισμός δεν έχει τρόπο να εγγυηθεί σταθερές ταυτότητες στη ροή των αισθητηριακών δεδομένων. Ο εμπειρισμός απλώς χάνει τις εποπτικές χορηγήσεις του καθολικού και του ειδητικού. Πράγματι, στις Ideas I (1913) ο Husserl περιγράφει τη φαινομενολογία του ως ρητή προσπάθεια υπέρβασης του εμπειριστικού «ψυχολογισμού του ειδητικού».24

24 Husserl (1977a, § 61, σ. 116); μεταφρ. Kersten (1983, σελ. 139). Στο εξής «Ideas I».

[Dermot Moran, Η υπερβατολογική φιλοσοφία του Husserl και η κριτική του νατουραλισμού, σελ. 122]

5 Γίνεται φανερό σε αυτό το σημείο ότι η «ιδεατότητα» λειτουργεί ως ένας περιεκτικός όρος για τον Husserl. Οτιδήποτε δεν είναι πραγματικό – εκτός από την ίδια την απόλυτη συνείδηση – θεωρείται ως ένα είδος «ιδεατού αντικειμένου». Και όμως πολύ διαφορετικά είδη αντικειμένων εμπίπτουν σε αυτήν την κατηγορία: καταστάσεις πραγμάτων, προτασιακά περιεχόμενα (νοήματα), ουσίες, έννοιες, φυσικοί νόμοι, ειδητικοί νόμοι και ούτω καθεξής.

Ο Husserl κατανοεί έτσι την ιδεατότητα με τη γενικότερη έννοια ως «ενότητα στην πολλαπλότητα» (LI/1, I, §11: 196).

The Philosophy of Husserl Reviews Notre Dame Philosophical Reviews / University of Notre Dame

[Readings on Edmund Husserl’s Logical Investigations σελ. 76-82 | Cite as Husserl’s Thesis of the Ideality of Meanings

Συγγραφείς

  1. N. Mohanty

Περίληψη

  1. Καμία άλλη θέση του Husserl, στη φιλοσοφία του για το νόημα, δεν έχει υποβληθεί σε πιο δυσμενή κριτική από την άποψη, την οποία όμως ποτέ δεν φαίνεται να έχει πάρει πίσω, ότι τα νοήματα είναι ιδεατές οντότητες. Κι όμως, φαίνεται ότι με αυτή την μάλλον παραπλανητική έκφραση προσπαθούσε να συλλάβει μια ουσιαστική στιγμή της εμπειρίας μας των νοημάτων και της σχέσης μας με αυτά. Αυτή η στιγμή μπορεί ίσως να περιγραφεί από τις ακόλουθες προτάσεις: πρώτον, ο λόγος (discourse), και πολύ περισσότερο ο λογικός λόγος απαιτεί τα νοήματα να διατηρούν μια ταυτότητα μέσα σε διαφορετικά πλαίσια. Δεύτερον, τα νοήματα μπορούν να μεταδοθούν από ένα άτομο σε άλλο, και με αυτή την έννοια μπορούν να κοινοποιηθούν. Επιπλέον, σε διαφορετικά ομιλιακά ενεργήματα και σε διαφορετικά πλαίσια, η ίδια ομιλήτρια ή διαφορετικοί ομιλητές μπορούν πάντα να επιστρέψουν στο ίδιο νόημα. Τώρα κάθε ικανοποιητική θεωρία του νοήματος θα πρέπει να μπορεί να μεριμνήσει γι' αυτά τα αλληλένδετα φαινόμενα. Οι θεωρίες που ανάγουν το νόημα στις ιδιωτικές εμπειρίες του ομιλητή ή του ακροατή δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς είναι δυνατόν οι προσωπικές εμπειρίες (εικόνες, για παράδειγμα) ενός να κοινοποιούνται σε, και να μοιράζονται από άλλον. Οποιοδήποτε κριτήριο ταυτότητας σε σχέση με τέτοιες ιδιωτικές εμπειρίες με το οποίο θα μπορούσε κανένα να πει, για παράδειγμα, «Αυτή είναι η ίδια εικόνα που είχα χθες το βράδυ» είναι δύσκολο να βρεθεί. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου πραγματική επικοινωνία νοήματος, έτσι ώστε κάθε άτομο να περικλείεται μέσα στον δικό του κόσμο ιδιωτικών εμπειριών.

Λέξεις-κλειδιά Φυσικό αντικείμενο, Αντιληπτική εμπειρία, Ιδεατή ενότητα, Φαινομενολογική Θεωρία, Αποβλεπτική εμπειρία ](https://link.springer.com/chapter/10.1007/978-94-010-1055-9_8)

ideality objectivity identity of essence

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

/Objectivity lies exclusively in ideality. Without identity of essence/

10 /there is no identity of object/. So, “actuality” is not a fleeting phenomenological event like the actual fulfilling. It is grasped in the latter. 324 It reaches beyond the fulfilling-phenomenon, because belonging to the essence of this presentation is the possibility of fulfilment, or because, when fulfilling takes place, the same fulfilling-possibility

15 occurs for every presentation with the same meaning. /Accordingly, when a judgment is verified in Evidenz, what is specific in the judgment agrees with what is specific in the Evidenz/. Now, it is further evident that when a presentation is fulfilled, every presentation identifiable with it is fulfilled, /that, accordingly, what is specific in the/

20 /meaning is alone decisive for the specific possibility of fulfilment/. Accordingly, for judgments, the /proposition/^22 is alone decisive for the ideal possibility of fulfilment. Proposition is, namely, nothing other than the specific meaning of the judgment, disregarding the moment of the position-taking.^23

25 If I judge that 2 × 2 = 4, then I may have in mind four balls or four houses, etc. If I do not have any full intuitive presentation, then I may have in mind the 4, say, as 4 balls, but the “×” is meant merely symbolically. In short, there are countless possibilities there. Yet, I am still referring to 2 × 2 = 4, and the identical meaning of this referring is the proposition that, therefore, is a universal object, something specific. Only the proposition, the meaning of the reference count for

^22 Indeed, there we have the fundamental difference between essence-propositions and being-propositions.

^23 Is the position-taking not then taken over into the essence? Can it in general be left out?


THE HIGHER FORMS OF OBJECTIFICATION 321

possible fulfilling. If in the fulfilling, I one day grasp “it is really so”, then in so doing 2 × 2 = 4 is really so, and the objectivity expressed in so doing obtains, because each of the infinitely many possible presentations having the same meaning shares in the same possibility

5 of fulfilment. It is generally evident that when two judgments contain the same proposition as meaning, and that when one of the judgments is fulfilled, that the other might be substituted for it without canceling out the fulfilment.

So, here we have the agreement essentially grounded, on the one

10 side, in the proposition and, on the other, in the specific essence of the fulfilling “perception”, i.e., the “Evidenz”, “insight”. So far as the proposition coincides with the specific content of the insight, the proposition naturally is in it too. But, it contains more. /The proposition’s specificity is already in the empty, purely symbolic judgment, /325

15 /but only the excess present on the side of the insight gives the possibility of verification/.

Now, we have /different possible ways of giving a meaning to the truth concept/. We call a judgment as act, as phenomenological or even psychological act /hic et nunc/, a correct judgment, but not a

20 truth. Judgments pass away; truth lasts. Objective truth, truth not containing any incidental relationship to any individual /Dasein /or the fleeting phenomenon, is eternal truth. That holds of every essence-truth.^24 2 × 2 = 4 is something supra-temporal, or better atemporal, an “eternal value”, as people say.

25 We then call the proposition, which is itself an ideal truth, true. We call it a truth. We call it this, though, because it “accords”, because it is to be made perspicuous. In the actual insight, we grasp its truth, not as something belonging to it in its own right, but something accruing on the strength of its verification (only that the

30 fulfilling is exclusively grounded in its immanent essence). Therefore, we see: The proposition is true because truth “corresponds” to it. The proposition is therefore called truth in the unauthentic sense on the strength of this corresponding, namely, because truth in the authentic sense generally corresponds to it. What is, then, the truth

^24 Therefore, it is stated here.


322 THE HIGHER FORMS OF OBJECTIFICATION

corresponding to it, truth in the second, more authentic sense? Well, obviously the specific essence of the insight, what is fulfilling the proposition on the side of the experience of Evidenz, not understood singly, but specifically.

5 Finally, by truth one can also understand the agreement of the prop-

osition with what is specific in the insight, this agreement naturally also understood specifically. Truth, therefore, the general property of the proposition of according, of being seeable. Finally, the concept of truth also transfers to states of affairs. Instead of the obtaining of a

10 state of affairs, we also speak of its truth, i.e., of its trueness.

[Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

ideality objectivity identity of essence el

Created Παρασκευή 06 Δεκεμβρίου 2024

Η αντικειμενικότητα βρίσκεται αποκλειστικά στην ιδεατότητα. Χωρίς ταυτότητα ουσίας δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου. Άρα, το «ενεργεία» δεν είναι ένα φευγαλέο φαινομενολογικό συμβάν όπως η ενεργεία πλήρωση. Συλλαμβάνεται στην τελευταία. [324] Πάει πέρα ​​από την φαινόμενο πλήρωσης, γιατί στην ουσία αυτής της παράστασης ανήκει η δυνατότητα πλήρωσης, ή επειδή, όταν πραγματοποιείται η πλήρωση, η ίδια δυνατότητα πλήρωσης υπάρχει για κάθε παράσταση με την ίδια σημασία. Επομένως, όταν μια κρίση επαληθεύεται με ενάργεια, ό,τι είναι ειδικό στην κρίση συμφωνεί με ό,τι είναι ειδικό στην ενάργεια. Τώρα, είναι περαιτέρω εναργές ότι όταν μια παράσταση πληρώνεται, κάθε παράσταση που ταυτίζεται με αυτήν, πληρώνεται, ότι, κατά συνέπεια, ό,τι είναι ειδικό στη σημασία μόνο είναι καθοριστικό για την ειδική δυνατότητα πλήρωσης. Συνεπώς, για τις κρίσεις, η πρόταση^22 [^22 Πράγματι, εκεί έχουμε τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ προτάσεων της ουσίας και προτάσεων του είναι.] μόνο είναι καθοριστική για την ιδεατή δυνατότητα πλήρωσης. Η πρόταση δεν είναι, δηλαδή, τίποτα άλλο από την ειδική σημασία της κρίσης, αγνοώντας τη στιγμή της θεσιληψίας.^23 [^23 Δεν περιλαμβάνεται τότε στην ουσία η θεσιληψία; Μπορεί γενικά να μείνει έξω;]

Αν κρίνω ότι 2 × 2 = 4, τότε μπορεί να έχω κατά νου τέσσερις μπάλες ή τέσσερα σπίτια, κ.λπ. Εάν δεν έχω καμία πλήρη εποπτική παράσταση, τότε μπορεί να έχω κατά νου το 4, ας πούμε, ως 4 μπάλες, αλλά το «×» εννοείται απλώς συμβολικά. Με λίγα λόγια, υπάρχουν αμέτρητες δυνατότητες εκεί. Ωστόσο, εγώ εξακολουθώ να αναφέρομαι στο 2 × 2 = 4, και η ταυτόσημη σημασία αυτού του αναφέρειν είναι η πρόταση που, επομένως, είναι ένα καθολικό αντικείμενο, κάτι ειδικό. Μόνο η πρόταση, η σημασία της αναφοράς μετρά για τη [321] δυνατή πλήρωση. Αν στην πλήρωση, μια μέρα κατανοήσω «είναι πραγματικά έτσι», τότε, κάνοντάς έτσι, το 2 × 2 = 4 είναι πραγματικά έτσι, και η αντικειμενικότητα που εκφράζεται με αυτόν τον τρόπο ισχύει (obtains), γιατί καθεμία από τις απείρως πολλές δυνατές παραστάσεις που έχουν την ίδια σημασία μετέχει στην ίδια δυνατότητα πλήρωσης. Είναι γενικά εναργές ότι όταν δύο κρίσεις περιέχουν την ίδια πρόταση ως σημασία, και ότι όταν μια από τις κρίσεις πληρώνεται, η άλλη μπορεί να αντικατασταθεί από αυτή χωρίς να ακυρώσει την πλήρωση.

Άρα, εδώ έχουμε τη συμφωνία ουσιαστικά θεμελιωμένη, αφενός, στην πρόταση και, αφετέρου, στην ειδική ουσία της πληρούσας «αντίληψης», δηλ. της «ενάργειας» (“Evidenz”), «ενόρασης» (“insight”, Einsicht). Στο βαθμό που η πρόταση συμπίπτει με το ειδικό περιεχόμενο της ενόρασης, η πρόταση φυσικά είναι επίσης σε αυτή. Όμως, περιέχει περισσότερα. Η ειδικότητα (specificity) της πρότασης βρίσκεται ήδη στην κενή, καθαρά συμβολική κρίση, [325] αλλά μόνο η περίσσεια που υπάρχει στην πλευρά της ενόρασης δίνει τη δυνατότητα επαλήθευσης.

Τώρα, έχουμε διαφορετικούς δυνατούς τρόπους για να δώσουμε μια σημασία στην έννοια της αλήθειας. Ονομάζουμε μια κρίση ως ενέργημα, ως φαινομενολογικό ή ακόμη και ψυχολογικό ενέργημα hic et nunc, ορθή κρίση, αλλά όχι μια αλήθεια. Οι κρίσεις εκπνέουν· η αλήθεια διαρκεί. Η αντικειμενική αλήθεια, η αλήθεια που δεν περιέχει οποιαδήποτε τυχαία σχέση με οποιοδήποτε ατομικό Dasein ή το φευγαλέο φαινόμενο, είναι η αιώνια αλήθεια. Αυτό ισχύει για κάθε αλήθεια ουσίας (essence-truth).^24 [^24 Επομένως, αναφέρεται εδώ.] Η 2 × 2 = 4 είναι κάτι υπερχρονικό, ή καλύτερα άχρονο, μια «αιώνια αξία», όπως λένε οι άνθρωποι.

Στη συνέχεια ονομάζουμε την πρόταση, η οποία είναι η ίδια μια ιδεατή αλήθεια, αληθινή. Την ονομάζουμε μια αλήθεια. Την ονομάζουμε έτσι, όμως, γιατί «συμφωνεί», γιατί πρόκειται να γίνει ευκρινής. Στην ενεργεία ενόραση, συλλαμβάνουμε την αλήθεια της, όχι ως κάτι που της ανήκει από μόνη της, αλλά ως κάτι που προκύπτει από την ισχύ της επαλήθευσής της (μόνο που η πλήρωση βασίζεται αποκλειστικά στην εμμενή ουσία της). Επομένως, βλέπουμε: Η πρόταση είναι αληθής επειδή η αλήθεια «αντιστοιχεί» σε αυτή. Η πρόταση λοιπόν ονομάζεται αλήθεια στο μη αυθεντικό νόημα με βάση αυτή την αντιστοίχηση, δηλαδή, επειδή η αλήθεια με το αυθεντικό νόημα αντιστοιχεί γενικά σε αυτή. Ποια είναι, λοιπόν, η αλήθεια [322] που αντιστοιχεί σε αυτήν, η αλήθεια με το δεύτερο, πιο αυθεντικό νόημα; Λοιπόν, προφανώς η ειδική ουσία της ενόρασης, τι πληρώνει η πρόταση από την πλευρά της εμπειρίας της ενάργειας, κατανοημένη όχι ενικά, αλλά ειδικά.

Τέλος, με αλήθεια μπορεί κανένα να κατανοήσει επίσης τη συμφωνία της πρότασης με ό,τι είναι ειδικό στην ενόραση, αυτή η συμφωνία κατανοημένη φυσικά επίσης ειδικά. Η αλήθεια, άρα, η γενική ιδιότητα της πρότασης της συμφωνίας, τού να είναι ορατή. Τέλος, η έννοια της αλήθειας μεταφέρεται επίσης στις καταστάσεις πραγμάτων. Αντί να μιλήσουμε για την ισχύ της κατάστασης πραγμάτων, μιλάμε επίσης και για την αλήθεια (truth) της, δηλ. για την αληθοφάνειά (trueness) της.

[Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

ideality objectivity subjectivity

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

<(b) The Requirement of Ultimate Reflective Clarity About the Relationship of Ideality and Objectivity to Subjectivity>170

How are we to tackle such problems? Naturally, philosophizing and debating from on high and from the outside cannot lead us to the goal 15 here. In other words, the problems will not budge as long as we are satisfied with the natural and generally very vague concepts in which we think about meaning and object categories, on the one side, and noetic categories, on the other. The work of logicians has already left a certain imprint on these categories, really even before this in the individual natural sciences that really often enough find reasons to resort in general ways to meaning, object, position-taking acts, and to name the main types of them, like proposition, truth, inference, perceptions, judgment, Evidenz, probability, etc. In choosing them for their special field, logicians obviously segregate more rigorously and give more. 25 But, as long as they are not epistemologists, as long as they, for example, only work on formal mathesis or probability theory, or exhibit position-taking acts and differences of Evidenz in externally morphological ways, the ultimate fixing of meaning and meaning elucidation that the solving of the designated problems calls for is wanting.

^5 Must one not say: Knowledge is a subjective matter, it is a matter of thinking, of judging, and if they are to be knowledge, judgments must be built upon various other acts, perceptions, etc., inherently consistent with them? Judgments and possible components of judgments, etc., however, have meaning content to begin with (if we take meaning in the concise sense).


168 THEORY OF KNOWLEDGE AS FIRST PHILOSOPHY

What kind of elucidation and ultimate fixing of meaning is this? It appears to disintegrate entirely in psychological analyses. Formal logicians can proceed in a very rough way with respect to the fixing of the meaning of their basic concepts. It is enough for them to have

5 the concepts that they need, for them to see and master the distinctions that come into consideration for the utilization of mathematico-deductive theories. And the same is the case in the other remaining logical spheres.

We have heard that the unambiguousness and soundness of the

10 concepts that mathematical theory presupposes need not be actual unambiguousness and soundness. On the contrary, the same mathematics, the same arithmetic, along with all the higher disciplines, can be interpreted in the sense of different number types.^6 And, whether number is looked upon as a mental matter, as a fortuitous product of 171

15 human mental makeup, or as anything else, is just quite irrelevant for the theorization of arithmetic. We have also drawn attention to the fact that the building of an exact deductive theory can allow equivalent concepts to be considered to be identical to a considerable (not to be defined more precisely here) extent. Equivalent concepts are

20 concepts differing in sense, but which are substituted for one another /salve veritate/. Hence, in deduction, they act as the same concepts. Also to be taken into consideration is the possibility that the basic concepts of thinking theoreticians may be falsely interpreted, and that that need not, however, be harmful, if instinct and know-how

25 in actually implementing the theory allow the right interpretation to come into play, or if in actually implementing the theory the dangerous obstacles that the false interpretation brings with it are circumvented by dint of that instinct. Mathematizing logic provides proof of all that. Thus, for example, when Schröder, who deserved well of the

30 mathematization of syllogistics, imputed to the universal categorical

^6 But, the higher development of mathematics as a science would already require everything to be neatly segregated here. We have to contrast and keep apart: (1) natural science as it actually is; (2) natural science fully substantiated and constructed throughout, logicized science. Epistemo-metaphysical illumination genuinely requires the second, and for this reason philosophers will engage in a critique in meaning and be obliged to add supplements leading from (1) to (2), namely, from the perspective of theoretical foundations. Compare also 143 ff (comp. p. 196ff below).


THEORY OF KNOWLEDGE AS FIRST PHILOSOPHY 169

proposition this meaning: The class of /A/s is included in the class of /B/s. And, even to the hypothetical proposition “if /U /holds, /V /holds”: The class of time segments .

5 /What suffices in the natural procedures of formal logic regard-/

/ing the sound fixing and meaning bestowal of the logical categories obviously does not suffice for epistemological ends/.^7 We really need ultimate understanding. If we want to attain clarity about how act, meaning content, objectivity, figure in relation to one another, and

10 not simply in a completely general way, but in terms of all particular features and forms, and if by means of this we want to have a thorough understanding of what knowledge and science ultimately achieve and, correlatively, what nature, what real and ideal objectivity ultimately are, then all naiveness, all merely instinctive certitude and

15 quasi clarity, all trusting in instinct and know-how must be rejected.

It is indeed also to be anticipated that all the abysmal difficulties that 172 appear nearly unfathomable to us upon first reflection and bring us to the brink of theoretical despair stem from the fact that, in the first place, with their confusion and vagueness, the natural concepts and

20 naturally implemented axioms serving as the principles of our procedure run together in ambiguous ways and that, in the second place, even if they were unambiguous, naively implementing them would not suffice and that, upon reflective examination, they must, on the contrary, also manifest their true reference to us^8 and in a way that

25 imposes nothing of our natural prejudices, muddled preconceptions and later muddies them by false interpretations.

Philosophical reflection inquires into the relationship of ideality and objectivity to “subjectivity”, to consciousness. It asks, for example, how propositions stand in relation to judgments, objectivity to judgments,

30 how a universal proposition stands in relation to the corresponding act of universal judging, and how it refers to an objectivity. How can Evidenz universally see something as object in general? Well, here we just must thoroughly understand what is being referred to there under the heading of proposition, universal proposition, judgment,

^7 The above distinction is, therefore, to be made there.

^8 What does true reference mean? Example! Reflective examination indeed aims at the relationship of objectivity (ideal and real) to consciousness.


170 THEORY OF KNOWLEDGE AS FIRST PHILOSOPHY

universal judging, Evidenz, and so on. What is in practice sufficient for a syllogistic technique and theory there is not sufficient for us.

To gauge the full scope of the problems, we have to have separated all categorial differences of meaning and object forms, all 5 essentially different categories of position-taking acts and types of Evidenz most rigorously. We may not allow ourselves to be deceived by any kind of equivalence, by any kind of essentially substantiated identity of objects. That, as regards their essence, different acts refer to the same objectivity, indeed perhaps even refer with the identically same sense, or that two proposition forms can in truth stand for one another, nothing like that may ever induce us to identify acts or meanings, but we must precisely be careful and make ourselves clearly aware that this act and that one are different but in a relationship so unique as to entice one to identify them, that this 15 meaning form and that one are different, but equivalent as regards

validity. /What will the definitively elucidating procedure of theory of /173 /knowledge therefore consist in?/

The study of acts that include meanings in themselves and refer to objects, and of the different forms in which these relations of 20 immanence obtain alone can help us. We must see, behold, what actually lies before us there, just how consciousness looks, if it refers, whether a piece, a trait is present that can be called meaning or object there, and if not, what is explained by the fact that it is, nonetheless, a question of such immanence on intuitively justifiable 25 grounds, what, for example, is to be found when several different acts have the same meaning, or several different acts do not have the same meaning, and yet are directed to the same objects. The entire investigation, therefore, goes on within the sphere of subjectivity, within the sphere of evidencing intuition, of intuitive consciousness. 30 We clarify mathematical and ontological concepts by going back to subjectivity. We ask what they genuinely refer to. They do not refer to anything mental. Yet, we only obtain the answer in Evidenz and intuitiveness, where the concept has reference to the corresponding intuition and visibly fulfills what it is referring to in it.^9 Noetic

^9 The problem of constitution is already involved there. Clarification as Evidenz and clarification as investigation of the “origins” are not the same thing.


THEORY OF KNOWLEDGE AS FIRST PHILOSOPHY 171

concepts are themselves concepts of mental occurrences, of judgments, suppositions, etc. There, we consequently look at the mental itself, and if we then want to investigate the reciprocal relationships and the possibility of an objectivity coming to consciousness in 5 subjectivity, the possibility of the validity of objective laws and theories, and so on, then we naturally stand all the more within this sphere of subjective investigations. How do presentations stand in relationship to objects, what does it mean for an object to be given to us in perception, etc.? Therefore, everything is absolutely 10 psychology.

This first rough approximation of the method to be followed in solving epistemological problems is reminiscent of an old, very popular characterization of theory of knowledge as the science of the essence and origin of knowledge. The belief was that the essence of 15 knowledge was to be laid hold of at its origins, and in the usual interpretation seeming obvious in the beginning, the origin itself refers to the psychological origin. However, in direct opposition to this 174 interpretation, in spite of everything said, and within proper bounds, I also plan to take a stand to be adhered to. /We must not succumb to /20 /the certainly very great temptation to mix theory of knowledge and psychology/. And, we basically cannot do this either once we have worked out the problems themselves in a much more rigorous, radical form than traditional philosophy did. And, just as little can we feel a serious temptation to mix theory of knowledge with metaphysics and intend to solve its problems, as is also traditional, by appealing to metaphysical underpinnings.

[Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

ideality objectivity subjectivity el

Created Παρασκευή 06 Δεκεμβρίου 2024

<(b) Η απαίτηση της έσχατης αναστοχαστικής διαύγειας σχετικά με τη σχέση της ιδεατότητας και της αντικειμενικότητας με την υποκειμενικότητα>170

Πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τέτοια προβλήματα; Φυσικά, το να φιλοσοφούμε και να συζητάμε αφ' υψηλού και από απόσταση δεν μπορεί να μας οδηγήσει εδώ στον στόχο. Με άλλα λόγια, τα προβλήματα δεν θα υποχωρήσουν όσο είμαστε ικανοποιημένοι με τις φυσικές και γενικά πολύ ασαφείς έννοιες με τις οποίες σκεφτόμαστε τις κατηγορίες σημασιών και αντικειμένων, από τη μία πλευρά, και τις νοητικές κατηγορίες, από την άλλη. Το έργο των λογικολόγων έχει ήδη αφήσει ένα συγκεκριμένο αποτύπωμα σε αυτές τις κατηγορίες, πραγματικά ακόμη και πριν από αυτό, στις ατομικές φυσικές επιστήμες που πραγματικά αρκετά συχνά βρίσκουν λόγους να καταφεύγουν γενικά σε ενεργήματα σημασίας, αντικειμένου, θεσιληψίας, και να ονομάζουν τους κύριους τύπους τους, όπως πρόταση, αλήθεια, συμπέρασμα, αντιλήψεις, κρίση, ενάργεια, πιθανότητα κ.λπ. Επιλέγοντας τες για το ειδικό τους πεδίο, οι λογικολόγοι προφανώς διαχωρίζουν πιο αυστηρά και δίνουν περισσότερα. Αλλά, στο βαθμό που δεν είναι γνωσιολόγοι, όσο, για παράδειγμα, εργάζονται μόνο πάνω στην τυπική μάθηση (formal mathesis) ή τη θεωρία των πιθανοτήτων, ή εκθέτουν ενεργήματα θεσιληψίας και διαφορές της ενάργειας με εξωτερικά μορφολογικούς τρόπους, η έσχατη παγίωση νοήματος και η διευκρίνιση της σημασίας που απαιτείται για την επίλυση των καθορισμένων προβλημάτων, παραμένει ελλιπής.

^5 Δεν πρέπει να πει κανένα: Η γνώση είναι ένα υποκειμενικό ζήτημα, είναι ένα ζήτημα σκέψης, κρίσης, και αν πρόκειται να είναι γνώση, οι κρίσεις πρέπει να βασίζονται σε διάφορα άλλα ενεργήματα, αντιλήψεις κ.λπ., εγγενώς συνεπείς μαζί τους; Κρίσεις και δυνατές συνιστώσες των κρίσεων κ.λπ., ωστόσο, έχουν, για αρχή, σημασιακό περιεχόμενο (εάν λάβουμε τη σημασία με το περιεκτικό νόημα).

[168] Τι είδους διασάφηση (elucidation) και έσχατη παγίωση της σημασίας είναι αυτή; Φαίνεται να αποσυντίθεται εντελώς στις ψυχολογικές αναλύσεις. Οι τυπικοί λογικολόγοι μπορούν να προχωρήσουν με πολύ πρόχειρο τρόπο όσον αφορά την παγίωση του νοήματος των βασικών τους εννοιών. Τους αρκεί να έχουν τις έννοιες που χρειάζονται, για να δουν και να κατακτήσουν τις διακρίσεις που έρχονται προς θεώρηση στην αξιοποίηση των μαθηματικο-απαγωγικών θεωριών. Και το ίδιο συμβαίνει και στις υπόλοιπες λογικές σφαίρες.

Έχουμε ακούσει ότι η αναμφισημία (unambiguousness) και η ορθότητα των εννοιών που προϋποθέτει η μαθηματική θεωρία δεν χρειάζεται να είναι ενεργεία αναμφισημία και ορθότητα. Αντίθετα, τα ίδια τα μαθηματικά, η ίδια η αριθμητική, μαζί με όλους τους ανώτερους κλάδους, μπορούν να ερμηνευθούν με τη σημασία διαφορετικών τύπων αριθμών.^6 Και, εάν ο αριθμός θεωρηθεί ως ένα νοητικό ζήτημα, ως ένα τυχαίο προϊόν της [171] ανθρώπινης νοητικής σύνθεσης, ή ως οτιδήποτε άλλο, είναι απλώς πολύ άσχετο για τη θεωρητικοποίηση της αριθμητικής. Έχουμε επίσης επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι η οικοδόμηση μιας ακριβούς απαγωγικής θεωρίας μπορεί να επιτρέψει ισοδύναμες έννοιες να θεωρηθούν ταυτόσημες σε μια σημαντική (που δεν πρόκειται να οριστεί ακριβέστερα εδώ) έκταση. Ισοδύναμες έννοιες είναι έννοιες που διαφέρουν ως προς το νόημα, αλλά που αντικαθιστούν η μία την άλλη salve veritate. Ως εκ τούτου, κατά την απαγωγή, λειτουργούν ως οι ίδιες έννοιες. Επίσης, πρέπει να ληφθεί υπόψη η δυνατότητα ότι οι βασικές έννοιες των θεωρητικών της σκέψης μπορεί να ερμηνευθούν εσφαλμένα, και ότι αυτό δεν χρειάζεται, ωστόσο, να είναι επιβλαβές, εάν το ένστικτο και η τεχνογνωσία στην ενεργεία εφαρμογή της θεωρίας επιτρέπουν τη ορθή ερμηνεία να ισχύσει στην πράξη, ή αν στην ενεργεία εφαρμογή της θεωρίας τα επικίνδυνα εμπόδια που φέρνει μαζί της η ψευδής ερμηνεία παρακαμφθούν χάρη σε αυτό το ένστικτο. Η μαθηματική λογική παρέχει απόδειξη για όλα αυτά. Έτσι, για παράδειγμα, όταν ο Schröder, ο οποίος προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στη μαθηματικοποίηση της συλλογιστικής, απέδωσε στην καθολική κατηγοριακή [169] πρόταση αυτό το νόημα: Η τάξη των A περιλαμβάνεται στην τάξη των B. Και, ακόμη και στην υποθετική πρόταση «αν το U ισχύει, το V ισχύει»: Η τάξη των χρονικών τμημάτων <στα οποία το U ισχύει περιλαμβάνεται στην τάξη των χρονικών τμημάτων, στα οποία το V ισχύει>.

^6 Όμως, η υψηλότερη ανάπτυξη των μαθηματικών ως επιστήμης θα απαιτούσε ήδη τα πάντα να είναι προσεκτικά διαχωρισμένα εδώ. Πρέπει να αντιθέσουμε και να κρατήσουμε χωριστά: (1) τη φυσική επιστήμη όπως είναι ενεργεία· (2) τη φυσική επιστήμη πλήρως τεκμηριωμένη και κατασκευασμένη, λογικοποιημένη επιστήμη (logicized science). Ο επιστημονικο-μεταφυσικός φωτισμός απαιτεί γνήσια τη δεύτερη, και για το λόγο αυτό οι φιλόσοφοι θα ασκήσουν μια κριτική στη σημασία και θα υποχρεωθούν να προσθέσουν συμπληρώματα που οδηγούν από την (1) στη (2), δηλαδή, από την προοπτική των θεωρητικών θεμελίων. Πρβλ. επίσης 143 επ. (σ.σ. 196 επ. παρακάτω). [168]

Ό,τι αρκεί στις φυσικές διαδικασίες της τυπικής λογικής όσον αφορά την ορθή παγίωση και σημασιοδότηση των λογικών κατηγοριών, προφανώς δεν αρκεί για επιστημολογικούς σκοπούς.^7 [^7 Επομένως, η παραπάνω διάκριση πρέπει να γίνει εκεί.] Χρειαζόμαστε πραγματικά μια έσχατη κατανόηση. Εάν θέλουμε να επιτύχουμε σαφήνεια σχετικά με το πώς το ενέργημα, το σημασιακό περιεχόμενο, η αντικειμενικότητα, σχετίζονται μεταξύ τους, και όχι απλά με έναν εντελώς γενικό τρόπο, αλλά από την άποψη όλων των καθέκαστων χαρακτηριστικών και μορφών, και αν μέσω αυτού θέλουμε να έχουμε μια ενδελεχή κατανόηση του τι επιτυγχάνουν τελικά η γνώση και η επιστήμη και, σχετικά, τι είναι έσχατα η φύση, η πραγματική και ιδεατή αντικειμενικότητα, τότε όλη η αφέλεια, όλη η απλώς ενστικτώδης βεβαιότητα και οιονεί σαφήνεια (quasi clarity), κάθε εμπιστοσύνη στο ένστικτο και την τεχνογνωσία πρέπει να απορριφθεί.

Είναι πράγματι επίσης αναμενόμενο ότι όλες οι αβυσσαλέες δυσκολίες που μας φαίνονται σχεδόν ακατανόητες (unfathomable) με την πρώτη σκέψη, και μας φέρνουν στο χείλος της θεωρητικής απόγνωσης, πηγάζουν από το γεγονός ότι, αφενός, με τη σύγχυση και την ασάφειά τους, οι φυσικές έννοιες και τα φυσικά εφαρμοσμένα αξιώματα, που χρησιμεύουν ως οι αρχές της διαδικασίας μας, ρέουν από κοινού με αμφίσημους τρόπους και ότι, δεύτερον, ακόμα κι αν ήταν αναμφίσημες, η αφελής εφαρμογή τους δεν θα αρκούσε και ότι, μετά από αναστοχαστική εξέταση, πρέπει, αντίθετα, να εκδηλώσουν επίσης την αληθινή τους αναφορά σε εμάς^8, και με ένα τρόπο που δεν επιβάλλει τίποτα από τις φυσικές μας προκαταλήψεις, τους συγχυσμένους μας προϊδεασμούς, και που αργότερα τις θολώνει με ψευδείς ερμηνείες.

^8 Τι σημαίνει αληθινή αναφορά; Παράδειγμα! Η αναστοχαστική εξέταση στοχεύει πράγματι στη σχέση της αντικειμενικότητας (ιδεατής και πραγματικής) προς τη συνείδηση.


Ο φιλοσοφικός αναστοχασμός διερευνά τη σχέση της ιδεατότητας και της αντικειμενικότητας με την «υποκειμενικότητα», τη συνείδηση. Ρωτάει, για παράδειγμα, πώς έχουν οι προτάσεις σε σχέση με τις κρίσεις, η αντικειμενικότητα με τις κρίσεις, πώς στέκεται μια καθολική πρόταση σε σχέση με το αντίστοιχο ενέργημα καθολικής κρίσης και πώς αναφέρεται σε μια αντικειμενικότητα. Πώς μπορεί η ενάργεια να δει καθολικά κάτι ως αντικείμενο εν γένει; Λοιπόν, εδώ πρέπει απλώς να κατανοήσουμε καλά τι αναφέρεται υπό τον τίτλο της πρότασης, της καθολικής πρότασης, της κρίσης, [170] του καθολικού κρίνειν, της ενάργειας, και ούτω καθεξής. Αυτό που στην πράξη είναι αρκετό για μια συλλογιστική τεχνική και θεωρία δεν μας αρκεί.

Για να εκτιμήσουμε το πλήρες εύρος των προβλημάτων, πρέπει να έχουμε χωρίσει, πιο αυστηρά, όλες τις κατηγοριακές διαφορές σημασίας και μορφών αντικειμένων, και όλες ουσιαστικά τις διαφορετικές κατηγορίες θεσιληπτικών ενεργημάτων και τύπων ενάργειας. Δεν πρέπει να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να εξαπατηθεί από κανένα είδος ισοδυναμίας, από κανένα είδος ουσιαστικά τεκμηριωμένης ταυτότητας των αντικειμένων. Ότι, ως προς την ουσία τους, διαφορετικά ενεργήματα αναφέρονται στην ίδια αντικειμενικότητα, πράγματι ίσως ακόμη και να αναφέρονται με το ίδιο νόημα, ή ότι δύο προτασιακές μορφές μπορούν στην πραγματικότητα να αντιπροσωπεύσουν η μία την άλλη, τίποτα τέτοιο δεν πρέπει ποτέ να μας παρακινήσει να ταυτίσουμε τα ενεργήματα ή τις σημασίες, αλλά πρέπει ακριβώς να είμαστε προσεκτικοί <για αυτό> και να αποκτήσουμε ξεκάθαρη επίγνωση ότι αυτό και εκείνο το ενέργημα είναι διαφορετικά, αλλά μέσα σε μια σχέση τόσο μοναδική που δελεάζει κάποιο να τα ταυτίσει, ότι αυτή και εκείνη η σημασιακή μορφή είναι διαφορετικές, αλλά ισοδύναμες όσον αφορά την εγκυρότητα. Σε τι λοιπόν συνίσταται η οριστικά διασαφηνιστική διαδικασία της θεωρίας της γνώσης;

Mπορεί να μας βοηθήσει μόνο η μελέτη των ενεργημάτων που περιλαμβάνουν σημασίες καθεαυτές και αναφέρονται σε αντικείμενα, και των διαφορετικών μορφών με τις οποίες αυτές οι σχέσεις εμμένειας συμβαίνουν (obtain). Πρέπει να δούμε, να δώσουμε προσοχή, τι στην πραγματικότητα βρίσκεται εκεί μπροστά μας, πώς ακριβώς βλέπει η συνείδηση, αν αναφέρεται, εάν υπάρχει ένα κομμάτι, ένα χαρακτηριστικό είναι παρόν εκεί, που μπορεί να ονομαστεί σημασία ή αντικείμενο, και αν όχι, τι εξηγείται από το γεγονός ότι είναι, ωστόσο, ένα ζήτημα τέτοιας εμμένειας σε εποπτικά δικαιολογημένα θεμέλια, τι πρόκειται, για παράδειγμα, να βρεθεί όταν πολλά διαφορετικά ενεργήματα έχουν την ίδια σημασία ή πολλά διαφορετικά ενεργήματα δεν έχουν το ίδιο νόημα, και όμως κατευθύνονται στα ίδια αντικείμενα. Η έρευνα στο σύνολο της, επομένως, συνεχίζεται στη σφαίρα της υποκειμενικότητας, στη σφαίρα της αποδεικτικής εποπτείας (evidencing intuition), της εποπτικής συνείδησης. Διασαφηνίζουμε τις μαθηματικές και οντολογικές έννοιες επιστρέφοντας στην υποκειμενικότητα. Ρωτάμε σε τι αναφέρονται αυθεντικά. Δεν αναφέρονται σε οτιδήποτε νοητικό. Ωστόσο, λαμβάνουμε την απάντηση μόνο στην ενάργεια και την εποπτικότητα, όπου η έννοια έχει αναφορά στην αντίστοιχη εποπτεία και πληρώνει εμφανώς (visibly) αυτό το οποίο αναφέρεται σε αυτήν.^9 Οι νοητικές [171] έννοιες είναι οι ίδιες έννοιες νοητικών περιστατικών, κρίσεων, υποθέσεων κλπ. Εκεί κατά συνέπεια κοιτάμε το ίδιο το νοητικό και αν στη συνέχεια θελήσουμε να διερευνήσουμε τις αμοιβαίες σχέσεις και τη δυνατότητα να έρθει μια αντικειμενικότητα στη συνείδηση , στην υποκειμενικότητα, τη δυνατότητα της εγκυρότητας των αντικειμενικών νόμων και θεωριών, και ούτω καθεξής τότε φυσικά στεκόμαστε ακόμη περισσότερο σε αυτή τη σφαίρα των υποκειμενικών ερευνών. Πώς συνδέονται οι παραστάσεις με τα αντικείμενα, τι σημαίνει να μας χορηγείται ένα αντικείμενο στην αντίληψη, κλπ.; Επομένως, όλα είναι απολύτως ψυχολογία.

^9 Το πρόβλημα της συγκρότησης εμπλέκεται ήδη εκεί. Η διασάφηση ως ενάργεια και η διασάφηση ως έρευνα της «προέλευσης» δεν είναι το ίδιο πράγμα. [170]

Αυτή η πρώτη, κατά προσέγγιση, προσέγγιση της μεθόδου που πρέπει να ακολουθηθεί στην επίλυση των επιστημολογικών προβλημάτων θυμίζει έναν παλιό, πολύ δημοφιλή χαρακτηρισμό της θεωρίας της γνώσης ως επιστήμης της ουσίας και της προέλευσης της γνώσης. Η πεποίθηση ήταν ότι η ουσία της γνώσης επρόκειτο να αποκτηθεί από τις αρχές (origins) της, και με τη συνήθη ερμηνεία που φαίνεται προφανής στην αρχή, η ίδια η προέλευση (origin) αναφέρεται σε μια ψυχολογική προέλευση. Ωστόσο, σε ευθεία αντίθεση με αυτή την [174] ερμηνεία, παρ' όλα όσα ειπώθηκαν, και εντός κατάλληλων ορίων, σχεδιάζω επίσης να λάβω μια θέση που πρέπει να τηρηθεί. Δεν πρέπει να υποκύψουμε στον ασφαλώς πολύ μεγάλο πειρασμό να αναμείξουμε τη θεωρία της γνώσης και την ψυχολογία. Και, βασικά δεν μπορούμε να το κάνουμε ούτε αυτό εφόσον έχουμε ξεκαθαρίσει τα ίδια τα προβλήματα με μια πολύ πιο αυστηρή, ριζοσπαστική μορφή από ότι έκανε η παραδοσιακή φιλοσοφία. Και, εξίσου λίγο μπορούμε να αισθανθούμε σοβαρά τον πειρασμό να αναμείξουμε τη θεωρία της γνώσης με τη μεταφυσική και να σκοπεύσουμε να λύσουμε τα προβλήματά της, όπως είναι επίσης παραδοσιακό, κάνοντας έκκληση σε μεταφυσικά υποστυλώματα.

[Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

ideality of linguistic expression

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

In his /Formale und Transzendentale Logik, /Husserl speaks of the /Idealität des Sprachlichen? /A linguistic expression is not the passing physical phenomenon, but an ideal structure that is capable of 'being again'. It is easy to dismiss this as a piece of antiquated Platonism. It would be wiser however to pause and to enquire if there is any sense behind this Platonism. We do speak of the same expression as recurring. A word, a sentence, a theory, a geometrical proof are all capable of being repeated ; the physical event, the written shape and the uttered sound are irrevocably unique. In what sense then could we speak of /the same /expression? Certainly not in the physicalistic sense! The sense in which an expression can /be again, /can retain its identity in discourse, can be revived, re-presented and re-understood is exactly the sense in which it is an ideal structure.

This ideality of a linguistic expression could be described, however, in two different levels. First, a linguistic expression is an entity that belongs to the /geistige Welt /or the /Kultur-welt, /and not, as we have emphasized above, to the physical nature. In this respect it bears comparison to a piece of music: Beethoven's Fifth Symphony is capable of being reproduced without losing

^1 /ibid., /p. 39.

^2 /F.u.t.L., /pp. 17-19.


32

THINKING AND MEANING

its essential identity. Secondly, the ideality of an expression is also the ideality of its meaning: this precisely is the theme of our enquiry. It may however be noted here that these two aspects are inseparable and constitute an intimate unity that permits distinction but no division.

Let us direct our attention towards a printed word taken as a merely physical pattern.^1 Once we do this we have the usual mode of outer perception; but the object perceived is no more a word or a meaningful expression. But again as soon as it functions as a word or as an expression, the characteristic of its 'representation' undergoes a total change. The word still continues to be presented to us in outer perception. But we are not any longer interested in this aspect of it. Husserl would say that the intuitive representation in which the /physical /appearance of the word is constituted undergoes an essential modification. The physical pattern enters into a new /intentional unity./

^1 /L.U., /II, 1, pp. 40-41. [JM-EHTM, 31-2] [J.N. Mohanty, /Edmund Husserl's Theory of Meaning/]


13.1. In the 'eidetic' phase of his philosophy of language Husserl advances two major theses: /(a) /the conception of the ideality of language /(die Idealität des Sprachlichen) /and /(b) /the idea of a pure grammar. The clearest statement of the former is found in the /Formale und Transzendentale Logik, /although the conception lies imbedded in the discussions on expressions and

^1 /F.u.t.L., /p. 20.

^2 "Phénoménologie et linguistique," /Revue Internationale de philosophie, /1939.


Husserl's philosophy of language 61

meaning in the /Logische Untersuchungen. /The second of the two theses is elaborated in the Fourth Logical Investigation.

/(a) /The conception of the ideality of language /^1 /is based on the distinction between the actually spoken language /(die aktuell geredete Rede) /and the linguistic expression in itself. The former is always a transitory particular, an acoustic event or a visual datum, while the latter alone is repeatable. When therefore we say or write or use the same expression, the identity refers to the latter and not to the former. For, taken strictly in the sense of an actually written or spoken word or sentence, the same expression can never occur twice, and every time we say we are using the same expression in this sense we are only making use of similar expressions. And yet we do speak of the same expression, just as we speak of the same symphony, of the same novel, etc. in spite of different physical reproductions. Thus the expression-in-itself is no more a real transitory event, but an ideal entity or figure which is reproduced, exemplified etc. in the various real events. Its ideality, Husserl goes on to add, is that of an objective spiritual entity /(objektives geistiges Gebilde). /In this sense, its ideality is to be distinguished from that of the thought - or, meaning - expressed by it.^2 The ideality belongs to a linguistic expression even in its purely linguistic aspect /(hinsichtlich der sprachlichen Leiblichkeit)./

It is clear that Husserl is thereby attributing two kinds of ideality to a linguistic expression: the one concerns the expression in its purely linguistic aspect, that is to say in its very corporeal aspect, and the other, of course, concerns its meaning. Part of Husserl's problem is quite the same as that for the solution of which modern semanticists have distinguished between the type-word and the token-word, and the ideality of an expression considered in its corporeal aspect is nothing but the ideality of an expression considered as a type. If the notion of type could account for the phenomenon of repetition of the same expression, the notion of ideality is uncalled for. There is of course a "recognizable pattern" which is "partly a matter of physical similarity and partly a matter of

^1 /F.u.t.L. /§ 2 ; Compare § 8 above.

^2 /F.u.t.L., /p. 19.


62 HUSSERl/S PHILOSOPHY OF LANGUAGE

conventional understanding." ^1 The difficulty with the notion of ideality in /"rein sprachlicher Hinsicht" /is this: how can the notion of identity be applied to an expression in its /purely /corporeal aspect? One could only detect similarities in pattern. If one speaks of the /same /expression, one can do so not with regard to its purely corporeal aspect, but only in so far as the corporeal aspect is undistinguished from the meaning-aspect. (Considered in the corporeal aspect, what similarity - not to speak of identity - could be there between a written word and the /same /word as spoken?) The ideality of language really concerns the meaning-aspect; in so far, the ideality of language is different from the ideality of non-linguistic works of art, say of a piece of music ! It is not possible therefore to agree with Husserl when he says ^2 that the ideality of a linguistic expression is different from that of the thought expressed by it.

/(b) /Whereas the notion of the /Idealität des Sprachlichen /concerns each linguistic expression considered by itself - be it a word, a sentence, or even a whole work - the notion of a pure Grammar concerns language as a whole. Further, it concerns not any specific language taken by itself, but all languages, in fact /any /language. We could also say that this notion concerns any language /in so far as /its /a priori /form is concerned. Husserl seems to be of the opinion that although each language has developed through its own peculiar historical, sociological and environmental circumstances and has its own distinctive peculiarities, nevertheless it does - and in fact it must - conform to an apriori /structure: "an dieses ideale Gerüst ist jede gebunden". "The language has not only its physiological, psychological, and ethnological fundamentals, but also its apriori fundamentals.'' ^3 This a priori fundamental consists in the "essential forms of meaning and the a priori laws of their complexities and respective modifications," so that "no language is thinkable which is not determined essentially by this apriori." ^3

What Husserl has in his mind is certainly /not /the notion of an eidetic or ideal /language /of which the empirical languages are imperfect realisations. Merleau-Ponty is wrong when he attri-

^1 C I. Lewis, "The Modes of Meaning," Linsky, /loc. cit., /pp. 50-51.

^2 /F.u.t.L., /p. 19.

^3 /L.U/., II, 1, p. 338.


husserl's philosophy of language 63

butes to Husserl such a conception of an /ideal /language. The peculiarity of Husserl's thought, as we shall point out in the sequel, lies not in distinguishing between an ideal language and the empirical languages (this distinction he did not in reality draw), but in attributing ideality, as we saw in /(a) /above, even to expressions in the empirical languages. What Husserl here suggests is the notion of an a priori universal /grammar /(a grammar is not a language and a language is more than a form) which would, in the words of Merleau-Ponty, "determine the forms of signification indispensable for all languages, if they are to be languages."^1

13.2. The other i.e. the 'constitutive' phase of Husserl's philosophy of language can already be detected in the very same paragraph of the /Formale und transzendentale Logik /in which he speaks of the /Idealität des Sprachlichen. /With regard to this phase, we might further distinguish between two distinct movements. There is an attempt to trace language back in the first place to the noetic act which makes it possible, and then in the second place to the more primitive /Lebenswelt. /The significance of both these movements has to be brought to light.

/(a) /The unity of the physical expression and the meaning it embodies is not a merely external unity. Rather, "while speaking we perform an inner act of meaning which mingles itself with the words and at the same time animates them" (/"redend vollziehen wir fortlaufend ein inneres, sich mit Worten verschmelzendes, sie gleichsam beseelendes Meinen").^2 /From the point of his constitution-analysis, Husserl is interested not in the objective phenomenon of linguistic expression but in my /experience of language /as I speak it. This problem again is inseparable from the wider question of the possibility of experience in general.^3 Since all experience has a noetic aspect and a noematic aspect, and since

^1 Compare Wittgenstein's extended notion of grammar: "So does it depend wholly on our grammar what will be called (logically) possible and what not . . .." /(Philosophical Investigations, /p. 142^e ).

^2 /F.u.t.L., /p. 20.

^3 J. P. Sartre emphasizes this. Compare his "The Journey and the Return" which is a critical essay on Brice Parain's, /Recherches sur la nature et les fonctions du langage, /Paris, 1942. Sartre's essay is included in /Essays on Language and Literature, /edited by J. L. Heveni, London, Allen Wingate.


64 HUSSERL'S PHILOSOPHY OF LANGUAGE

the noematic aspect may always be viewed as having been constituted in the noetic aspect, here also in our experience of language there is a noetic experience which produces the identity of the word, a meaning-intending act which produces the identity of meaning, and an act which constitutes the two, the physical expression and the meaning, into an inseparable unity. The underlying insight seems to be that man, as an animal possessed of speech, is not a passive witness of an objective structure which exists independent of him; nor is he a mechanic who uses ready-made tools. But, a spiritual being as he is, his experience is creative; he produces language and uses it. The objectivity of linguistic expression is rooted in the subjective acts of the speaker.

/(b) /The development of Husserl's philosophy in general from the /Ideen /Vol. I onwards is marked by an increasing awareness of the importance of the /Lebenswelt, /an awareness that brings him nearer Dewey and Whitehead in one major aspect.^1 The ideality and the objectivity of expressions and thought-structures are not for a moment lost sight of. Nor is the doctrine of the noetic constituting acts given up. Only, the transition to the noetic acts is now sought to be /mediated by /one more step : the demonstration that all those objectivities and their experiences derive from one unreflective /Lebenswelt. /The transcendental idealism expands its fold so as to include even the unreflective primitive order of life within its scope, instead of leaving it untouched as an irrational Other. (Kantian idealism, Husserl tells us in his /Krisis^2 /did not see this presupposition of all thought and of all science.)

The general principle regarding the relation of the idealities to the /Lebenswelt /is laid down thus in /Die Krisis: /"... objective theory in its logical sense... is rooted in the /Lebenswelt/, in the original evidences belonging to it. By virtue of this foundation, objective science acquires a standing significance for the world in which we always live even as scientists and, then also as the community of co-scientists - that is to say for the common /Lebenswelt." /^3 And yet, the structure raised on this foundation is something new.^4

^1 See the concluding chapter of this work.

^2 /Krisis, /§28.

^3 /Krisis, /p. 132.

^4 /ibid., /p. 133.


Husserl's philosophy of language 65

For philosophy of language, the transition to the /Lebenswelt /means the transition from /language to speech, /to interpersonal communication. "The environment /(Umwelt) /which constitutes itself in the experience of the Other, in reciprocal understanding and in agreement is called by us the /communicative /environment."^1 In this environment, speech is followed by reply, suggestions are followed by assent or dissent or even a counterproposal. Within this environment, persons enter into relationship with other persons. A person speaks to another.^2 The /I/ is relative to the /we. /The /I/ requires a /you, /and the /we /requires the /others.^3 /It is out of this interpersonal situation that language as an objectified structure arises.^4

It would be interesting to compare these two aspects of Husserl's philosophy of language with a similar distinction made by Saussure between a "synchronic" linguistic of speech and a "diachronic" linguistic of language, or with Pos's distinction between the phenomenological and the objective attitudes. The objective attitude, according to Pos, looks at language in the past tense; this is the attitude of the observer who surveys the history of language, who regards a language as a product of past acts of signification, of past hazards and accidents. In short, in this attitude we seek for the historical origin and growth of language and look upon the present as a resultant of this process. The phenomenological attitude, on the other hand, returns to the speaking subject, to the "communicative" /Umwelt /as Husserl calls it, or to the speech as "coming warm from the human mouth" as Sartre ^5 puts it.

How are we to place Husserl in such a context? It must at once be obvious that Husserl in no phase of his philosophy had anything to do with the objective attitude in the sense explained above, for his phenomenological method could not possibly have had anything to do with the historical origin and growth of

^1 /Ideen /II /(Husserliana, /Bd. IV), p. 193.

^2 /ibid., /p. 236.

^3 /ibid., /p. 288, footnote.

^4 Compare Brice Parain: "I am hungry. It is I who am saying: I am hungry; but it is not me who is understood. I have disappeared in these two seconds whilst I am speaking. As soon as I have spoken, there remains no more of me than a man who is hungry, and this man is common to everyone ... I am transformed into an impersonal order." /Recherches sur la nature et les fonctions du langage, /p. 172, quoted by J. P. Sartre, /loc. cit., /p. 184-5.

^5 J. P. Sartre, /loc. cit./


66 husserl's philosophy of language

language. Both his earlier /eidetic /phase and the later /constitutive /phase including the return to the /Lebenswelt /fall within the legitimate phenomenological attitude. In fact, one could even maintain that the eidetic phase, especially the doctrine of the /Idealität des Sprachlichen, /could have been developed only from the phenomenological attitude of the communicating subject, for it is only when regarded from the situation of inter-subjective communication that a linguistic expression proclaims its ideality. Thus one could venture the seemingly paradoxical assertion that the phenomenological attitude reveals at once the subjectivity and the objectivity, the relativity and the absoluteness of linguistic expressions.^1 ,^2

^1 It is interesting to compare the development of Husserl's philosophy with the development of Ernst Cassirer's philosophy of language. Cassirer started with a genetic view of language and gradually abandoned it in favour of a phenomenological philosophy, cp. Lenneberg, "A note on Cassirer's Philosophy of Language," /Philosophical and Phenomenological Research, /Vol. XV, pp. 512-522.

^2 Compare Parain: Language is "neither subject nor object, is pertaining neither to one nor the other, subject whilst I am speaking, object whilst I hear myself speaking .. .." /(Recherches sur la nature et les fonctions du langage, /p. 183; quoted /loc. cit., /p. 180). [J. Ν. MOHANTY, Edmund Husserl's Theory of Meaning, THIRD EDITION, 1976 by Martinus Nijhoff, The Hague, Netherlands]

ideality of linguistic expression el

Created Παρασκευή 06 Δεκεμβρίου 2024

Στην Formale und Transzendentale Logik (Τυπική και Υπερβατολογική Λογική) του, ο Husserl μιλάει για την Idealität des Sprachlichen (ιδεατότητα του γλωσσικού). Μια γλωσσική έκφραση δεν είναι το περαστικό φυσικό φαινόμενο, αλλά μια ιδεατή δομή που είναι ικανή να «είναι πάλι». Είναι εύκολο να το απορρίψουμε αυτό ως ένα παράδειγμα απαρχαιωμένου πλατωνισμού. Ωστόσο, θα ήταν σοφότερο να σταματήσουμε και να ρωτήσουμε εάν υπάρχει νόημα πίσω από αυτόν τον πλατωνισμό. Μιλάμε για την ίδια έκφραση ως επαναλαμβανόμενη. Μια λέξη, μια πρόταση, μια θεωρία, μια γεωμετρική απόδειξη είναι όλα ικανά να επαναληφθούν· το φυσικό συμβάν, το γραπτό σχήμα και ο εκφερόμενος ήχος είναι αμετάκλητα μοναδικά. Με ποια έννοια τότε θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για την ίδια έκφραση; Σίγουρα όχι με τη φυσικαλιστική έννοια! Η έννοια με την οποία μια έκφραση μπορεί να είναι ξανά, μπορεί να διατηρήσει την ταυτότητά της στο λόγο, μπορεί να αναβιώσει, να επαναπαρουσιαστεί και να επανακατανοηθεί είναι ακριβώς η έννοια με την οποία είναι μια ιδεατή δομή.

Αυτή η ιδεατότητα μιας γλωσσικής έκφρασης θα μπορούσε, ωστόσο, να περιγραφεί σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Πρώτον, μια γλωσσική έκφραση είναι μια οντότητα που ανήκει στον geistige Welt (πνευματικό κόσμο) ή στον Kultur-welt (πολιτιστικό κόσμο), και όχι, όπως τονίσαμε παραπάνω, στην εκτατή φύση (physical nature). Από αυτή την άποψη αντέχει σύγκρισης με ένα μουσικό κομμάτι: η Πέμπτη Συμφωνία του Μπετόβεν είναι ικανή να αναπαραχθεί χωρίς να χάσει [32] την ουσιαστική της ταυτότητα. Δεύτερον, η ιδεατότητα μιας έκφρασης είναι επίσης η ιδεατότητα του νοήματος της: αυτό ακριβώς είναι το θέμα της έρευνάς μας. Μπορεί ωστόσο να σημειωθεί εδώ ότι αυτές οι δύο πτυχές είναι αδιαχώριστες και αποτελούν μια οικεία ενότητα που επιτρέπει τη διάκριση αλλά όχι τη διαίρεση.

Ας στρέψουμε την προσοχή μας σε μια έντυπη λέξη θεωρούμενη ως ένα απλώς φυσικό μοτίβο.^1 Μόλις το κάνουμε αυτό έχουμε τον συνήθη τρόπο της εξωτερικής αντίληψης· αλλά το αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό δεν είναι πια μια λέξη ή μια σημαίνουσα έκφραση. Αλλά και πάλι μόλις λειτουργήσει ως λέξη ή ως μια έκφραση, το χαρακτηριστικό της «αναπαράστασής» της υφίσταται συνολικά αλλαγή. Η λέξη εξακολουθεί να μας παρουσιάζεται στην εξωτερική αντίληψη. Αλλά δεν μας ενδιαφέρει πλέον αυτή η πτυχή της. Ο Husserl θα έλεγε ότι η εποπτική αναπαράσταση, στην οποία η φυσική εμφάνιση της λέξης συνίσταται, υπόκειται σε ουσιαστική τροποποίηση. Το φυσικό μοτίβο εισέρχεται σε μια νέα αποβλεπτική ενότητα.

^1 L.U., II, 1, pp. 40-41. [JM-EHTM, 31-2] [J.N. Mohanty, /Edmund Husserl's Theory of Meaning/]


13.1. Στην «ειδητική» φάση της φιλοσοφίας του για τη γλώσσα ο Husserl προωθεί δύο κύριες θέσεις: (α) τη σύλληψη της ιδεατότητας της γλώσσας (die Idealität des Sprachlichen) και (β) την ιδέα μιας καθαρής γραμματικής. Η πιο ξεκάθαρη δήλωση της πρώτης βρίσκεται στο Formale und Transzendentale Logik, αν και η σύλληψη βρίσκεται ενσωματωμένη στις συζητήσεις για τις εκφράσεις και [61] τη σημασία στις Logische Untersuchungen. Η δεύτερη από τις δύο θέσεις αναλύεται στην Τέταρτη Λογική Έρευνα.

(α) Η σύλληψη της ιδεατότητας της γλώσσας^1 [^1 F.u.t.L. § 2 ; Συγκρίνετε την § 8 παραπάνω.] βασίζεται στη διάκριση μεταξύ τής ενεργεία ομιλούμενης γλώσσας (die aktuell geredete Rede) και της γλωσσικής έκφρασης καθεαυτής. Η πρώτη είναι πάντα ένα παροδικό καθέκαστο, ένα ακουστικό γεγονός ή ένα οπτικό δεδομένο, ενώ η τελευταία μόνο επαναλαμβάνεται. Όταν λοιπόν λέμε ή γράφουμε ή χρησιμοποιούμε την ίδια έκφραση, η ταυτότητα αναφέρεται στην τελευταία και όχι στην πρώτη. Γιατί, λαμβανόμενη αυστηρά με την έννοια μιας ενεργεία γραπτής ή προφορικής λέξης ή πρότασης, η ίδια έκφραση δεν μπορεί ποτέ να εμφανιστεί δύο φορές, και κάθε φορά που λέμε ότι χρησιμοποιούμε την ίδια έκφραση με αυτό το νόημα χρησιμοποιούμε μόνο παρόμοιες εκφράσεις. Κι όμως μιλάμε για την ίδια έκφραση, όπως ακριβώς μιλάμε για την ίδια συμφωνία, για το ίδιο μυθιστόρημα, κλπ. παρά τις διαφορετικές φυσικές αναπαραγωγές. Έτσι η έκφραση καθεαυτή δεν είναι πλέον ένα πραγματικό παροδικό συμβάν, αλλά μια ιδεατή οντότητα ή σχήμα που αναπαράγεται, παραδειγματίζεται κ.λπ. στα διάφορα πραγματικά συμβάντα. Η ιδεατότητά της, προσθέτει ο Husserl, είναι αυτή μιας αντικειμενικής πνευματικής οντότητας (objektives geistiges Gebilde). Με αυτή την έννοια, η ιδεατότητά της πρέπει να διακρίνεται από αυτή της σκέψης -- ή, της σημασίας -- που εκφράζεται με αυτή.^2 [^2 F.u.t.L., σελ. 19.] Η ιδεατότητα ανήκει σε μια γλωσσική έκφραση ακόμη και στην καθαρά γλωσσική της πτυχή (hinsichtlich der sprachlichen Leiblichkeit).

Είναι σαφές ότι ο Husserl αποδίδει έτσι δύο είδη ιδεατότητας σε μια γλωσσική έκφραση: το ένα αφορά την έκφραση στην καθαρά γλωσσική της πτυχή, δηλαδή στην ίδια τη σωματική της πτυχή, και το άλλο, βέβαια, αφορά τη σημασία της. Μέρος του προβλήματος του Husserl είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό, για τη λύση του οποίου οι σύγχρονοι σημασιολόγοι έχουν κάνει διάκριση μεταξύ του τύπου-λέξης (type-word) και του δείγματος-λέξης (token-word), και η ιδεατότητα μιας έκφρασης θεωρημένης στη σωματική της πτυχή δεν είναι τίποτα άλλο παρά η ιδεατότητα μιας έκφρασης θεωρημένης ως τύπος. Αν η έννοια του τύπου θα μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο της επανάληψης της ίδιας έκφρασης, η έννοια της ιδεατότητας δεν θα απαιτείτο. Υπάρχει φυσικά ένα «αναγνωρίσιμο μοτίβο» το οποίο είναι «εν μέρει ζήτημα φυσικής ομοιότητας και εν μέρει ζήτημα [62] συμβατικής κατανόησης.» ^1 [^1 C I. Lewis, "The Modes of Meaning", Linsky, loc. cit., pp. 50-51.] Η δυσκολία με την έννοια της ιδεατότητας από "rein sprachlicher Hinsicht" («αμιγώς γλωσσική άποψη») είναι αυτή: πώς μπορεί η έννοια της ταυτότητας να εφαρμοστεί σε μια έκφραση στην καθαρά σωματική της άποψη; Θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε μόνο ομοιότητες στο μοτίβο. Αν μιλήσουμε για την ίδια έκφραση, μπορεί να το κάνουμε όχι καθαρά ως προς την σωματική πτυχή, αλλά μόνο στο βαθμό που η σωματική πτυχή είναι αδιάκριτη από την πτυχή της σημασίας. (Θεωρούμενη από τη σωματική άποψη, ποια ομοιότητα --για να μην μιλήσουμε για ταυτότητα-- θα μπορούσε να υπάρχει μεταξύ μιας γραπτής λέξης και της ίδιας λέξης στην προφορική της μορφή;) Η ιδεατότητα της γλώσσας αφορά πραγματικά την πτυχή της σημασίας· στο βαθμό που η ιδεατότητα της γλώσσας είναι διαφορετική από την ιδεατότητα των μη γλωσσικών έργων τέχνης, ας πούμε ενός μουσικού κομματιού! Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συμφωνήσουμε με τον Husserl όταν λέει^2 [^2 F.u.t.L., σελ. 19.] ότι η ιδεατότητα μιας γλωσσικής έκφρασης είναι διαφορετική από αυτή της σκέψης που εκφράζεται από αυτήν.

(β) Επειδή η έννοια της Idealität des Sprachlichen αφορά κάθε γλωσσική έκφραση θεωρούμενη από μόνη της -- είτε είναι λέξη, μια πρόταση, ή ακόμα και ένα ολόκληρο έργο -- η έννοια της καθαρής Γραμματικής αφορά τη γλώσσα ως σύνολο. Επιπλέον, δεν αφορά κάποια συγκεκριμένη γλώσσα λαμβανόμενη από μόνη της, αλλά όλες τις γλώσσες, στην πραγματικότητα οποιαδήποτε γλώσσα. Θα μπορούσαμε να πούμε επίσης ότι αυτή η έννοια αφορά οποιαδήποτε γλώσσα όσον αφορά την a priori μορφή της. Ο Husserl φαίνεται να είναι της άποψης ότι αν και κάθε γλώσσα έχει αναπτυχθεί μέσα από τις δικές της ιδιόμορφες ιστορικές, κοινωνιολογικές και περιβαλλοντικές συνθήκες και έχει τις δικές της χαρακτηριστικές ιδιαιτερότητες, στην πραγματικότητα συμμορφώνεται --και μάλιστα πρέπει να συμμορφώνεται-- με μια apriori δομή: "an dieses ideale Gerüst ist jede gebunden" («σε αυτόν τον ιδεατό σκελετό είναι δεσμευμένη καθεμία»). «Η γλώσσα δεν έχει μόνο τα φυσιολογικά, ψυχολογικά, και τα εθνολογικά θεμελιώδη μεγέθη, αλλά και τα apriori θεμελιώδη μεγέθη της.» ^3 [^3 L.U., II, 1, p. 338.] Αυτό το a priori θεμελιώδες συνίσταται στις «ουσιώδεις μορφές σημασίας και τους a priori νόμους της πολυπλοκότητάς τους και των αντίστοιχων τροποποιήσεων», έτσι ώστε «καμία γλώσσα δεν είναι νοητή, που δεν καθορίζεται ουσιαστικά από αυτό το apriori." ^3 [^3 L.U., II, 1, p. 338.]

Αυτό που έχει κατά νου του ο Husserl είναι βέβαια όχι η έννοια μιας ειδητικής ή ιδεατής γλώσσας της οποίας οι εμπειρικές γλώσσες είναι ατελείς πραγματοποιήσεις. Ο Merleau-Ponty κάνει λάθος όταν αποδίδει [63] στον Husserl μια τέτοια αντίληψη μιας ιδεατής γλώσσας. Η ιδιομορφία της σκέψης του Husserl, όπως θα τονίσουμε στη συνέχεια, δεν έγκειται στη διάκριση μεταξύ μιας ιδεατής γλώσσας και των εμπειρικών γλωσσών (αυτή τη διάκριση δεν την έκανε στην πραγματικότητα), αλλά στην απόδοση ιδεατότητας, όπως είδαμε στο (α) παραπάνω, ακόμη και σε εκφράσεις των εμπειρικών γλωσσών. Αυτό που προτείνει ο Husserl εδώ είναι η έννοια μιας a priori καθολικής γραμματικής (μια γραμματική δεν είναι μια γλώσσα και μια γλώσσα είναι κάτι περισσότερο από μια μορφή) που, σύμφωνα με τα λόγια του Merleau-Ponty, «καθορίζει τις μορφές σημασίας που είναι απαραίτητες για όλες τις γλώσσες, αν πρόκειται να είναι γλώσσες.»^1 [^1 Συγκρίνετε την εκτεταμένη έννοια της γραμματικής του Wittgenstein: «Έτσι εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη γραμματική μας τι θα ονομαστεί (λογικά) δυνατό και τι όχι. . ..» (Φιλοσοφικές Έρευνες, σελ. 142^e ).]

13.2. Η άλλη, δηλαδή η «συγκροτησιακή» φάση της φιλοσοφίας της γλώσσας του Husserl, μπορεί ήδη να ανιχνευθεί στην ίδια παράγραφο της Formale und transzendentale Logik, στην οποία μιλάει για την Idealität des Sprachlichen. Σχετικά με αυτή τη φάση, θα μπορούσαμε περαιτέρω να διακρίνουμε μεταξύ δύο διακριτών κινήσεων. Γίνεται προσπάθεια ιχνηλάτησης της γλώσσας πίσω, αφενός, στο νοητικό ενέργημα που την κάνει εφικτή, και, αφετέρου, στον πιο πρωταρχικό Lebenswelt (βιόκοσμο). Η σημασία και των δύο αυτών κινήσεων πρέπει να καταδειχθεί στο φως.

(α) Η ενότητα της φυσικής έκφρασης και της σημασίας που ενσωματώνει δεν είναι απλώς μια εξωτερική ενότητα. Μάλλον, «ενώ μιλάμε επιτελούμε ένα εσωτερικό σημασιακό ενέργημα που αναμειγνύεται με τις λέξεις και ταυτόχρονα τις ζωντανεύει» ("redend vollziehen wir fortlaufend ein inneres, sich mit Worten verschmelzendes, sie gleichsam beseelendes Meinen").^2 [^2 F.u.t.L., σελ. 20.] Από το σημείο της συγκροτησιακής ανάλυσής του, ο Husserl ενδιαφέρεται όχι για το αντικειμενικό φαινόμενο της γλωσσικής έκφρασης, αλλά για την εμπειρία μου της γλώσσας καθώς τη μιλάω. Αυτό το πρόβλημα είναι πάλι αναπόσπαστο από το ευρύτερο ζήτημα της δυνατότητας εμπειρίας εν γένει.^3 [^3 Αυτό τονίζει ο J. P. Sartre. Συγκρίνετε το «Το Ταξίδι και η Επιστροφή» που είναι ένα κριτικό δοκίμιο για το Recherches sur la nature et les fonctions du langage//, Παρίσι, 1942, του Brice Parain. Το δοκίμιο του Σαρτρ περιλαμβάνεται στο Essays on Language and Literature, επιμέλεια J. L. Heveni, Λονδίνο, Άλεν Γουίνγκεϊτ.]

Εφόσον κάθε εμπειρία έχει μια νοητική όψη και μια νοηματική όψη, και επειδή [64] η νοηματική όψη μπορεί πάντα να θεωρηθεί ότι έχει συγκροτηθεί στη νοητική όψη, εδώ επίσης στην εμπειρία μας για τη γλώσσα υπάρχει μια νοητική εμπειρία που παράγει την ταυτότητα της λέξης, ένα σημασιοδοτικό ενέργημα που παράγει την ταυτότητα της σημασίας και ένα ενέργημα που συγκροτεί τα δύο, τη φυσική έκφραση και τη σημασία, σε μια αδιάσπαστη ενότητα. Η υποκείμενη ενόραση φαίνεται να είναι ότι ο άνθρωπος, ως ζώο που κατέχει ομιλία, δεν είναι παθητικός μάρτυρας μιας αντικειμενικής δομής που υπάρχει ανεξάρτητα από αυτόν· ούτε είναι μηχανικός που χρησιμοποιεί έτοιμα εργαλεία. Αλλά, πνευματικό ον όπως είναι, η εμπειρία του είναι δημιουργική· παράγει γλώσσα και τη χρησιμοποιεί. Η αντικειμενικότητα της γλωσσικής έκφρασης έχει τις ρίζες της στα υποκειμενικά ενεργήματα της ομιλήτριας.

(β) Η ανάπτυξη της φιλοσοφίας του Husserl γενικά από τις Ideen Τόμ. I και μετά χαρακτηρίζεται από μια αυξανόμενη συνειδητοποίηση της σημασίας του Lebenswelt (βιοκόσμου), μια επίγνωση που τον φέρνει πιο κοντά στον Dewey και τον Whitehead σε μια σημαντική πτυχή.^1 [^1 Δείτε το τελικό κεφάλαιο αυτής της εργασίας.] Η ιδεατότητα και η αντικειμενικότητα των εκφράσεων και των δομών της σκέψης δεν παραμερίζονται ούτε μια στιγμή. Ούτε εγκαταλείπεται η διδασκαλία των νοητικών συγκροτησιακών ενεργημάτων. Απλώς, η μετάβαση στα νοητικά ενεργήματα επιδιώκεται πλέον να διαμεσολαβηθεί από ένα ακόμη βήμα: την απόδειξη ότι όλες αυτές οι αντικειμενικότητες και οι οι εμπειρίες προέρχονται από έναν μη αναστοχαστικό Lebenswelt. Ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός διευρύνει την άποψή του έτσι ώστε να συμπεριλάβει ακόμη και την μη αναστοχαστική πρωταρχική τάξη ζωής, εντός του πεδίου εφαρμογής του, αντί να την αφήσει ανέγγιχτη ως ένα παράλογο Άλλο (irrational Other). (Ο Καντιανός ιδεαλισμός, μας λέει ο Husserl στην Κρίση^2 [^2 Κρίση, §28.] του, δεν είδε αυτή την προϋπόθεση όλης της σκέψης και όλης της επιστήμης.)

Η γενική αρχή σχετικά με τη σχέση των ιδεατοτήτων με τον Lebenswelt κατατίθεται έτσι στο Die Krisis: «... η αντικειμενική θεωρία στην λογική της σημασία... έχει τις ρίζες της στον Lebenswelt, στις πρωτότυπες ενάργειες που του ανήκουν. Δυνάμει αυτού του θεμελίου, η αντικειμενική επιστήμη αποκτά μια πάγια σημασία για τον κόσμο στον οποίο ζούμε πάντα ακόμη και ως επιστήμονες και, στη συνέχεια, ως κοινότητα των συν-επιστημόνων -- δηλαδή για τον κοινό Lebenswelt.»^3 [^3 Κρίση, σελ. 132.] Και όμως, η δομή που υψώνεται σε αυτό το θεμέλιο είναι κάτι νέο.^4 [^4 ibid., σελ. 133.]

[65] Για τη φιλοσοφία της γλώσσας, η μετάβαση στον Lebenswelt σημαίνει τη μετάβαση από τη γλώσσα στην ομιλία, στη διαπροσωπική επικοινωνία. «Το περιβάλλον (Umwelt) που συγκροτείται στην εμπειρία της Άλλης, σε αμοιβαία κατανόηση και σε συμφωνία, καλείται από μας το επικοινωνιακό περιβάλλον.»^1 [^1 Ideen II (Husserliana, Bd. IV), p. 193.] Σε αυτό το περιβάλλον, η ομιλία ακολουθείται από απάντηση, οι υποδείξεις ακολουθούνται από συμφωνία ή διαφωνία ή ακόμη από μια αντιπρόταση. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, τα πρόσωπα εισέρχονται σε σχέση με άλλα πρόσωπα. Ένα πρόσωπο μιλάει σε ένα άλλο.^2 [^2 ibid., σελ. 236.] Το εγώ είναι σε σχέση με το εμείς. Το εγώ απαιτεί ένα εσύ, και το εμείς απαιτεί τα άλλα.^3 [^3 ibid., σελ. 288, υποσημ.] Είναι από αυτή τη διαπροσωπική κατάσταση που προκύπτει η γλώσσα ως μια αντικειμενοποιημένη δομή.^4 [^4 Πρβλ. Brice Parain: "Πεινάω. Είμαι εγώ που λέω: είμαι πεινασμένος· αλλά δεν είμαι εγώ που γίνεται κατανοητός. Έχω εξαφανιστεί σε αυτά τα δύο δευτερόλεπτα όσο μιλάω. Μόλις μίλησα, δεν μένει παρά ένας άνθρωπος που πεινάει, και αυτός ο άνθρωπος είναι κοινός σε όλους ... μεταμορφώνομαι σε μια απρόσωπη τάξη.» Recherches sur la nature et les fonctions du langage, σελ. 172, που παρατίθεται από τον J. P. Sartre, loc. cit., σελ. 184-5.]

Θα ήταν ενδιαφέρον να συγκρίνουμε αυτές τις δύο πτυχές της φιλοσοφίας της γλώσσας του Husserl, με παρόμοια διάκριση που έκανε ο Saussure ανάμεσα σε μια «συγχρονική» γλωσσολογία της ομιλίας και μια «διαχρονική» γλωσσολογία της γλώσσας, ή με τη διάκριση του Pos μεταξύ των φαινομενολογικών και αντικειμενικών στάσεων. Η αντικειμενική στάση, σύμφωνα με τον Pos, εξετάζει τη γλώσσα σε παρελθόντα χρόνο· αυτή είναι η στάση του παρατηρητή που ερευνά την ιστορία της γλώσσας, που θεωρεί μια γλώσσα ως προϊόν προηγούμενων ενεργημάτων σημασιοδότησης, παρελθόντων κινδύνων και ατυχημάτων. Εν ολίγοις, σε αυτή τη στάση επιδιώκουμε την ιστορική προέλευση και ανάπτυξη της γλώσσας και κοιτάμε το παρόν ως ένα αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας. Η φαινομενολογική στάση, από την άλλη μεριά, επιστρέφει στο ομιλούν υποκείμενο, στο «επικοινωνιακό» Umwelt (περιβάλλον), όπως το αποκαλεί ο Husserl ή στην ομιλία ως «προερχόμενη ζεστά από το ανθρώπινο στόμα» όπως το θέτει ο Sartre ^5. [^5 J. P. Sartre, loc. cit.]

Πώς μπορούμε να τοποθετήσουμε τον Husserl σε ένα τέτοιο πλαίσιο; Πρέπει να είναι αμέσως προφανές ότι ο Husserl σε καμία φάση της φιλοσοφίας του δεν είχε κάτι να κάνει με την αντικειμενική στάση με την έννοια που εξηγήθηκε παραπάνω, γιατί η φαινομενολογική μέθοδος του δεν θα μπορούσε να έχει καμία σχέση με την ιστορική προέλευση και ανάπτυξη της [66] γλώσσας. Τόσο η προγενέστερη ειδητική φάση του όσο και η μεταγενέστερη συγκροτησιακή, φάση συμπεριλαμβανομένης της επιστροφής στον Lebenswelt, εμπίπτουν εντός της θεμιτής φαινομενολογικής στάσης. Στην πραγματικότητα, θα μπορούσαμε ακόμη και να ισχυριστούμε ότι η ειδητική φάση, ιδιαίτερα η διδασκαλία της Idealität des Sprachlichen, θα μπορούσε να έχει αναπτυχθεί μόνο από τη φαινομενολογική στάση του υποκειμένου που επικοινωνεί, γιατί είναι μόνο όταν θεωρείται από την κατάσταση της διυποκειμενικής επικοινωνίας, που μια γλωσσική έκφραση διακηρύσσει την ιδεατότητά της. Έτσι θα μπορούσαμε να τολμήσουμε τον φαινομενικά παράδοξο ισχυρισμό ότι η φαινομενολογική στάση αποκαλύπτει αμέσως την υποκειμενικότητα και την αντικειμενικότητα, τη σχετικότητα και την απολυτότητα των γλωσσικών εκφράσεων.^1 ,^2

^1 Είναι ενδιαφέρον να συγκρίνουμε την εξέλιξη της φιλοσοφίας του Husserl με την ανάπτυξη της φιλοσοφίας της γλώσσας του Ernst Cassirer. Ο Cassirer ξεκίνησε με μια γενετική άποψη για τη γλώσσα και σταδιακά την εγκατέλειψε προς όφελος μιας φαινομενολογικής φιλοσοφίας, cp. Lenneberg, "A note on Cassirer's Philosophy of Language," Philosophical and Phenomenological Research, Τόμ. XV, σ. 512-522.

^2 Πρβλ. Parain: Η γλώσσα δεν είναι «ούτε υποκείμενο ούτε αντικείμενο, δεν ανήκει ούτε στο ένα ούτε στο άλλο, υποκείμενο την ώρα που μιλώ, αντικείμενο ενώ ακούω τον εαυτό μου να μιλάει .. ..» (Recherches sur la nature et les fonctions du langage, σελ. 183; παρατίθεται loc. cit., σελ. 180).

[J. Ν. MOHANTY, Edmund Husserl's Theory of Meaning, ΤΡΙΤΗ ΕΚΔΟΣΗ, 1976 από τον Martinus Nijhoff, Χάγη, Ολλανδία]

ideality of meanings

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

§32 The ideality of meanings is no ideality in the normative sense

The ideality of meanings is a particular case of the ideality of what is specific in general. It has not the sense of /normative ideality, /as if we were here dealing with an ideal of perfection, an ideal limiting value, over against particular cases which realized it more or less approximately. No doubt the 'logical concept', i.e. the term in the sense of /normative /logic, is an ideal in respect of its meaning. For the demand of the craft of knowledge runs: 'Use words with an absolutely selfsame meaning: exclude all meaning-variations. Distinguish meanings and keep them distinct in declarative thought, and employ sharply distinct sensible signs.'

This prescription relates, however, as it only can relate, to the formation of meaningful terms, to care in the subjective sifting out and expression of one's thoughts. Meanings 'in themselves' are, as we have argued, specific unities, however much the act of meaning may vary: they themselves are not ideals. Ideality in the ordinary, normative sense does not exclude reality. An ideal is a concrete original that may exist, and that may confront one in reality, as when a young artist takes the work of a great master as the ideal that he relives and that he strives after in his own creations. Even where an ideal is not realizable, it is at least an individual in our presentative intention. The ideality of what is specific is, contrariwise, the complete opposite of reality or individuality; it represents no end of possible endeavour, its ideality lies in a 'unity in multiplicity'. Not the species itself, but the individual falling under it, can be a practical ideal.

[LI I, 231, §32 The ideality of meanings is no ideality in the normative sense]

ideality of meanings el

Created Σάββατο 07 Δεκεμβρίου 2024

§32 Η ιδεατότητα των νοημάτων δεν είναι ιδεατότητα με την κανονιστική έννοια

Η ιδεατότητα των σημασιών είναι μια καθέκαστη περίπτωση της ιδεατότητας αυτού που είναι ειδικό εν γένει. Δεν έχει τη σημασία της κανονιστικής ιδεατότητας, σαν να είχαμε να κάνουμε εδώ με ένα ιδεατό της τελειότητας, μια ιδεατή περιοριστική αξία, έναντι καθέκαστων περιπτώσεων που την πραγματοποίησαν λίγο πολύ προσεγγιστικά. Χωρίς αμφιβολία η «λογική έννοια», δηλαδή ο όρος με το νόημα της κανονιστικής λογικής, είναι ένα ιδεατό ως προς τη σημασία του. Γιατί η απαίτηση της τέχνης της γνώσης λέει: «Χρησιμοποιήστε τις λέξεις με μια απολύτως ίδια σημασία: αποκλείστε όλες τις παραλλαγές σημασιών. Διακρίνετε σημασίες και κρατήστε τες διακριτές στη δηλωτική σκέψη, και χρησιμοποιήστε σαφώς διακριτά αισθητά σημεία».

Αυτή η συνταγή σχετίζεται, ωστόσο, καθώς μόνο μπορεί να σχετίζεται, με το σχηματισμό όρων με σημασία, με τη φροντίδα στο υποκειμενικό ξεχώρισμα και έκφραση των σκέψεων μας. Οι «καθεαυτό» σημασίες είναι, όπως έχουμε υποστηρίξει, συγκεκριμένες ενότητες, όσο κι αν ποικίλλει το σημασιακό ενέργημα: αυτές οι ίδιες δεν είναι ιδεατές. Η ιδεατότητα με τη συνηθισμένη, κανονιστική έννοια δεν αποκλείει την πραγματικότητα. Ένα ιδεατό είναι ένα συγκεκριμένο πρωτότυπο που μπορεί να υπάρχει, και που μπορεί να το αντιμετωπίσουμε στην πραγματικότητα, όπως όταν ένας νέος καλλιτέχνης παίρνει το έργο ενός μεγάλου δασκάλου ως το ιδεατό που ξαναζεί και που επιδιώκει στις δικές του δημιουργίες. Ακόμα κι εκεί που ένα ιδεατό δεν είναι πραγματοποιήσιμο, είναι τουλάχιστον ένα άτομο στην παρουσιαστική μας απόβλεψη. Η ιδεατότητα του ειδικού είναι, αντιθέτως, το εντελώς αντίθετο της πραγματικότητας ή της ατομικότητας· δεν αντιπροσωπεύει το τέλος μιας δυνατής προσπάθειας, η ιδεατότητά του έγκειται σε μια «ενότητα στην πολλαπλότητα». Όχι το ίδιο το είδος, αλλά το άτομο που εμπίπτει κάτω από αυτό, μπορεί να είναι ένα πρακτικό ιδεατό.

[LI I, 231, §32 The ideality of meanings is no ideality in the normative sense]

ideality omni-temporality

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

<§56. The Ideality of the Judicative Proposition in the Sense of Omni-Temporality>

ideality omni-temporality

In the progressive process of determining, judging essentially 25 builds upon judging; it is not only added on externally, but builds the unity of a new judging, and it correlatively builds a judgment as a constitutive accomplishment out of the already constituted judgment. Just as judging is a process of becoming, so too what is originally pre-constituted as objective—what we call judgment— 30 is a unity of becoming; the becoming is a becoming created on the part of the subject from materials of passivity, of course. The original core of judgment's being, that of constitution, is a being in the mode of created being, that is, a being in the form of temporality.

^185 /Stoff/


PART 3: ANALYSES CONCERNING ACTIVE SYNTHESIS 303

Certainly, this temporal being is nothing less than the being of an /Individuum /or of the individual event. A judgment is not an /Individuum. /The difference that arises between the two signifies /fundamental types in the mode of temporality as the form of the 5 objectlike formation. /Now, when we arrive at vindicating the /a-temporality /of judgments and of the entire realm of cognitive structures that are built out of them or are contained in them, this /a-temporality will itself be brought to light as a distinctive shape of temporality, /a shape that a-temporality fundamentally

10 distinguishes from individual objectlike formations. If we rest provisionally with our presently delimited sphere of determinative judging, and even continue holding firm to intuitive individuals as the point of departure, the difference already appears to us here in a certain way. If the object is an intuitive one, for instance, given

15 in its duration as red, then the judgment that brings this fact to light through the explication of the object, as the judgment carried out now, is constituted in the process of becoming and is referred to the Now, that is, to a certain stretch of time belonging to the judgment itself, a stretch of time that is different from the duration 20 of the object.

If we repeatedly carry out the same judgment in arbitrary rememberings that yield the unitary consciousness of the same object in their concatenation, then each time it will have its new constitutive becoming of self, its new duration, and possibly even

25 the judicative tempo will be a very different one. And yet the judgment as the judicative proposition is one and the same. This is to say that all such judging actions essentially enter into the unity of an encompassing complete identification; there are manifold acts, but identically one propositional sentence in all of them. It achieves

30 original givenness only in a temporal act that has its determinate temporal locus, possibly in several [or] in any number of temporal acts with many [or] even any number of temporal loci. But the proposition itself does not have any binding temporal position; and its process of becoming built up that belongs inseparably to it does

35 not have the individuality of the arbitrary act. The ideality of the proposition as the idea of a synthetic unity of becoming is the identity of something that can emerge in individual acts at each temporal position; at each temporal position in which it emerges, it


304 ANALYSES CONCERNING PASSIVE AND ACTIVE SYNTHESIS

emerges necessarily in a temporal manner [as] becoming in a temporal manner, and yet is the same "omni-temporally." Thus, running through the temporal manifold is a supra-temporal unity found in it. /Supra-temporality signifies this omni-temporality. /5 Found in each of these manifolds is the same unitary structure, and in this way it is found in time, and of course as given to consciousness. If I make a judgment now, then the What of the judging, the judicative proposition, is given to consciousness in the mode of the Now, and yet it is not bound to any temporal position,

10 it is not bound to any judicative action found there, and it is not represented in any action by an individual moment, by an individual particularization. It is itself at each position and becomes itself at the position where a corresponding judicative act is unfolding. But while the individual element has "its" temporal position and its

15 temporal duration, beginning at a position and passing away at a position, and is past, such an ideality has the temporal being of supra-temporality (it is contained in individual acts, in individual temporalities that can emerge at any position, and nevertheless [remains] identically the same in all of them); it has the being of

20 omni-temporality, which is however a mode of temporality. We will hear later that this holds similarly in a certain way for all ideal objectlike formations. But only similarly. We will hear later that the ideality of the objectlike formations of sense and the objectlike formations of the proposition is not the ideality of the species that is 25 particularized as the /eidos /in individual moments.^186


15 Appendix 32: (To §56) Ideality of the Objects of Sense and [92] the Ideality of the Species>

After my lecture, indeed, during and already in preparing it, I had reservations concerning my presentation, and quickly note the


554 ANALYSES CONCERNING PASSIVE AND ACTIVE SYNTHESIS

following: In what sense does the judgment have an extension^68? The judgment has no extension? Is this not due to the thematic attitude by virtue of which the judgment is identified in the thematic interest from the very start and is not abstracted from its 5 particulars?

The species as the universal is gained by abstraction with regard to the pregiven individual possibilities or actualities. And why must that be the case? Because bringing a common element into relief presupposes bringing the particulars into relief, and 10 the species is the common element.

If I judge that "S is /p" /the judging is not at all brought into relief, and likewise, the judged "What" not brought into relief in its theme and in its constitution, in the sense of something exercising an affection on the cognitive ego.

15 /S /and /p /and "S is /p" /are identified by coinciding in the repetition. Here the ideal-identical is the /prius. /But does that mean that the ideal is not particularized? It only means that objectlike formations of sense are not constituted by "abstraction," that their ideation precedes the individual intuition of sense-giving

20 consciousness and of its noema, that these individual intuitions can only be gained through reflection.

All objectlike formations whatsoever are constituted through sense-giving, but sense-giving and all modes of givenness are given through reflection. But the species are givennesses of a

25 second order; to be sure, is not the attitude focusing on an individual, thematic grasping, individuals /simpliciter, /but rather [the attitude focusing on] the corresponding possibilities. But I also do not need any attitude that focuses on the possibilities of judging in order to grasp the judgment.

[Analyses Concerning Passive and Active Synthesis]

ideality omni-temporality el

Created Σάββατο 07 Δεκεμβρίου 2024

<§56. Η ιδεατότητα της κρισιακής πρότασης με την έννοια της Παντοτινότητας>

Στην προοδευτική διαδικασία προσδιορισμού, το κρίνειν (judging) ουσιαστικά οικοδομεί πάνω στο κρίνειν· δεν προστίθεται μόνο εξωτερικά, αλλά οικοδομεί την ενότητα ενός νέου κρίνειν, και συσχετιστικά οικοδομεί μια κρίση ως ένα συγκροτησιακό επίτευγμα έξω από την ήδη συγκροτημένη κρίση (judgment). Όπως το κρίνειν είναι μια διαδικασία γίγνεσθαι, έτσι και αυτό που έχει αρχικά προ-συγκροτηθεί ως αντικειμενικό — αυτό που ονομάζουμε κρίση — είναι μια ενότητα του γίγνεσθαι· το γίγνεσθαι είναι ένα γίγνεσθαι που δημιουργείται από την πλευρά του υποκειμένου από υλικά παθητικότητας φυσικά. Ο αρχικός πυρήνας του είναι της κρίσης, αυτός της συγκρότησης, είναι ένα είναι με τον τρόπο του δημιουργημένου είναι, δηλαδή, ένα είναι με τη μορφή της χρονικότητας.

[303] Ασφαλώς, αυτό το χρονικό είναι δεν είναι τίποτα λιγότερο από το είναι ενός Individuum (ατόμου) ή του ατομικού συμβάντος. Μια κρίση δεν είναι ένα Individuum. Η διαφορά που προκύπτει μεταξύ των δύο δηλώνει θεμελιώδεις τύπους στον τρόπο της χρονικότητας ως η μορφή του αντικειμενοειδούς σχηματισμού. Τώρα, όταν φτάνουμε στη δικαίωση της α-χρονικότητας των κρίσεων και ολόκληρης της επικράτειας των γνωστικών δομών που είναι χτισμένες από αυτές ή περιέχονται σε αυτές, αυτή η α-χρονικότητα θα φανεί η ίδια στο φως ως διακριτικό σχήμα της χρονικότητας, ένα σχήμα που η α-χρονικότητα διακρίνει θεμελιωδώς από τους ατομικούς αντικειμενοειδείς σχηματισμούς. Εάν παραμείνουμε προσωρινά στην επί του παρόντος οριοθετημένη σφαίρα του προσδιοριστικού κρίνειν (determinative judging), και ακόμη συνεχίζουμε να εστιάζουμε σταθερά στα εποπτικά άτομα ως το σημείο εκκίνησης, η διαφορά φαίνεται ήδη εδώ σε μας με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Εάν το αντικείμενο είναι ένα εποπτικό αντικείμενο, για παράδειγμα, χορηγημένο στη διάρκειά του ως κόκκινο, τότε η κρίση που φέρνει αυτό το γεγονός στο φως μέσω της ερμήνευσης (explication) του αντικειμένου, όπως η κρίση που εκτελείται τώρα, συγκροτείται στη διαδικασία του γίγνεσθαι και αναφέρεται στο τώρα, δηλαδή, σε ένα ορισμένο χρονικό διάστημα που ανήκει στην ίδια την κρίση, ένα χρονικό διάστημα που διαφέρει από τη διάρκεια του αντικειμένου.

Αν πραγματοποιούμε επανειλημμένα την ίδια κρίση σε αυθαίρετες αναμνήσεις που αποδίδουν την ενιαία συνείδηση ​​του ίδιου αντικειμένου μέσω της συνένωσης (concatenation) τους, τότε κάθε φορά θα έχει το νέο της συγκροτησιακό γίγνεσθαι του εαυτού της, τη νέα της διάρκεια, και ενδεχομένως ακόμη ο κρισιακός ρυθμός (judicative tempo) θα είναι πολύ διαφορετικός. Και όμως η κρίση ως κρισιακή πρόταση είναι μία και αυτή. Αυτό σημαίνει ότι όλες αυτές οι κρισιακές πράξεις ουσιαστικά εισέρχονται στην ενότητα μιας περιεκτικής πλήρους ταυτοποίησης· υπάρχουν πολλαπλά ενεργήματα, αλλά μια ταυτόσημη προτασιακή πρόταση (propositional sentence) σε όλα. Πετυχαίνει πρωταρχική χορήγηση μόνο σε ένα χρονικό ενέργημα που έχει την προσδιορισμένη χρονική θέση του, δυνατά σε πολλά [ή] σε οποιονδήποτε αριθμό χρονικών ενεργημάτων με πολλούς [ή] ακόμη και οποιονδήποτε αριθμό χρονικών τόπων. Αλλά η πρόταση η ίδια δεν έχει καμία δεσμευτική χρονική θέση· και η διαδικασία του γίγνεσθαι της που ανήκει αναπόσπαστα σε αυτή, δεν έχει την ατομικότητα του αυθαίρετου ενεργήματος. Η ιδεατότητα της πρότασης ως ιδέας μιας συνθετικής ενότητας του γίγνεσθαι, είναι η ταυτότητα τινός που μπορεί να προκύψει σε ατομικά ενεργήματα σε κάθε χρονική θέση· σε κάθε χρονική θέση στην οποία αναδύεται, [304] αναδύεται αναγκαστικά με έναν χρονικό τρόπο [ως] γίγνεσθαι με ένα χρονικό τρόπο, και όμως είναι η ίδια «παντοτινά» ("omni-temporally"). Έτσι, την χρονική πολλαπλότητα διατρέχει μια υπερχρονική ενότητα που βρίσκεται σε αυτήν. Η υπερχρονικότητα σημαίνει αυτή την πανχρονικότητα. Η ίδια ενιαία δομή βρίσκεται σε καθεμία από αυτές τις πολλαπλότητες, και με αυτόν τον τρόπο βρίσκεται στο χρόνο, και φυσικά όπως δίνεται στη συνείδηση. Αν κάνω μια κρίση τώρα, τότε το Τι του κρίνειν, η κρισιακή πρόταση, δίνεται στη συνείδηση ​​με τον τρόπο του Τώρα, και όμως δεν δεσμεύεται σε οποιαδήποτε χρονική θέση, δεν δεσμεύεται από καμία κρισιακή πράξη που βρίσκεται εκεί, και δεν αναπαριστάνεται σε καμία πράξη από μια ατομική στιγμή, από μια ατομική συγκεκριμενοποίηση. Είναι ο εαυτός της σε κάθε θέση και γίνεται ο εαυτός της στη θέση όπου εκτυλίσσεται ένα αντίστοιχο κρισιακό ενέργημα. Αλλά ενώ το ατομικό στοιχείο έχει «τη» χρονική του θέση και τη χρονική του διάρκεια, που ξεκινά από μια θέση και εκπνέει σε μια θέση, και είναι παρελθόν, μια τέτοια ιδεατότητα έχει τη χρονική υπόσταση της υπερχρονικότητας (περιέχεται σε ατομικά ενεργήματα, σε ατομικές χρονικότητες, που μπορούν να προκύψουν σε οποιαδήποτε θέση, και παρόλα αυτά [παραμένει] ταυτόσημα η ίδια σε όλα)· έχει τον τρόπο της πανχρονικότητας, η οποία όμως είναι ένας τρόπος χρονικότητας. Θα ακούσουμε αργότερα ότι αυτό ισχύει με τον ίδιο τρόπο για όλους τους ιδεατούς αντικειμενοειδείς σχηματισμούς. Αλλά μόνο παρόμοια. Θα ακούσουμε αργότερα ότι η ιδεατότητα των αντικειμενοειδών σχηματισμών σημασίας και των αντικειμενοειδών σχηματισμών της πρότασης δεν είναι η ιδεατότητα του είδους που συγκεκριμενοποιείται ως το είδος σε ατομικές στιγμές.^186


Παράρτημα 32: (Στην §56) <Η ιδεατότητα των Αντικειμένων της Αίσθησης και [92] η ιδεατότητα του Είδους>

Μετά τη διάλεξή μου, πράγματι, κατά τη διάρκεια και ήδη κατά την προετοιμασία της, είχα επιφυλάξεις σχετικά με την παρουσίασή μου, και σημείωσα γρήγορα το [554] παρακάτω: Με ποια έννοια η κρίση έχει μια έκταση^68; Η κρίση δεν έχει έκταση; Δεν οφείλεται αυτό στη θεματική στάση, χάρη στην οποία η κρίση προσδιορίζεται στο θεματικό ενδιαφέρον από το ξεκίνημα και δεν αφαιρείται από τα καθέκαστα της;

Το είδος ως καθολικό κερδίζεται με αφαίρεση από τα προχορηγημένα δυνάμει ή ενεργεία. Και γιατί πρέπει να είναι αυτό έτσι; Επειδή η ανάδειξη ενός κοινού στοιχείου προϋποθέτει την ανάδειξη των καθέκαστων στοιχείων, και <επειδή> το είδος είναι το κοινό στοιχείο.

Αν κρίνω ότι το «S είναι p», το κρίνειν δεν αναδεικνύεται καθόλου, και ομοίως, το κριθέν «Τι» δεν αναδεικνύεται στο θέμα του και στη συγκρότησή του, με την έννοια τινός που ασκεί μια επίδραση στο γνωστικό εγώ.

Το S και το p και η πρόταση «S είναι p» ταυτοποιούνται μέσω της σύμπτωσης στη διάρκεια της επανάληψης. Εδώ το ιδεατό-ταυτόσημο είναι το prius (πρότερο). Αλλά σημαίνει αυτό ότι το ιδεατό δεν εξατομικεύεται; Όχι, σημαίνει απλώς ότι οι αντικειμενοειδείς σχηματισμοί του νοήματος δεν συγκροτούνται μέσω «αφαίρεσης», ότι η ιδέασή τους προηγείται της ατομικής εποπτείας της νοηματοδοτούσας συνείδησης και του νοήματός (noema) της· ότι αυτές οι ατομικές εποπτείες μπορούν να επιτευχθούν μόνο μέσω του αναστοχασμού.

Όλοι οι αντικειμενοειδείς σχηματισμοί συγκροτούνται μέσω νοηματοδότησης, αλλά η νοηματοδότηση και όλοι οι τρόποι δοτικότητας δίνονται μέσω του αναστοχασμού. Τα είδη όμως είναι δεδομένα δευτέρου βαθμού· είναι βέβαιο ότι δεν είναι η στάση που επικεντρώνεται σε μία ατομική, θεματική σύλληψη, <σε> άτομα simpliciter, αλλά μάλλον [η στάση που επικεντρώνεται στις] αντίστοιχες δυνατότητες. Ωστόσο δεν χρειάζομαι καμία στάση που να επικεντρώνεται στις δυνατότητες του κρίνειν για να συλλάβω την κρίση.

[Analyses Concerning Passive and Active Synthesis]

ideality psychologism

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

26

CHAPTER ONE

  1. What conclusions follow from this? How can we summarize Husserl's

critique of psychologism?

Psychologism was an attempt to explain the objectivity of knowledge, logic in particular, with reference to fact: a factual analysis of mental processes was to answer the question of why it is possible in general that our knowledge is related to objects and what the basis of its grounding is.

Nevertheless, facts occur here and now, they function in time and space; in this sense they are /real /objects. The same holds for psychic phenomena and physiological processes that accompany our thinking. They are here and now, not there and then; facts (real objects) are always individuated, unrepeatable. If that is the case, Husserl believes, then psychologism is an absurd position - not only false, but an absurdity. Psychologism denies that which makes its own claims understandable: namely, their independence of time and space, thus the situation from which they arose and were promulgated. Assertions (for example, those of psychologism) can only be accepted or rejected if they have a meaning that is the same in all cases in which such propositions are spoken; thus only if they are not bound to space and time - in short, only if they are ideal. Every justification presupposes the ideality of meaning. To reduce them to real processes drives one's standpoint /ad absurdum./

This does not mean that the absurdity of psychologism is simply the result of mixing up two different spheres of objects - the real with the ideal, facts with meanings - like mixing edible and poisonous mushrooms. As we have seen, meanings are not objects in the ordinary sense, they are only the manner in which objects are given us; objects and meanings are inseparably bound with one another. Strictly speaking, 'facts', the pure facts of which psychologism spoke, do not exist. All objects, and thus mental processes as well, are given /in some sense /- from one particular perspective rather than another; as /this /and not something else. As we have seen, the individuality of objects, thus the constitutive quality of their reality, is nothing other than a certain mode of apprehension, a kind of presentation and, with that, a certain sense. As a consequence, every determination of fact, every perception of something, every description of a concrete situation, contains something that exceeds the scope of that situation, that here and now, thus leading beyond this (and every) time and beyond this (and every) space. (For this reason - namely, that individual, unique objects are given us by means of identical meanings - we can make ourselves


HUSSERL'S CONFRONTATION WITH PSYCHOLOGISM 27

understood about them.) Thus for Husserl meaning and the determination of actual fact are not joined together like two pieces of fabric. Experience is not a simple registering of fact. Meaning is an inseparable quality of experience itself: it is an /intention, /and, with that, a characteristic of every experience as such; it is not an addendum tacked on from the outside. The independence of meaning from a situation in which it reveals itself is not the presence of an essence from another planet. Just as pure facts do not exist, so neither is meaning independent of fact. Meaning is not a construct, it is given in experience - thus the critique of psychologism becomes complete only when it can point to experience in which meanings as such are /given./

Following Husserl, one can explain the specific character of meaning - its independence from concrete, factual situations on the one hand, its unbreakable tie with that situation on the other - through the interpretation of meaning as the essence of meaning-bestowing acts. The ideality of meaning is the ideality of genus, of the act apprehended /in specie. /Thus the culmination of the polemic against psychologism is the theory of /Wesensschau: /the attempt to show the specific, non-objective /experience /in which the universal is given.

One can therefore say that Husserl's confrontation with psychologism in the end has two targets: he is opposing logicism or Platonism (that is, the attempt to construe meaning as a structure completely independent of fact) just as much as psychologism (the attempt to base sense on fact). In other words, this confrontation is a critique of the thesis that experience can be fully /explained /with reference to external circumstances. In reality, experience has to be /clarified, /that is, its own meaning /made manifest /without reference to any external factors. Such clarification is of course not an answer to questions regarding the grounding or justification of concrete experience; rather, it stands much more as an answer to the question: what in general does justification entail? Only through the clarification of experience do the justifications we employ in the sciences lose their relative character (i.e., only then do they take on the character of justification as such). In that sense phenomenology is, according to Husserl, an attempt to reveal the foundations of our knowledge - in this sense it is 'first philosophy'.

Therefore philosophy (phenomenology) is not in competition with science. Nor is science in competition with philosophy: deductive or causal explanations are no help with regard to the essence of knowledge and science. According to Husserl, the difference between philosophy and science is irremovable (psychologism can be defined


28

(ΊΙΛΡΊΈΚ ONK

as an inability to see that difference). Yet if phenomenological clarification is not a description of a separate sphere of objects, if it is an attempt to describe /the same experience /that is the object of 'explanation' as well, then this difference becomes even more difficult to grasp. One cannot make it clear with reference to objects or properties that have been overlooked in the past.

But when does the meaning of an experience really become manifest? As we have seen, meaningfulness is determined in /Logical Investigations /from the point of view of a relation to an object (experiences and utterances have an independent meaning when, and only when, they represent an object). All relations to an object are fulfilled, realized, when the object is fully present. The 'clarification' of meaning is presented here from a teleological standpoint, the aim of which is the /full presence of the object /- such presence is that towards which all 'empty' intentions aim. (The question of whether this teleological perspective is capable without difficulty of taking up all the central ideas of /Logical Investigations /will be left unanswered here.)

Everything that limits the fullness of a presence - for example, /language /or the attempt to communicate with another person (recall the consequences of the identification of sense /(Sinn) /and reference /(Bedeutung)) /or /time /(recall the rejection of genetic analysis as being merely explanatory), holds us at a certain distance from the goal. Our words and gestures are meaningful only to the extent that they let us 'see' something and lead us to a situation in which they are no longer necessary: a situation in which the object is fully /manifest/. And again I leave aside for the moment the question which arises here as to whether this concept of seeing /(Anschauung), /which is connected to the teleological interpretation of meaning, can be reconciled with the modification of the concept of 'seeing' that occurs in the theory of /Wesensschau./

Above I stated that the heart of Husserl's argument is a passionate call for a return to 'the things themselves'. The teleological notion of 'seeing' appears to betray a vision hidden behind this call: a vision of completely unbounded pure perception of the world, a perception for which there are no mysteries and which does not need /words, /because words muddle them, introducing ambiguities, the possibility of error, of shadows; a perception also for which /time /does not exist since time too breaks the fullness of presence by introducing non-presence, finitude and death. Let me call up this vision with the words of Thomas Traherne; for I believe that Husserl is closely tied to this vision, present


HUSSERL'S CONFRONTATION WITH PSYCHOLOGISM 29

in European poetry and philosophy for so long, even when he subjects such traditions of European thought to a 'merciless and rigorous critique':

Sure Man was born to Meditat on Things,

And to Contemplat the Eternal Springs

of God and Nature, Glory, Bliss and Pleasure;

That Life and Love might be his Heavenly Tressure:

And therefore Speechless made at first, that he

Might in himself profoundly Busied be:

And not vent out, before he hath fane in

Those Antidots that guard his Soul from Sin.

Wise Nature made him Deaf too, that he might Not be disturbd, while he doth take Delight in inward Things, nor be depraved with Tongues, Nor Injurd by the Errors and the Wrongs That Mortal Words convey [. . .]

This, my Dear friends, this was my Blessed Case;

For nothing spoke to me but fair Face

Of Heav'n and Earth, before my self could speak,

I then my Bliss did, when, my Silence, break.

My Non-Intelligence of Human Words

Ten thousand Pleasures unto me affords;

[.. J

Then did I dwell within a World of Light,

Distinct and Seperat from all Mens Sight,

Where I did feel strange Thoughts, and such Things see

That were, or seemd, only reveald to Me.

There I saw all the World Enjoyd by one;

There I was in the World alone;

No Business Serious seemd but one; No Work

But ohne was found; and that did in me lurk.

D'ye ask me What? It was with Cleerer Eys

To see all Creatures full of Deities;

Especially Ones self: And to Admire

The Satisfaction of all True Desire:

Twas to be Pleasd with all that God hath done;

Twas to Enjoy even All beneath the Sun:

Twas with a Steddy and immediat Sence

To feel and measure all the Excellence

of Things: Twas to inherit Endless Treasure,

And to be filld with Everlasting Pleasure:

To reign in Silence, and to Sing alone


30

CHAPTER ONE

To see, love, Covet, hav, Enjoy and Prais, in one:

To Prize and to be ravishd: to be true,

Sincere and single in a Blessed View

To Prize and Prais. Thus was I pent within

A Fort, Impregnable to any Sin:

Till the Avenues being Open laid,

Whole Legions Entered, and the Forts Betrayd

Before which time a Pulpit in my Mind, A Temple, and a Teacher I did find, With a large Text to comment on. No Ear, But Eys them selvs were all the Hearers there. And evry Stone, and evry Star a Tongue, and evry Gale of Wind a Curious Song. The Heavens were an Oracle, and spake Divinty: The Earth did undertake The office of a Priest; And I being Dum (Nothing besides was dum) All things did com With voices and Instructions; but when I had gained a Tongue, their Power began to die.

Where is such an experience to be found? We certainly do not encounter it on a daily basis. Our everyday experiences are of course seemingly irreversibly enmeshed in words and time. This can be expressed in a less metaphysical manner: meanings with which we normally deal are enmeshed in contexts, they are always up to a point accidental.

And yet, Husserl claims, it appears that we cannot do without such 'pure' experience. Does it constitute - as a real, factually occurring experience, and not just as an ideal pushed back infinitely - the basis of the Husserlian argument as a /whole /so far, a basis without which his argument hangs in the air? How otherwise could a separation of /meaning, /as understood by Husserl, from what it is not be possible? How otherwise would it be possible to extract meaning from the shell of language, to extract the context of interpersonal understanding from the factual circumstances of its occurrence, from the covering it bears when we normally encounter it? Let me stress again that Husserl does not want to allow any other authority to vouch for the legitimacy of these arguments apart from the evidence of experience itself!

Thus the lessons of perception in which Husserl wants us to be versed are still not over. Nor is the polemic against psychologism, for in order to bring it to a conclusion we still need to find an experience in which the object fully emerges, in which it would be not only simply /given/ but given /adequately. /Thus the polemic against psychologism leads


HUSSERL'S CONFRONTATION WITH PSYCHOLOGISM 31

to a search for an adequate evidentness. The outcome of such a search may in fact prove to be startling: for it may happen that in the search itself its meaning changes, that learning to see may not be so much learning to gradually see better and better, but rather that we shall learn what seeing really is - and perhaps that will be something contrary to what we had thought it was in the beginning.

  1. However, is it at all possible to understand by 'meaning' the

'essence of an act'? Is it really the case that the relationship between meaning and particular meaning-experiences is a relationship between species and instance of the species? Husserl was to write later:

The irreality of objectivities of understanding must not be confused with generic universality. Since, in particular, any number of affirmative acts, of no matter how many subjects, affirm this one and the same proposition, it can have one and the same sense, and it is a great temptation to think that the proposition belongs to the various acts of which it is the sense by virtue of its generic universality, as, for example, many red things belong to the generic essence 'redness'. Just as all these things have red in common and the red apprehended by a ideating abstraction is a general essence, so will the ideal-identical proposition, which indeed is common to the many acts, be a general essence, and this means a generic essence. But one must say in opposition to this: certainly, the proposition is general insofar as it refers to an infinite number of positional acts in which it is precisely what is intended; but it is not general in the sense of generic universality [. . .] it is, therefore, not general in the manner of essences, which correspond to so-called general concepts such as color, tone and the like. When the generic universal which is an essence, e.g., the /eidos /color, is exemplified in a number of coloured objects, each of these objects has /its own /individual moment of colouring; we have many individual moments of color and, in contrast to them, the one /eidos /color as a generic universal. [...] It is quite another thing to isolate the sense of a statement and make this sense an object. [. . .] Every judgment as such intends the proposition: /the /proposition; and this intended proposition is from the first irreal. Two acts of judgment, intending the same proposition, intend /identically the same thing: /one act never intends for itself an individual proposition which might be contained in it as a moment, and the other act a proposition only /like /the first, so that the irreal proposition 2 < 3 would be only the generic universal of all such particularizations. Each act intends the same proposition. The intending is an individual moment of either positing, but what is intended is not individual and cannot be isolated. In its real /[reellen] /properties, either act indeed has its individual modes of /how /the proposition is present to consciousness, e.g., one in a clearer, the other in a more obscure way. [. . .] But the proposition itself is, for all these acts and act modalities, /identical as the correlate of an identification and not general as the correlate of a comparative coincidence. /The identical sense does not become particular in individuals; the generic universal in coincidence has particulars under it, but the sense does not have particulars under it.^25

^25 Edmund Husserl: 1973, /Experience and Judgment, /trans. J. Churchill and K. Ameriks, Evanston: Northwestern University Press, pp. 261-263.


32

CHAPTER ONE

Indeed, the construal of meaning as the essence of an act cannot be sustained. The essence of a concrete act of judgment is an act of judgment /in specie /- but in no sense a judgment, never that /which /is being judged. The essence of an act is not the same as its content. The individuals corresponding to the essence of an act are concrete acts, rather than individual meanings, since surely the sense becoming manifest in every individual act is always one and the same, that is, it is not subject to individuation. In a sense in /Logical Investigations /Husserl repeats the mistake of the psychologism he is struggling against: he confuses the act with its content (though in Husserl's case it is the act /in specie /rather than, as in psychologism, a concrete act).

Thus the irreality of meaning - its undeniable independence from concrete contexts in which it happens to appear - cannot be explained with the aid of such concepts as 'essence' and 'individual'. While the construal of meaning as the essence of an act does save it from psychologism (to the extent that psychologism is an attempt to reduce meaning to facts, whereas essences are not facts), still, just as in psychologism, this construction subjectivises meaning; consequently, it fails to do justice to its specific character, which prevents placing meaning either on the side of subjectivity or objectivity. The traditional concepts of essence and particular case are inappropriate for expressing Husserl's fundamental motivation that lay behind his opening move against psychologism, for they are unable to distinguish the domain specific to meaning. This opening move, then, has to be taken up once again, from the very beginning.

[KRZYSZTOF MICHALSKI LOGIC AND TIME /An Essay on Husserl's Theory of Meaning/ Translated from the Polish by Adam Czemiawski Translation revised by James Dodd KLUWER ACADEMIC PUBLISHERS DORDRECHT / BOSTON / LONDON 1977]

ideality psychologism el

Created Σάββατο 07 Δεκεμβρίου 2024

26

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

8. Ποια συμπεράσματα προκύπτουν από αυτό; Πώς μπορούμε να συνοψίσουμε την κριτική του ψυχολογισμού του Husserl;

Ο ψυχολογισμός ήταν μια προσπάθεια να εξηγηθεί η αντικειμενικότητα της γνώσης, της λογικής ειδικότερα, με αναφορά στο γεγονός: μια γεγονική ανάλυση των βιωμάτων έπρεπε να απαντήσει στο ερώτημα γιατί είναι δυνατό γενικά η γνώση μας να σχετίζεται με αντικείμενα και ποια είναι η βάση της θεμελίωσης της.

Ωστόσο, τα γεγονότα συμβαίνουν εδώ και τώρα, λειτουργούν στο χρόνο και στο χώρο· με αυτή την έννοια είναι πραγματικά αντικείμενα. Το ίδιο ισχύει και για τα ψυχικά φαινόμενα και τις φυσιολογικές διεργασίες που συνοδεύουν τη σκέψη μας. Είναι εδώ και τώρα, όχι εκεί και τότε· τα γεγονότα (πραγματικά αντικείμενα) είναι πάντα εξατομικευμένα, ανεπανάληπτα. Αν ισχύει αυτό τότε, πιστεύει ο Husserl, ο ψυχολογισμός είναι μια παράλογη θέση -- όχι μόνο ψεύτικη, αλλά ένας παραλογισμός. Ο ψυχολογισμός αρνείται αυτό που κάνει κατανοητούς τους δικούς του ισχυρισμούς: δηλαδή, την ανεξαρτησία τους από το χρόνο και τον χώρο, άρα την κατάσταση από όπου προέκυψαν και διαδόθηκαν. Ισχυρισμοί (για παράδειγμα, αυτοί του ψυχολογισμού) μπορούν να γίνουν δεκτοί ή να απορριφθούν μόνο εάν έχουν μια σημασία που είναι η ίδια σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες λέγονται τέτοιες προτάσεις· έτσι μόνο αν δεν είναι δεσμευμένοι με το χώρο και τον χρόνο -- με λίγα λόγια, μόνο αν είναι ιδεατοί. Κάθε δικαιολόγηση προϋποθέτει την ιδεατότητα της σημασίας. Η αναγωγή τους σε πραγματικές διαδικασίες οδηγεί την άποψη κάποιου ad absurdum.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο παραλογισμός του ψυχολογισμού είναι απλώς το αποτέλεσμα της ανάμειξης δύο διαφορετικών σφαιρών αντικειμένων -- της πραγματικής με την ιδεατή, γεγονότα με σημασίες -- όπως η ανάμειξη βρώσιμων και δηλητηριωδών μανιταριών. Όπως είδαμε, οι σημασίες δεν είναι αντικείμενα με τη συνηθισμένη έννοια, είναι μόνο ο τρόπος με τον οποίο μας δίνονται τα αντικείμενα· αντικείμενα και σημασίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Αυστηρά μιλώντας, «γεγονότα», τα καθαρά γεγονότα για τα οποία μίλησε ο ψυχολογισμός, δεν υπάρχουν. Όλα τα αντικείμενα και έτσι και τα βιώματα δίνονται κατά κάποια έννοια -- από μια καθέκαστη προοπτική παρά μια άλλη· ως αυτό και όχι κάτι άλλο. Όπως είδαμε, η ατομικότητα των αντικειμένων, άρα η συγκροτησιακή ποιότητα της πραγματικότητάς τους, δεν είναι τίποτα άλλο από ένα συγκεκριμένο τρόπος σύλληψης (apprehension), ένα είδος παρουσίασης και, μαζί με αυτό, ένα ορισμένο νόημα. Ως συνέπεια, κάθε προσδιορισμός γεγονότος, κάθε αντίληψη τινός, κάθε περιγραφή μιας συγκεκριμένης κατάστασης, περιέχει κάτι που υπερβαίνει το εύρος αυτής της κατάστασης, αυτό το εδώ και τώρα, οδηγώντας έτσι πέρα ​​από αυτό το (και κάθε) χρόνο και πέρα ​​από αυτόν (και κάθε) χώρο. (Για αυτόν τον λόγο -- δηλαδή, επειδή τα ατομικά, μοναδικά αντικείμενα μας δίνονται μέσω ταυτόσημων σημασιών -- μπορούμε να κάνουμε τον εαυτό μας [27] κατανοητό για αυτά.) Έτσι για τον Husserl η σημασία και ο προσδιορισμός του ενεργού γεγονότος δεν ενώνονται μεταξύ τους σαν δύο κομμάτια υφάσματος. Η εμπειρία δεν είναι μια απλή καταγραφή γεγονότων. Η σημασία είναι μια αδιαχώριστη ποιότητα της ίδιας της εμπειρίας: είναι μια απόβλεψη, και, με αυτό, ένα χαρακτηριστικό κάθε εμπειρίας ως τέτοιας· δεν είναι μια προσθήκη επικολλημένη από έξω. Η ανεξαρτησία της σημασίας από μια κατάσταση στην οποία αποκαλύπτεται δεν είναι η παρουσία μιας ουσίας από άλλο πλανήτη. Όπως δεν υπάρχουν καθαρά γεγονότα, έτσι δεν υπάρχει σημασία ανεξάρτητη από το γεγονός. Η σημασία δεν είναι κατασκεύασμα, δίνεται στην εμπειρία – έτσι η κριτική του ψυχολογισμού γίνεται πλήρης μόνο όταν μπορεί να δείξει την εμπειρία στην οποία οι σημασίες αυτές καθαυτές δίνονται.

Ακολουθώντας τον Husserl, μπορεί κανείς να εξηγήσει τον ειδικό χαρακτήρα της σημασίας -- την ανεξαρτησία της από συγκεκριμένες, γεγονικές καταστάσεις αφενός, και του άρρηκτου δεσμού με αυτές τις καταστάσεις αφετέρου -- μέσω της ερμηνείας της σημασίας ως ουσίας των σημασιοδοτικών ενεργημάτων. Η ιδεατότητα της σημασίας είναι η ιδεατότητα του γένους, του ενεργήματος που κατανοείται in specie (κατά είδος). Έτσι το αποκορύφωμα της πολεμικής κατά του ψυχολογισμού είναι η θεωρία της Wesensschau (ειδητική (ουσιακή) εποπτεία): η προσπάθεια να δειχθεί η ειδική, μη αντικειμενική εμπειρία στην οποία δίνεται το καθολικό.

Μπορεί λοιπόν κανείς να πει ότι η αντιπαράθεση του Husserl με τον ψυχολογισμό στο τέλος έχει δύο στόχους: αντιτίθεται στον λογικισμό ή στον πλατωνισμό (δηλαδή, στην προσπάθεια ερμηνείας της σημασίας ως δομή εντελώς ανεξάρτητη από το γεγονός) όσο και στον ψυχολογισμό (η προσπάθεια να βασιστεί το νόημα στο γεγονός). Με άλλα λόγια, αυτή η αντιπαράθεση αποτελεί κριτική στη θέση ότι η εμπειρία μπορεί να εξηγηθεί πλήρως με αναφορά σε εξωτερικές περιστάσεις. Στην πραγματικότητα, η εμπειρία πρέπει να διασαφηνιστεί, δηλαδή, η σημασία της να γίνει φανερή χωρίς αναφορά σε κανένα εξωτερικό παράγοντα. Μια τέτοια διασάφηση δεν είναι φυσικά απάντηση σε ερωτήματα σχετικά με τη θεμελίωση ή την αιτιολόγηση της συγκεκριμένης εμπειρίας· μάλλον, στέκεται πολύ περισσότερο ως απάντηση στο ερώτημα: τι συνεπάγεται γενικά η αιτιολόγηση; Μόνο μέσω της διασάφησης της εμπειρίας οι αιτιολογήσεις που χρησιμοποιούμε στις επιστήμες χάνουν τον σχετικό τους χαρακτήρα (δηλαδή, μόνο τότε παίρνουν τον χαρακτήρα της αιτιολόγησης ως τέτοιας). Υπό αυτή την έννοια η φαινομενολογία είναι, σύμφωνα με τον Husserl, μια προσπάθεια να αποκαλύψουμε τα θεμέλια της γνώσης μας -- με αυτή την έννοια είναι «πρώτη φιλοσοφία».

Επομένως η φιλοσοφία (φαινομενολογία) δεν ανταγωνίζεται την επιστήμη. Ούτε η επιστήμη ανταγωνίζεται τη φιλοσοφία: απαγωγικές ή αιτιακές εξηγήσεις δεν βοηθούν σε σχέση με την ουσία της γνώσης και της επιστήμης. Σύμφωνα με τον Husserl, η διαφορά μεταξύ φιλοσοφίας και επιστήμης είναι αμετάκλητη (ο ψυχολογισμός μπορεί να οριστεί [28] ως η αδυναμία να δούμε αυτή τη διαφορά). Αν όμως φαινομενολογικά η διασάφηση δεν είναι περιγραφή μιας ξεχωριστής σφαίρας αντικειμένων, αν είναι μια προσπάθεια περιγραφής της ίδιας εμπειρίας που είναι το αντικείμενο της «εξήγησης» επίσης, τότε αυτή η διαφορά γίνεται ακόμα πιο δύσκολο να συλληφθεί. Δεν μπορεί κανένα να την καταστήσει σαφή με αναφορά σε αντικείμενα ή ιδιότητες που έχουν αγνοηθεί στο παρελθόν.

Αλλά πότε γίνεται πραγματικά φανερή η σημασία μιας εμπειρίας; Όπως έχουμε δει, η σημασιακότητα (meaningfulness) προσδιορίζεται στις Λογικές Έρευνες από την άποψη μιας σχέσης με ένα αντικείμενο (εμπειρίες και εκφορές έχουν μια ανεξάρτητη σημασία όταν και μόνο όταν αναπαριστούν ένα αντικείμενο). Όλες οι σχέσεις με ένα αντικείμενο πληρώνονται, πραγματοποιούνται, όταν το το αντικείμενο είναι πλήρως παρόν. Η «διασάφηση» της σημασίας παρουσιάζεται εδώ από τελεολογική άποψη, στόχος της οποίας είναι η πλήρης παρουσία του αντικειμένου-- τέτοια παρουσία είναι αυτή προς την οποία όλες οι «κενές» αποβλέψεις στοχεύουν. (Το ερώτημα αν αυτή η τελεολογική προοπτική είναι ικανή χωρίς δυσκολία να αντιμετωπίσει όλες τις κεντρικές ιδέες των Λογικών Ερευνών θα μείνει αναπάντητο εδώ.)

Όλα όσα περιορίζουν την πληρότητα μιας παρουσίας -- για παράδειγμα, η γλώσσα ή η προσπάθεια επικοινωνίας με άλλο πρόσωπο (θυμηθείτε τις συνέπειες της ταύτισης του νοήματος (Sinn) και της αναφοράς (Bedeutung)) ή ο χρόνος (θυμηθείτε την απόρριψη της γενετικής ανάλυσης ως όντας απλώς επεξηγηματική), μας κρατά σε κάποια απόσταση από τον στόχο. Οι λέξεις και οι χειρονομίες μας έχουν σημασία μόνο στο βαθμό που μας επιτρέπουν να «δούμε» κάτι, και μας οδηγούν σε μια κατάσταση στην οποία δεν είναι πια αναγκαίες: μια κατάσταση στην οποία το αντικείμενο είναι πλήρως φανερωμένο (manifest). Και πάλι αφήνω στην άκρη προς το παρόν το ερώτημα που τίθεται εδώ ως προς το αν αυτή η έννοια του βλέπειν (seeing) (Anschauung, εποπτεία), που συνδέεται με την τελεολογική ερμηνεία της σημασίας, μπορεί να συμβιβαστεί με την τροποποίηση της έννοιας του «βλέπειν» που εμφανίζεται στη θεωρία της Wesensschau (ειδητική (ουσιακή) εποπτεία).

Παραπάνω δήλωσα ότι η καρδιά του επιχειρήματος του Husserl είναι μια παθιασμένη έκκληση για επιστροφή στα «ίδια τα πράγματα». Η τελεολογική έννοια του «βλέπειν» φαίνεται να προδίδει ένα όραμα που κρύβεται πίσω από αυτή την έκκληση: ένα όραμα της εντελώς απεριόριστης καθαρής αντίληψης του κόσμου, μιας αντίληψης για την οποία δεν υπάρχουν μυστήρια και που δεν χρειάζεται λέξεις, γιατί οι λέξεις τις μπερδεύουν, εισάγοντας ασάφειες, πιθανότητα λάθους, σκιών· μιας αντίληψης επίσης για την οποία ο χρόνος δεν υπάρχει, επειδή ο χρόνος επίσης διασπά την πληρότητα της παρουσίας εισάγοντας τη μη παρουσία, το πεπερασμένο και το θάνατο. Επιτρέψτε μου να επικαλεστώ αυτό το όραμα με τα λόγια του Thomas Traherne; γιατί πιστεύω ότι ο Husserl είναι στενά συνδεδεμένος με αυτό το όραμα, παρόν [29] στην ευρωπαϊκή ποίηση και φιλοσοφία για τόσο καιρό, ακόμα κι όταν υποβάλλει τέτοιες παραδόσεις της ευρωπαϊκής σκέψης σε μια «ανελέητη και αυστηρή κριτική»:

Σίγουρα ο άνθρωπος γεννήθηκε για να διαλογιστεί τα πράγματα, Και να συλλογιστεί τις αιώνιες πηγές του Θεού και της Φύσης, της Δόξας, της Ευδαιμονίας και της Ευχαρίστησης· Ότι η Ζωή και η Αγάπη μπορεί να είναι ο Ουράνιος Θησαυρός του: Και επομένως Άφωνος έκανε στην αρχή, ότι Θα μπορούσε από μόνος του να είναι βαθιά απασχολημένος: Και μην βγάζετε έξω, πριν ξεχειλίσει Εκείνα τα αντίδοτα που φυλάσσουν την ψυχή του από την αμαρτία. Η σοφή φύση τον έκανε και Κωφό, για να μην ενοχληθεί, ενώ αυτός απολαμβάνει απόλαυση με τα εσωτερικά πράγματα, ούτε ξεφτιλίζεται με τις γλώσσες, ούτε Τραυματίζεται από τα λάθη και τα λάθη που μεταφέρουν οι θνητές λέξεις [. . .] Αυτή, αγαπητοί μου φίλοι, αυτή ήταν η ευλογημένη μου περίπτωση. Γιατί τίποτα δεν μου μίλησε παρά το δίκαιο πρόσωπο Για τον Ουρανό και τη Γη, πριν προλάβει να μιλήσει ο εαυτός μου, Εγώ τότε η Ευδαιμονία μου έσπασε, όταν, η Σιωπή μου, έσπασε. Η μη νοημοσύνη μου των ανθρώπινων λέξεων Δέκα χιλιάδες απολαύσεις μου επιτρέπονται·

[...]

Τότε κατοικώ σε έναν Κόσμο Φωτός, Διακριτό και ξεχωριστό από όλα τα Mens Sight, Όπου ένιωσα περίεργες σκέψεις, και τέτοια πράγματα δείτε Αυτό ήταν, ή φαινόταν, μόνο σε Εμένα.

Εκεί είδα όλο τον κόσμο να απολαμβάνουν έναν, Εκεί ήμουν μόνος στον κόσμο· No Business Serious φαίνεται μόνο ένα. Καμία δουλειά Αλλά ohne βρέθηκε? και αυτό κρύβεται μέσα μου. Με ρωτάτε τι; Ήταν με το Cleerer Eys Για να δείτε όλα τα Πλάσματα γεμάτα Θεότητες, Ειδικά τον εαυτό του: Και να Θαυμάζει Η ικανοποίηση κάθε αληθινής επιθυμίας: Θα έπρεπε να είμαστε ευχαριστημένοι με όλα όσα έχει κάνει ο Θεός· Θα απολαύσεις ακόμα και όλα κάτω από τον ήλιο: Twas with a Steddy and direct Sence Να αισθάνεσαι και να μετράς όλη την αριστεία of Things: Να κληρονομήσω τον Ατελείωτο Θησαυρό, Και να γεμίζεις με Αιώνια Χαρά: Να βασιλεύεις στη σιωπή και να τραγουδάς μόνος

[30] Για να δείτε, αγάπη, Covet, hav, Enjoy και Prais, σε ένα: Να βραβεύεις και να σε ενθουσιάζει: να είσαι αληθινός, Ειλικρινής και άγαμος σε μια ευλογημένη άποψη Στο βραβείο και τον έπαινο. Έτσι έγειρα μέσα Ένα φρούριο, απόρθητο σε κάθε αμαρτία: Μέχρι να ανοίξουν οι Λεωφόροι, Ολόκληρες λεγεώνες μπήκαν και τα οχυρά προδίδουν Πριν από τότε έκανα έναν Άμβωνα στο μυαλό μου, έναν ναό και έναν δάσκαλο βρείτε, Με ένα μεγάλο κείμενο για σχολιασμό. Όχι αυτί, αλλά ήταν οι ίδιοι οι Eys όλοι οι Ακροατές εκεί. Και κάθε Πέτρα, και κάθε Αστέρι μια Γλώσσα, και κάθε Gale of Wind ένα περίεργο τραγούδι. Οι Ουρανοί ήταν Μαντείο και μίλησαν Divinty: Η Γη ανέλαβε το αξίωμα του ιερέα. Και είμαι Dum (Τίποτα εκτός από ήταν χαζό) Όλα τα πράγματα έκαναν com Με φωνές και Οδηγίες; αλλά όταν απέκτησα μια Γλώσσα, η Δύναμη τους άρχισε να πεθαίνει.

Πού μπορεί να βρεθεί μια τέτοια εμπειρία; Σίγουρα δεν τη συναντάμε σε καθημερινή βάση. Οι καθημερινές μας εμπειρίες είναι φυσικά όπως φαίνεται αμετάκλητα μπλεγμένες με λέξεις και χρόνο. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με ένα λιγότερο μεταφυσικό τρόπο: οι σημασίες με τις οποίες συνήθως ασχολούμαστε εμπλέκονται σε πλαίσια, είναι πάντα μέχρι ένα σημείο τυχαίες.

Και όμως, ισχυρίζεται ο Husserl, φαίνεται ότι δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς μια τέτοια «καθαρή» εμπειρία. Αποτελεί -- ως μια πραγματική, γεγονικά υφιστάμενη/συμβαίνουσα εμπειρία, και όχι μόνο ως ένα ιδεατό απείρως απωθούμενο -- τη βάση του Χουσερλιανού επιχειρήματος ως ένα όλο μέχρι στιγμής, μια βάση χωρίς την οποία το επιχείρημα του κρέμεται στον αέρα; Πώς αλλιώς θα μπορούσε ο διαχωρισμός της σημασίας, όπως την κατάλαβε ο Husserl, από αυτό που είναι, να μην είναι δυνατός; Πώς διαφορετικά θα ήταν δυνατό να εξαχθεί η σημασία από το κέλυφος της γλώσσας, να εξαχθεί το πλαίσιο της διαπροσωπικής κατανόησης από τις γεγονικές συνθήκες εμφάνισης (occurrence) της, από την κάλυψη που φέρει όταν τη συναντάμε συνήθως; Επιτρέψτε μου να τονίσω ξανά ότι ο Husserl δεν θέλει να επιτρέψει σε οποιαδήποτε άλλη αυθεντία (authority) να εγγυηθεί τη νομιμότητα (legitimacy) αυτών των επιχειρημάτων εκτός από την ενάργεια (evidence) της ίδιας της εμπειρίας!

Έτσι τα μαθήματα αντίληψης στα οποία ο Husserl θέλει να είμαστε γνώστες δεν έχουν ακόμα τελειώσει. Ούτε η πολεμική ενάντια στον ψυχολογισμό, καθώς για να τη φέρουμε σε ένα πέρας πρέπει ακόμα να βρούμε μια εμπειρία στην οποία να αναδύεται πλήρως το αντικείμενο, στο οποίο δεν θα ήταν μόνο απλά χορηγημένο αλλά χορηγημένο επαρκώς (given adequately). Έτσι η πολεμική κατά του ψυχολογισμού οδηγεί [31] στην αναζήτηση επαρκούς ενάργειας (adequate evidentness). Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναζήτησης μπορεί στην πραγματικότητα να αποδειχθεί εκπληκτικό: γιατί μπορεί να συμβεί ότι στην αναζήτηση η ίδια η σημασία του αλλάζει, ότι το να μάθουμε να βλέπουμε μπορεί να μην σημαίνει τόσο πολύ να μάθουμε να βλέπουμε σταδιακά όλο και καλύτερα, αλλά μάλλον να μάθουμε τι είναι πραγματικά το βλέπειν (seeing) -- και ίσως αυτό να είναι κάτι αντίθετο με αυτό που πιστεύαμε ότι ήταν στην αρχή.

9. Ωστόσο, είναι καθόλου δυνατό να κατανοήσουμε με τη «σημασία» την «ουσία ενός ενεργήματος»; Είναι αλήθεια ότι η σχέση μεταξύ σημασίας και καθέκαστων εμπειριών σημασίας, είναι μια σχέση μεταξύ είδους και παραδείγματος του είδους; Ο Husserl επρόκειτο να γράψει αργότερα:

Η άχρονη πραγματικότητα (irreality) των αντικειμενικοτήτων της κατανόησης δεν πρέπει να συγχέεται με τη γενική καθολικότητα. Δεδομένου ότι, ειδικότερα, οποιοσδήποτε αριθμός καταφατικών ενεργημάτων, ανεξάρτητα από το πόσα υποκείμενα, βεβαιώνουν αυτή και την ίδια πρόταση, μπορεί να έχει ένα και το αυτό νόημα, είναι ένας μεγάλος πειρασμός να σκεφτεί κανείς ότι η πρόταση ανήκει στα διάφορα ενεργήματα, των οποίων είναι το νόημα, λόγω της γενικής καθολικότητας του, όπως, για παράδειγμα, πολλά κόκκινα πράγματα ανήκουν στη γενική ουσία «κόκκινο». Ακριβώς όπως όλα αυτά τα πράγματα έχουν το κόκκινο κοινό και το κόκκινο που καταλαμβάνεται από μια ιδεατική αφαίρεση (ideating abstraction) είναι μια γενική ουσία, το ίδιο και η ιδεατή-ταυτή πρόταση, η οποία είναι πράγματι κοινή σε πολλά ενεργήματα, είναι γενική (general) ουσία, και αυτό σημαίνει μια γενική (generic) ουσία. Αλλά πρέπει να πει κανείς σε αντίθεση με αυτό: ασφαλώς, η πρόταση είναι γενική στο μέτρο που αναφέρεται σε έναν άπειρο αριθμό θεσιακών ενεργημάτων στα οποία είναι ακριβώς αυτό που αποβλέπεται· αλλά δεν είναι γενική (general) με την έννοια της γενικής (generic) καθολικότητας [. . .] δεν είναι, επομένως, γενική κατά τον τρόπο των ουσιών, που αντιστοιχούν στις λεγόμενες γενικές έννοιες όπως το χρώμα, ο τόνος και τα παρόμοια. Όταν το γενικό καθολικό (generic universal) που είναι μια ουσία, π.χ. το είδος χρώμα, παρουσιάζεται ως παράδειγμα σε έναν αριθμό έγχρωμων αντικειμένων, το καθένα από αυτά τα αντικείμενα έχει τη δική του ατομική στιγμή χρωματισμού· έχουμε πολλές ατομικές στιγμές χρώματος και, σε αντίθεση με αυτές, το ένα είδος χρώμα ως ένα γενικό καθολικό. [...] Είναι εντελώς άλλο πράγμα να απομονώσουμε το νόημα μιας δήλωσης και να κάνουμε αυτό το νόημα αντικείμενο. [. . .] Κάθε κρίση ως τέτοια έχει ως στόχο την πρόταση: την πρόταση· και αυτή η αποβλεπόμενη πρόταση είναι εξ αρχής άχρονα πραγματική (irreal). Δύο κρισιακά ενεργήματα, που αποβλέπουν την ίδια πρόταση, αποβλέπουν ταυτόσημα το ίδιο πράγμα: ένα ενέργημα δεν αποβλέπει ποτέ για τον εαυτό του μια ατομική πρόταση, η οποία μπορεί να περιέχεται σε αυτό ως μια στιγμή, και το άλλο ενέργημα μια πρόταση όπως το πρώτο, έτσι ώστε η άχρονα πραγματική (irreal) πρόταση 2 < 3 να είναι μόνο το γενικό καθολικό όλων αυτών των συγκεκριμενοποιήσεων (particularizations). Κάθε ενέργημα αποβλέπει την ίδια πρόταση. Το αποβλέπειν είναι μια ατομική στιγμή και των δύο θέσεων, αλλά αυτό που αποβλέπεται δεν είναι ατομικό και δεν μπορεί να απομονωθεί. Στις πραγματικές [reellen] ιδιότητές του, κάθε ενέργημα έχει πράγματι τους δικούς του ατομικούς τρόπους του πώς η πρόταση είναι παρούσα στη συνείδηση, π.χ., το ένα με πιο ξεκάθαρο, το άλλο με πιο σκοτεινό τρόπο. [. . .] Αλλά η ίδια η πρόταση είναι, για όλα αυτά τα ενεργήματα και τις τροπικότητες των ενεργημάτων, ταυτόσημη ως το σύστοιχο μιας ταυτοποίησης και όχι γενική ως το σύστοιχο μιας συγκριτικής σύμπτωσης (comparative coincidence). Το ταυτόσημο νόημα δεν γίνεται καθέκαστο στα άτομα· το γενικό καθολικό (generic universal) στη σύμπτωση έχει καθέκαστα κάτω από αυτό, αλλά το νόημα δεν έχει καθέκαστα κάτω από αυτή. ^25

^25 Edmund Husserl: 1973, /Experience and Judgment, /trans. J. Churchill and K. Ameriks, Evanston: Northwestern University Press, pp. 261-263.

[32] Πράγματι, η ερμηνεία της σημασίας ως η ουσία ενός ενεργήματος δεν μπορεί να υποστηριχθεί. Η ουσία ενός συγκεκριμένου ενεργήματος κρίσης είναι ένα ενέργημα κρίσης κατά είδος -- αλλά σε καμία περίπτωση μια κρίση, ποτέ αυτό που κρίνεται. Η ουσία ενός ενεργήματος δεν ταυτίζεται με το περιεχόμενό της. Τα άτομα που αντιστοιχούν στην ουσία ενός ενεργήματος είναι συγκεκριμένα ενεργήματα, παρά ατομικές σημασίες, αφού σίγουρα το νόημα που εκδηλώνεται σε κάθε ατομικό ενέργημα είναι πάντα ένα και το αυτό, δηλαδή δεν υπόκειται σε εξατομίκευση (individuation). Κατά μία έννοια στις Λογικές Έρευνες ο Χούσερλ επαναλαμβάνει το λάθος του ψυχολογισμού, που μάχεται: συγχέει το ενέργημα με το περιεχόμενό του (αν και στην περίπτωση του Husserl είναι το ενέργημα κατά είδος παρά, όπως στον ψυχολογισμό, ένα συγκεκριμένο ενέργημα).

Έτσι, η άχρονη πραγματικότητα της σημασίας (irreality of meaning) -- η αναμφισβήτητη ανεξαρτησία της από συγκεκριμένα πλαίσια στα οποία τυχαίνει να εμφανίζεται -- δεν μπορούν να εξηγηθεί με τη βοήθεια εννοιών όπως «ουσία» και «άτομο». Ενώ η ερμηνεία της σημασίας ως της ουσίας ενός ενεργήματος την σώζει από τον ψυχολογισμό (στο βαθμό που ο ψυχολογισμός είναι μια προσπάθεια αναγωγής της σημασίας στα γεγονότα, ενώ οι ουσίες δεν είναι γεγονότα), παρόλα αυτά, όπως και στον ψυχολογισμό, αυτή η κατασκευή υποκειμενοποιεί τη σημασία· κατά συνέπεια, αποτυγχάνει να αποδώσει δικαιοσύνη στον ιδιαίτερο χαρακτήρα της, γεγονός που εμποδίζει την τοποθέτηση της σημασίας είτε στην πλευρά της υποκειμενικότητας είτε της αντικειμενικότητας. Οι παραδοσιακές έννοιες της ουσίας και της καθέκαστης περίπτωσης (particular case) είναι ακατάλληλες για την έκφραση του θεμελιώδους κινήτρου του Husserl που κρυβόταν πίσω από τη δική του εναρκτήρια κίνηση ενάντια στον ψυχολογισμό, γιατί δεν μπορούν να διακρίνουν τον τομέα που είναι ειδικός για τη σημασία. Αυτή η εναρκτήρια κίνηση, λοιπόν, πρέπει να γίνει για άλλη μια φορά, από την αρχή.

[KRZYSZTOF MICHALSKI LOGIC AND TIME /An Essay on Husserl's Theory of Meaning/ Translated from the Polish by Adam Czemiawski Translation revised by James Dodd KLUWER ACADEMIC PUBLISHERS DORDRECHT / BOSTON / LONDON 1977]

ideality solipsism

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

III. The puzzling case of alterity in /Logical Investigations/

a) Individual relativism and supersubjectivity

In distinction to the fifth /Cartesian Meditation, /the main stake of the /Prolegomena to Pure Logic /is not to answer an objection of solipsism, but rather to refute psychologisms of all types. However, there exists an exacerbated form of psychologism that is also the most extreme of solipsisms. Husserl studies it under the title of "individual relativism". According to this point-of-view, every logical law depends upon a particular empirical individual. In /Logical Investigations, /then, evidence of an objection to solipsism is clearly present. To illustrate it, Husserl sometimes evokes the hypothesis of a "mathematical angel" or a "logical superman" who would have logical laws (and would therefore possess a rationality) made for him alone, and shows the practical and ethical absurdities to which such a hypothesis leads (cf. LI, 163 [Hua XVIII, 155], Hua XXIV, 147). However, Husserl's most acrid criticism concentrates on the internal incoherence of this position. We will gather a better understanding of the nature of these objections by looking at a precise example.

Indisputably, one of the most fundamental logical laws is the principle of noncontradiction. This principle states that two contradictory propositions can not both be true at the same time. In the fifth chapter of his /Prolegomena, /Husserl criticises the psychologistic interpretations that this principle has been given.

John Stuart Mill, for example, viewed the principle of non-contradiction to be "one of our earliest and most familiar generalizations from experience".^13 For him, the value of the principle of contradiction would rest therefore on an /empirical /and not on an /ontological /incompatibility between contradictory acts of belief. Husserl's objection on this point is especially interesting in the context of this present paper. He observes indeed that if two acts of judgment which are really incompatible can not simultaneously exist in the consciousness of one individual, nonetheless they can exist at the same time in the consciousness of two distinct individuals. According to the definition of J.S. Mill, the principle of non-contradiction therefore would be valid for an individual consciousness only. Such a conception of the principle of non-contradiction would be, as Husserl points out, obviously relativistic. More precisely, it would even undoubtedly be solipsistic. In distinction from the approach followed in his later writings, Husserl's refusal of a solipsistic foundation of objectivity leads by no means to the explicit affirmation of a constitutive intersubjectivity. To qualify the logical laws of "intersubjective" in the meaning that Husserl will give to this term later on would, therefore, be excessive. Not being solipsistic, logical laws are also not intersubjective in the strict meaning of the term; actually, they are unconcerned about this question of intersubjectivity.

The validity of these laws is, however, absolutely unrestricted, nor does it depend on our power, nor on anyone's power /[wer immer], /to

^13 Cf. J. St. Mill, /Logic, /Book II, chap VII, § 5. Cited by Husserl in LI, 111 (Hua XVIII, 79).


BERTRAND BOUCKAERT

191

achieve acts of conceptual presentation, nor to sustain or repeat such acts in the consciousness that they have the same intention. (LI, 128 [Hua XVIII, 109])

This indifference of the logical principles to the question of plurality as well as to the question of subjectivity itself is intimately bound up with the fact that Husserl tries to answer the criticism of a solipsistic foundation of objectivity by stressing the opposition between reality /[Realität] /and ideality /[Idealität], /and not the distinction between private subject and intersubjective plurality.

According to Husserl, the relativism of a psychologistic approach is the result of a confusion between the real and the ideal (LI, 193-196). Consequently it is important to maintain firmly that the laws of logic belong to the domain of ideality and not to that of reality.

The logical pattern of connection is the ideal form for the sake of which we speak /in specie /of the same truth ... by whomsoever /[für wen immer] /these "same things" may be thought. (LI, 186 [Hua XVIII, 182])

It is therefore on the basis of a bringing to the fore of the domain of ideality that Husserl, during the Halle period, manages to extricate himself from the peril of solipsism that he denounced at the heart of psychologistic conceptions under the name of "individual relativism". The laws of logic, he says, don't rest on real mental acts but on ideal relations that are indifferent to every subjective consciousness and which are consequently objective.

In Halle as in Freiburg, Husserl sets solipsism against objectivity. In doing so, he already anticipates the fundamental questions that will preoccupy him in his later writings on transcendental intersubjectivity. This later conception, indeed, will be at the same time the answer Husserl will formulate to the objection of transcendental solipsism and the constitutive origin of objectivity. However, this does not imply that Husserl, in his early writings, explicitly binds objectivity to the constitutive acts of plurality of subjects. On the contrary, Husserl claims an indifference of ideality regarding the individual as well as the plurality of subjects, and this indifference is the direct result of a fundamental separation between ideality and reality.

We can conclude from all this, firstly, that what Husserl qualifies as "für wen immer Identität" in the /Logical Investigations /corresponds actually to the so-called "classical" neo-Kantian conception of intersubjectivity, initiated before him by Volkelt: a conception that classifies as "intersubjective" all that is indifferent to every subject whoever he is. To express this idea, Husserl will prefer to use the term "Übersubjektivität" (cf. Hua XXIV, 41, 141, 142, 143, etc.) or suprasubjectivity. The term "Intersubjektivität" will appear only later in his writings, with a different meaning. A second conclusion of note is that during his Halle period Husserl replies to the objection of solipsism that is the result of individual relativism by a theory that is not


192

THE PUZZLING CASE OF ALTER1TY

yet the theory of intersubjectivity described in the /Cartesian Meditations /but another one, based on the suprasubjectivity of idealities which are intuitively grasped. But this isn't the end of the matter. It must still be decided if this aspect of intersubjectivity is the only one presented in /Logical Investigations. /If this is not the case, then the "intersubjective structure" that appears in this text will have to be sketched out. [BERTRAND BOUCKAERT - THE PUZZLING CASE OF ALTERITY IN HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS/

DAN ΖAHAVI AND FREDERIK STJERNFELT (EDS.)

ONE HUNDRED YEARS OF PHENOMENOLOGY

Husserl's /Logical Investigations /Revisited, 2002 Springer Science+Business Media Dordrecht]

ideality solipsism el

Created Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

III. Η αινιγματική περίπτωση της ετερότητας στις Λογικές Έρευνες

α) Ατομικός σχετικισμός και υπερυποκειμενικότητα

Σε διάκριση με τον πέμπτο Καρτεσιανό Στοχασμό, το κύριο διακύβευμα του Προλεγόμενα στην Καθαρή Λογική δεν είναι να απαντήσει στην ένσταση του σολιψισμού, αλλά μάλλον να αντικρούσει τον ψυχολογισμό κάθε είδους. Ωστόσο, υπάρχει μια επιδεινωμένη μορφή ψυχολογισμού που είναι επίσης ο πιο ακραίος σολιψισμός. Ο Husserl τη μελετά με τον τίτλο «ατομικός σχετικισμός». Σύμφωνα με αυτή την άποψη, κάθε λογικός νόμος εξαρτάται από ένα καθέκαστο εμπειρικό άτομο. Στις Λογικές Έρευνες, τότε, υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη μιας ένστασης στον σολιψισμό. Για να τη διευκρινίσει, ο Husserl επικαλείται μερικές φορές την υπόθεση ενός «μαθηματικού αγγέλου» ή ενός «λογικού υπερανθρώπου» που θα είχε λογικούς νόμους (και επομένως θα κατείχε έναν ορθολογισμό) φτιαγμένους μόνο για αυτόν, και δείχνει τους πρακτικούς και ηθικούς παραλογισμούς στους οποίους μια τέτοια υπόθεση οδηγεί (πρβλ. LI, 163 [Hua XVIII, 155], Hua XXIV, 147). Ωστόσο, η πιο δριμεία κριτική του Husserl επικεντρώνεται στην εσωτερική ασυνέπεια αυτής της θέσης. Θα συγκεντρώσουμε μια καλύτερη κατανόηση της φύσης αυτών των αντιρρήσεων εξετάζοντας ένα συγκεκριμένο παράδειγμα.

Αναμφισβήτητα, ένας από τους πιο θεμελιώδεις λογικούς νόμους είναι η αρχή της μη αντίφασης. Αυτή η αρχή δηλώνει ότι δύο αντιφατικές προτάσεις δεν μπορούν να είναι αληθείς και οι δύο ταυτόχρονα. Στο πέμπτο κεφάλαιο των Προλεγομένων, ο Husserl ασκεί κριτική στις ψυχολογιστικές ερμηνείες που έχουν δοθεί σε αυτή την αρχή.

Ο John Stuart Mill, για παράδειγμα, έβλεπε την αρχή της μη αντίφασης να είναι «μια από τις πρώτες και πιο γνωστές μας γενικεύσεις από την εμπειρία».^13 Γι' αυτόν η αξία της αρχής της αντίφασης θα στηριζόταν επομένως σε μια εμπειρική και όχι σε μια οντολογική ασυμβατότητα μεταξύ αντιφατικών ενεργημάτων πεποίθησης. Η αντίρρηση του Χουσερλ σε αυτό το σημείο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα στο πλαίσιο της παρούσας εργασίας. Παρατηρεί πράγματι ότι αν δύο ενεργήματα κρίσης, που είναι πραγματικά ασυμβίβαστα, δεν μπορούν να υπάρχουν ταυτόχρονα στη συνείδηση ενός ατόμου, ωστόσο μπορούν να υπάρχουν ταυτόχρονα στη συνείδηση ​​δύο ξεχωριστών ατόμων. Σύμφωνα με τον ορισμό του J.S. Mill, η αρχή της μη αντίφασης θα ίσχυε επομένως μόνο για ατομική συνείδηση. Μια τέτοια σύλληψη της αρχής της μη αντίφασης θα ήταν, όπως επισημαίνει ο Husserl, προφανώς σχετικιστική. Πιο συγκεκριμένα, θα ήταν αναμφίβολα σολιψιστική. Σε διάκριση από την προσέγγιση που ακολουθήθηκε στα μεταγενέστερά του γραπτά, η άρνηση του Husserl για ένα σολιψιστικό θεμέλιο της αντικειμενικότητας δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση στη ρητή επιβεβαίωση μιας συγκροτησιακής διυποκειμενικότητας. Το να χαρακτηριστούν οι λογικοί νόμοι του «διυποκειμενικού» με τη σημασία που θα δώσει ο Husserl σε αυτόν τον όρο αργότερα, είναι, επομένως, υπερβολικό. Όντας μη σολιψιστικοί, οι λογικοί νόμοι είναι επίσης μη διυποκειμενικοί με την αυστηρή έννοια του όρου· στην πραγματικότητα, είναι αδιάφοροι για αυτό το ερώτημα της διυποκειμενικότητας.

^13 Βλ. J. St. Mill, /Logic, /Book II, κεφάλαιο VII, § 5. Παρατίθεται από τον Husserl στο LI, 111 (Hua XVIII, 79).

Η ισχύς των νόμων αυτών είναι, ωστόσο, απολύτως απεριόριστη, ούτε εξαρτάται από τη δύναμή μας, ούτε από τη δύναμη κανενός [wer immer], να [191] επιτελέσει ενεργήματα εννοιολογικής παρουσίασης, ούτε να υποστηρίξει ή να επαναλάβει τέτοια ενεργήματα στη συνείδηση που έχουν την ίδια απόβλεψη. (LI, 128 [Hua XVIII, 109])

Αυτή η αδιαφορία των λογικών αρχών για το ερώτημα της πολλαπλότητας καθώς και για το ίδιο το ερώτημα της υποκειμενικότητας είναι στενά συνδεδεμένο με το γεγονός ότι ο Husserl προσπαθεί να απαντήσει στην κριτική μιας σολιψιστικής θεμελίωσης της αντικειμενικότητας τονίζοντας την αντίθεση μεταξύ της πραγματικότητας [Realität] και της ιδεατότητας [Idealität], και όχι με τη διάκριση μεταξύ του ιδιωτικού υποκειμένου και της διυποκειμενικής πολλαπλότητας.

Σύμφωνα με τον Husserl, ο σχετικισμός μιας ψυχολογιστικής προσέγγισης είναι το αποτέλεσμα μιας σύγχυσης μεταξύ του πραγματικού και του ιδεατού (LI, 193-196). Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό να ισχυριστούμε σθεναρά ότι οι νόμοι της λογικής ανήκουν στον τομέα της ιδεατότητας και όχι σε αυτόν της πραγματικότητας.

Το λογικό μοτίβο της σύνδεσης είναι η ιδεατή μορφή για χάρη της οποίας μιλάμε κατά είδος για τη ίδια αλήθεια ... από οποιονδήποτε [für wen immer] αυτά τα «ίδια πράγματα» μπορεί να νοηθούν. (LI, 186 [Hua XVIII, 182])

Είναι επομένως στη βάση μιας ανάδειξης του τομέα της ιδεατότητας, που ο Husserl, κατά την περίοδο του Halle, καταφέρνει να απελευθερωθεί από τον κίνδυνο του σολιψισμού, που κατήγγειλε στην καρδιά των ψυχολογιστικών συλλήψεων, με το όνομα «ατομικός σχετικισμός». Οι νόμοι της λογικής, λέει, δεν βασίζονται σε πραγματικά νοητικά ενεργήματα αλλά σε ιδεατές σχέσεις που είναι αδιάφορες για κάθε υποκειμενική συνείδηση ​​και οι οποίες είναι κατά συνέπεια αντικειμενικές.

Στο Halle όπως και στο Φράιμπουργκ, ο Husserl θέτει τον σολιψισμό ενάντια στην αντικειμενικότητα. Κάνοντάς το αυτό, αναμένει ήδη τα θεμελιώδη ερωτήματα που θα τον απασχολήσουν στα μεταγενέστερα γραπτά του για την υπερβατολογική διυποκειμενικότητα. Αυτή η μεταγενέστερη σύλληψη, πράγματι, θα είναι ταυτόχρονα και η απάντηση που ο Husserl θα διατυπώσει στην ένσταση του υπερβατολογικού σολιψισμού και της συγκροτησιακής προέλευσης της αντικειμενικότητας (constitutive origin of objectivity). Ωστόσο, αυτό δεν συνεπάγεται ότι ο Husserl, στα πρώτα του γραπτά, δεσμεύει ρητά την αντικειμενικότητα με τα συγκροτησιακά ενεργήματα μιας πολλαπλότητας υποκειμένων. Αντίθετα, ο Husserl αξιώνει μια αδιαφορία της ιδεατότητας τόσο ως προς το άτομο όσο και προς την πολλαπλότητα των υποκειμένων, και αυτή η αδιαφορία είναι το άμεσο αποτέλεσμα ένας θεμελιώδους διαχωρισμού μεταξύ ιδεατότητας και πραγματικότητας.

Μπορούμε να συμπεράνουμε από όλα αυτά, πρώτον, ότι αυτό που χαρακτηρίζει ο Husserl "für wen immer Identität" στις Λογικές Έρευνες αντιστοιχεί στην πραγματικότητα στη λεγόμενη «κλασική» νεοκαντιανή σύλληψη της διυποκειμενικότητας, που ξεκίνησε πριν από αυτόν ο Volkelt: μια σύλληψη που κατατάσσει ως «διυποκειμενικό» ό,τι είναι αδιάφορο για κάθε υποκείμενο όποιο κι αν είναι αυτό. Για να εκφράσει αυτή την ιδέα, ο Husserl θα προτιμήσει να χρησιμοποιήσει τον όρο «Übersubjektivität» (πρβλ. Hua XXIV, 41, 141, 142, 143, κ.λπ.) ή υπερυποκειμενικότητα. Ο όρος "Intersubjektivität" θα εμφανιστεί αργότερα στα γραπτά του, με διαφορετικό νόημα. Ένα δεύτερο συμπέρασμα είναι ότι κατά την περίοδο του Halle ο Husserl απαντά στην ένσταση του σολιψισμού ότι είναι το αποτέλεσμα του ατομικού σχετικισμού με μια θεωρία που δεν είναι [192] ακόμα η θεωρία της διυποκειμενικότητας που περιγράφεται στους Καρτεσιανούς Στοχασμούς αλλά μία άλλη, βασισμένη στην υπερυποκειμενικότητα των ιδεατοτήτων που συλλαμβάνονται εποπτικά. Αλλά αυτό δεν είναι το τέλος του ζητήματος. Πρέπει ακόμα να αποφασιστεί εάν αυτή η πτυχή της διυποκειμενικότητας είναι η μόνη που παρουσιάζεται στις Λογικές Έρευνες. Αν αυτό δεν ισχύει, τότε η «διυποκειμενική δομή» που εμφανίζεται σε αυτό το κείμενο θα πρέπει να σκιαγραφηθεί.

[BERTRAND BOUCKAERT - THE PUZZLING CASE OF ALTERITY IN HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS/ DAN ΖAHAVI AND FREDERIK STJERNFELT (EDS.) ONE HUNDRED YEARS OF PHENOMENOLOGY Husserl's /Logical Investigations /Revisited, 2002 Springer Science]

ideal meaning and real act

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

<(b) Questions About the Relationship Between Ideal Meaning and Real Act>

I shall first of all begin with formal logic again. Formal logic, according to what we have said, is most intimately related to noetics. The connection is established by the fact that belonging to the essence 15 of theoretical position-takings, especially of judgments and assumptions, is a “meaning”, which places us in the sphere of concept and proposition, and correlatively of object and state of affairs. In proposition forms, or forms of states of affairs, lie essential conditions of possibility of Evidenz of judgments and assumptions. Such conditions 20 are generally expressed in the formal logical and mathematical laws. Now, here lie tremendous problems,^7 problems of understanding, not mathematical problems. They do not involve the solving of problems within the logico-mathematical sphere, the filling of perceptible gaps in our knowledge that until now have mocked the efforts and sagacity of mathematicians. They lie in another dimension. They become perceptible to us when we inquire into the relationship of the formal mathesis, even ideally perfected, to psychology.

HUSSERL: todo | @ideality

All thinking and knowing is subjective, a mental act that comes and goes, begins and ends. Every mental act has, on the other hand, 30 its meaning, its meaning content, and this must be, as we remarked, ideal and supra-subjective, something that does not come and go, for

^7 Problems of meanings in themselves.


140 NOETICS AS THEORY OF JUSTIFICATION

which beginning and ending, temporal existence in general, are not applicable categories. Someone states the theory of the sum of the angles of a triangle, thinks, judges, and knows it. This thinking and knowing is that person’s mental experience. What the person thinks 142 5 and knows must, however, be a truth. Now, does this mean, however, and this makes good sense, that a truth is what it is whether anyone whosoever thinks, states, knows it? We started with this distinction as something preestablished. It is given to us beforehand. Everyone knows it and makes use of it. In all scientific discourse, propositions 10 and truths are spoken of in this ideal, supratemporal sense. No one believes that the proposition of the sum of the angles of a triangle, or any other truth began with a subjective act of thinking and ends with it. People say that the truth is discovered. People take it as an objectivity in itself that must be found. And, formal logic then simply 15 accepts these objectifications, the true and false propositions, the non-contradictory and consistent concepts, takes them in the sense prevailing in all actual sciences. It investigates the forms of these ideal meanings and the laws to which the truth is subject purely on the basis of form. However, is not a big problem hiding here? A prop-20 osition, especially, for example, a truth, is something suprasubjective, supratemporal, ideal, an act of thinking, something subjective, temporal, and psychologically real. How does the ideal come into the real, the suprasubjective into the subjective act? The judgment judges that /S /is /P/, that the sum of the angles to the sum of two 25 right , etc. The what of the judgment is the judgment content. Is that a moment, an isolated feature of the judgment, as green is an isolated feature in the appearance of green leaves? But, with the real whole, its real parts, its real moments also come into being and pass away. If the green leaf passes away, then that moment of colora-30 tion has passed away. If the judgment passes away, then everything that constituted the judgment in terms of parts or isolated features has passed away. /The proposition is, however, what it is, whether it is thought or not/.^8 This same truth is acknowledged and seen by many individuals in many judgments. It is one. The acts and individuals are

^8 Proposition in itself.


NOETICS OF THEORY OF JUSTIFICATION

141

many. And, yet, the latter did not grow together, as if they truly had a piece in common.

The objectivity of the validity of science hinges on the ideality of 143 the meanings^9 of these logical units, on their forms and laws of form. 5 Scientific theory is suprasubjective. It is valid. It is known subjectively, but is not the subjective knowledge of scholars or pupils. Its validity with respect to all its theoretically well-grounded results reaches beyond all subjective thinking and all thinking individuals precisely in that it is a body of ideal, legitimately connected mean-10 ing units. The ideality of the meaning unit obviously first makes the ideality of all scientific theories possible. But, how is that to be understood then? If the meaning in the authentic sense is in the judgment, in the act of thinking, then it is just a part of it and then something real. It is not that, though. And, on the other hand, what 15 is the fact that the judgment has meaning, believes one proposition or another, sees one truth or another supposed to mean? How are the contrast and relationship between ideal and real objectivities in general conceivable?^10

<(c) The Follies of Logical Psychologism>

20 Whoever strikes out on the wrong path here becomes entangled in the most absurd foolishness. This happens to psychologists in logic and, unfortunately, most living logicians rank among them. One should not, though, let oneself be fooled that lately, and perhaps due in part to the influence of my /Logical Investigations/, arguing

25 against psychologism tends to be fashionable, and suddenly no one any longer wants to have been in the cozy position out of which he or

^9 Ideal in itself as meaning.

^10 That is all rather generally expressed. To be distinguished within the problem, though, then is: (1) the ideality of the mathematical, the purely logical, the geometrical, the purely conceptual proposition; hence, corresponding classes of judgments and their ideal contents; (2) the suprasubjectivity of empirical, occasional propositions having temporary validity. The bird is flying: now, just as long as it is flying. The paper is white: now, as long as it is not colored, not burned, etc. Scientific judgments of selenology, botany, geography, even physics. Meanings of occasional judgments! In contrast to the meanings of non-occasional judgments.

[ Introduction to Logic and Theory of Knowledge

Lectures 1906/07

Book © 2008 ]

ideal meaning and real act el

Created Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

<(b) Ερωτήσεις σχετικά με τη σχέση μεταξύ της ιδεατής σημασίας και του πραγματικού ενεργήματος>

Πρώτα από όλα θα ξεκινήσω πάλι με την τυπική λογική (formal logic). Η τυπική λογική, σύμφωνα με όσα είπαμε, σχετίζεται στενά με τη νοητική (noetics). Η σύνδεση εδραιώνεται από το γεγονός ότι στην ουσία των θεωρητικών θεσιληψιών, ιδίως των κρίσεων και των υποθέσεων, ανήκει μια «σημασία», που μας τοποθετεί στη σφαίρα της έννοιας και της πρότασης, και συσχετικά με αυτή του αντικειμένου και της κατάστασης πραγμάτων. Στις μορφές πρότασης ή στις μορφές καταστάσεων πραγμάτων υπάρχουν ουσιαστικές συνθήκες δυνατότητας ενάργειας (Evidenz) των κρίσεων και των υποθέσεων. Τέτοιες συνθήκες εκφράζονται γενικά σε τυπικά λογικούς και μαθηματικούς νόμους. Τώρα, εδώ βρίσκονται τεράστια προβλήματα,^7 προβλήματα κατανόησης, όχι μαθηματικά προβλήματα. Δεν εμπλέκουν την επίλυση προβλημάτων εντός της λογικο-μαθηματικής σφαίρας, την πλήρωση των αντιληπτών κενών στη γνώση μας που μέχρι τώρα χλεύαζαν τις προσπάθειες και την οξυδέρκεια των μαθηματικών. Βρίσκονται σε άλλη διάσταση. Μας γίνονται αντιληπτά όταν ερευνούμε τη σχέση της τυπικής μάθησης (formal mathesis), ωστόσο ιδεατά τελειοποιημένης, με την ψυχολογία.

^7 Προβλήματα σημασιών καθεαυτών.

Όλο το σκέπτεσθαι και το γνωρίζειν είναι υποκειμενικό, ένα νοητικό ενέργημα που έρχεται και φεύγει, αρχίζει και τελειώνει. Κάθε νοητικό ενέργημα έχει, από την άλλη, τη σημασία του, το σημασιακό του περιεχόμενο, και αυτό πρέπει να είναι, όπως παρατηρήσαμε, ιδεατό και υπερ-υποκειμενικό, κάτι που δεν έρχεται και φεύγει, για [140] το οποίο αρχή και τέλος, η χρονική ύπαρξη γενικά, δεν είναι εφαρμόσιμες κατηγορίες. Κάποιος δηλώνει τη θεωρία του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, σκέφτεται, κρίνει και το γνωρίζει. Αυτό το σκέπτεσθαι και το γνωρίζειν είναι η νοητική εμπειρία αυτού του προσώπου. Αυτό που σκέφτεται το πρόσωπο και γνωρίζει πρέπει, ωστόσο, να είναι μια αλήθεια. Τώρα, σημαίνει αυτό, ωστόσο, και αυτό είναι πολύ λογικό, ότι μια αλήθεια είναι αυτό που είναι αν τη σκέφτεται, τη δηλώνει, την γνωρίζει οποιοσδήποτε; Ξεκινήσαμε με αυτή τη διάκριση ως κάτι προκαθορισμένο. Μας δίνεται εκ των προτέρων. Όλοι τη γνωρίζουν και κάνουν χρήση της. Σε όλο τον επιστημονικό λόγο, οι προτάσεις και οι αλήθειες εκφέρονται με αυτή την ιδεατή, υπερχρονική σημασία. Κανείς δεν πιστεύει ότι η πρόταση του αθροίσματος των γωνιών ενός τριγώνου, ή οποιασδήποτε άλλης αλήθειας ξεκινάει με ένα υποκειμενικό ενέργημα σκέψης και τελειώνει με αυτό. Οι άνθρωποι λένε ότι η αλήθεια ανακαλύπτεται. Οι άνθρωποι την εκλαμβάνουν ως μια αντικειμενικότητα καθεαυτή που πρέπει να βρεθεί. Και, η τυπική λογική τότε απλά δέχεται αυτές τις αντικειμενοποιήσεις, τις αληθείς και ψευδείς προτάσεις, τις μη αντιφατικές και συνεπείς έννοιες, τις παίρνει με την έννοια που κυριαρχεί σε όλες τις πραγματικές επιστήμες. Διερευνά τις μορφές αυτών των ιδεατών σημασιών και τους νόμους στους οποίους υπόκειται η αλήθεια βάση καθαρά της μορφής. Ωστόσο, δεν κρύβεται ένα μεγάλο πρόβλημα εδώ; Μια πρόταση, ειδικά, για παράδειγμα, μια αλήθεια, είναι κάτι υπερυποκειμενικό, υπερχρονικό, ιδεατό, ένα ενέργημα σκέψης, κάτι υποκειμενικό, χρονικό και ψυχολογικά πραγματικό. Πώς έρχεται το ιδεατό στο πραγματικό, το υπερυποκειμενικό στο υποκειμενικό ενέργημα; Η κρίση κρίνει ότι Υ είναι Κ, ότι το άθροισμα των γωνιών <είναι ίσο> με το άθροισμα δύο ορθών <γωνιών>, κλπ. Το τι της κρίσης είναι το περιεχόμενο της κρίσης. Είναι αυτή μια στιγμή, ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό της κρίσης, όπως το πράσινο είναι ένα μεμονωμένο χαρακτηριστικό στην εμφάνιση των πράσινων φύλλων; Όμως, με το το πραγματικό όλο, τα πραγματικά του μέρη, οι πραγματικές του στιγμές έρχονται επίσης σε ύπαρξη και εκπνέουν. Εάν το πράσινο φύλλο εκπνεύσει, τότε αυτή η στιγμή του χρωματισμού έχει εκπνεύσει. Αν εκπνεύσει η κρίση, τότε όλα αυτά που συνιστούσαν τα μέρη ή τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά της κρίσης έχουν εκπνεύσει. Η πρόταση είναι, όμως, αυτό που είναι, είτε νοείται είτε όχι.^8 Αυτή η ίδια αλήθεια αναγνωρίζεται και βλέπεται από πολλά άτομα σε πολλές κρίσεις. Είναι ένα. Τα ενεργήματα και τα άτομα είναι [141] πολλά. Και, όμως, τα τελευταία δεν μεγάλωσαν μαζί, σαν να είχαν αληθινά ένα κοινό κομμάτι.

^8 Πρόταση καθεαυτή.

Η αντικειμενικότητα της εγκυρότητας της επιστήμης εξαρτάται από την ιδεατότητα των σημασιών^9 αυτών των λογικών ενοτήτων, σχετικά με τις μορφές και τους νόμους της μορφής τους. Η επιστημονική θεωρία είναι υπερυποκειμενική. Είναι έγκυρη. Είναι γνώσιμη υποκειμενικά, αλλά δεν είναι η υποκειμενική γνώση μελετητών ή μαθητών. Η εγκυρότητά της σε σχέση με όλα τα θεωρητικά τεκμηριωμένα αποτελέσματά φτάνει πέρα ​​από κάθε υποκειμενική σκέψη και όλα τα σκεπτόμενα άτομα ακριβώς στο ότι είναι ένα σώμα ιδεατών, θεμιτά συνδεδεμένων νοηματικών μονάδων. Η ιδεατότητα της σημασιακής μονάδας προφανώς κάνει πρώτα δυνατή την ιδεατότητα όλων των επιστημονικών θεωριών. Αλλά, πώς πρέπει να κατανοηθεί αυτό τότε; Αν η σημασία με την αυθεντική έννοια είναι στην κρίση, στην ενέργημα της σκέψης, τότε είναι απλώς ένα μέρος της και άρα κάτι πραγματικό. Δεν είναι αυτό όμως. Και, από την άλλη, τι υποτίθεται ότι σημαίνει το γεγονός ότι η κρίση έχει σημασία, πιστεύει μια πρόταση ή άλλη, βλέπει τη μία ή την άλλη αλήθεια; Πώς είναι η αντίθεση και η σχέση μεταξύ ιδεατών και πραγματικών αντικειμενικοτήτων γενικά νοητή;^10

^9 Ιδεατό καθεαυτό ως σημασία.

^10 Όλα αυτά εκφράζονται μάλλον γενικά. Προς διάκριση μέσα στο πρόβλημα, όμως, είναι: (1) η ιδεατότητα της μαθηματικής, της καθαρά λογικής, της γεωμετρικής, της καθαρά εννοιολογικής πρότασης· ως εκ τούτου, οι αντίστοιχες τάξεις των κρίσεων και των ιδεατών περιεχομένων τους. (2) η υπερυποκειμενικότητα των εμπειρικών, περιστασιακών προτάσεων που έχουν προσωρινή εγκυρότητα. Το πουλί πετάει: τώρα, όσο πετάει. Το χαρτί είναι λευκό: τώρα, αρκεί να μην είναι χρωματιστό, να μην είναι καμένο κλπ. Επιστημονικές κρίσεις σεληνολογίας, βοτανικής, γεωγραφίας, ακόμη και της φυσικής. Σημασίες περιστασιακών κρίσεων! Σε αντίθεση με τις σημασίες των μη περιστασιακών κρίσεων.

[Introduction to Logic and Theory of Knowledge / Lectures 1906/07, 2008]

J N Mohanty - Husserls Thesis of the Ideality of Meanings

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

HUSSERL'S THESIS OF THE IDEALITY OF MEANINGS

/by/

J. N. MOHANTY (New York)

[J. N. Mohanty — Husserl's Thesis of the Ideality of Meanings in READINGS ON EDMUND HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS/ /edited by/ J. N. MOHANTY, MARTINUS NIJHOFF/THE HAGUE/, 1977]

MOHANTY: Husserl | ideality of meaning

  1. No other thesis of Husserl, in his philosophy of meaning, has been

subjected to more unfavorable criticism than the view, which he yet never seems to have taken back, that meanings are ideal entities. And yet it would seem that by that rather misleading locution he was trying to capture an essential moment of our experience of meanings and our commerce with them. That moment may perhaps be described by the following propositions: first, discourse, and more so logical discourse requires that meanings retain an identity in the midst of varying contexts; secondly, meanings can be communicated by one person to another, and in that sense can be shared; further, in different speech acts and in different contexts, the same speaker or different speakers can always return to the same meaning. Now any satisfactory theory of meaning should be able to take care of these interrelated phenomena. The theories that reduce meaning to the private experiences of the speaker or the hearer cannot explain how it is possible for private experiences (images, for example) of one to be communicated to, and shared by, another. Any criterion of identity with regard to such private experiences by which one could say, for example, 'This is the same image as I had last evening' is difficult to come by. It may be argued that there is in truth no real communication of meaning at all, so that each person is enclosed within his own world of private experiences. Such a radical scepticism is different from that moderate scepticism which doubts if we /always /do understand each other. The latter position not only does not rule out, but rather presupposes, that sometimes we do succeed in communicating or understanding. The radical scepticism however is a position which can hardly be coherently stated, for it would frustrate the possibility of public language, and has to meet all the difficulties connected with the notion of private language combined with the additional troubles arising out of the denial that there is any public language at all. The so-called Platonic theories of meaning are motivated by the theoretical need for taking into account


HUSSERL'S THESIS OF THE IDEALITY OF MEANINGS 77

the identity, communicability and repeatability and, in that sense, objectivity of meanings. But they err by sundering meanings apart from the concrete meaning experiences (intending, speaking, understanding, etc.), by hypostatising them into entities that one supposedly inspects when understanding or meaningfully using appropriate expressions; in effect, they reduce expressions to conventional signs for those entities. Thus they cut off meaning from both the subjective life of persons and from the expressions that bear them.

A satisfactory theory of meaning then should take cognisance of the facts : (1) that meanings are characterised by a sort of identity, context-independence, intersubjective sharability and communicability that make it legitimate to say of them that they are objective; (2) that on the other hand they stand internally related to the mental life (thoughts, feelings and intentions) of the persons participating in them; (3) that in spite of their sort of identity which suggests they do not belong to the real order of temporally individuated events, they nevertheless serve as mediums of reference to things, events, persons, places and processes in the world; and finally, (4) that they are incarnated in physical expressions, words and sentences which from one point of view are conventional signs and so extrinsic to the latter, and from another, united with the meanings they signify in such a manner that they both form a most remarkable sort of wholeness.

Husserl's thesis regarding the ideality of meanings has to be understood in this total context, and not in an isolated manner i.e., only in view of the first of the above-mentioned facts.

  1. There is no doubt that on occasions Husserl does speak of meanings in

an ontological mode. He divides all beings into the real and the ideal, the mark of reality being temporality.^1 He then divides ideal objects into those that are meanings and those that are not.^2 In a rather famous passage, he characterises meanings as species or universal entities :

As a species, and only as a species, can it (a meaning) embrace in unity /(ξυμβάλλειν εις εν), /and as an ideal unity, the dispersed multiplicity of individual singulars. The manifold singulars for the ideal unity of Meaning are naturally the corresponding act-moments of meaning, the /meaning-intentions. /Meaning is related to varied acts of meaning... just as Redness /in specie /is to the slips of paper which lie here, and which all 'have' the same redness.^3

^1 LI, I, p. 353. (The references to the /Logical Investigations /are to J. N. Findlay's English translation.)

^2 LI, I, pp. 331, 325.

^3 LI, I, p. 330.


78

J. Ν. MOHANTY

Now this ontological mode of speech is gradually mellowed down.^4 To be sure, the meanings are ideal, their ideality is nothing but 'unity in multiplicity' ^5 but they are mediums of reference, not objects of reference. When in an act of reflection they are made objects, they cease to function as meanings. Thus meanings qua meanings cannot also be objects, and when made into objects they cease to be meanings and are referred to through some other meanings. Further, all Husserlian essences are not meanings. It is important, for example, to bear in mind the distinction between the meaning of 'Redness' and the essence Redness. When Husserl extends the concept of meaning to all acts and gets the concept of noema, he tells us that the concern with noemata is possible in a phenomenological attitude while the concern with essences is said to belong to an ontological attitude.^6 In /Experience and Judgment, /the characterisation of meanings as species is explicitly and unambiguously taken back :

The irreality of objectivities of understanding must not be confused with generic universality... it is a great temptation to think that the proposition belongs to the various acts of which it is the sense by virtue of its generic universality, as, for example, many red things belong to the generic essence 'redness' ...

But one must say in opposition to this : certainly, the proposition... is not general in the sense of generic universality i.e., /the generality of an "extension" /...; it is, therefore, not general in the manner of essences...

*... the proposition itself is, for all these acts and act-modalities, /identical as the correlate of an identification and not general as the correlate of a comparative coincidence. /The identical sense does not become particular in individuals; the generic universal in coincidence has particulars under it, but the sense does not have particulars under it.^7 *

3. If the ideality of the meaning is not that of a species or an essence, it is also to be distinguished from a presumptive ideality of the linguistic entity itself. The same word 'the' recurs. It is a word of the English language, though it has infinitely many occurrences. But one may also return from the written to the spoken word, and yet be aware that it is the same word. Purely physicalistically considered, of course, each inscription is a distinct physical object, each uttered sound a distinct event, and there seems to be no way of bringing them under the same linguistic item, 'the same word.' The idea of sameness here needs the concept of ideality. Only what is irreal can defy individuation by spatio-temporal location, and can maintain

^4 For the following, see my "On Husserl's Theory of Meaning" /{The Southwestern Journal of Philosophy, /V, 1974, pp. 229-244.)

^5 LI, I, p. 331.

^6 E. Husserl, /Ideen /III /(Husserliana, /Bd. V) p. 86.

^7 /Experience and Judgment/; 64(d), esp. pp. 261-263, also FTL, § 57(b).


HUSSERL'S THESIS OF THE IDEALITY OF MEANINGS 79

identity in multiplicity. It is these considerations that lead Husserl to speak of the ideality of language and of the linguistic.^8 Language has an objective, spiritual being that is handed down by tradition as a persisting, abiding system. The word, the grammatical sentence, considered purely in respect of its 'spiritual corporeality' is an ideal unity. The same holds good of a symphony in relation to its reproductions or performances.

This ideality is not the same as that of the meanings which those words and sentences express. One cannot but help asking, at this point, if we really need to accord recognition to two orders of ideality in the constitution of an expression : a 'corporeal' and an incorporeal. Is it not possible to take care of the use of 'same' with regard to a word or a sentence in its purely 'corporeal' aspect by taking recourse to the distinction between 'type' and 'token?' { :types-tokens }

  1. The ideal meanings are 'contents' of the acts which are called

meaning-intending or also meaning-conferring acts. Both these names are misleading. There is a perfectly ordinary sense in which we may say of a person that he intends to mean such and such by using the words he is using. His intention is relevant to determine what he means when what he says does not quite show what he means. Husserl does not want to use 'meaning intending' in this sense. The other expression 'meaning conferring' is equally misleading. One may speak of an act that it confers a certain right or a certain title on a person — the act, for example, of closing a deed. It is not as if what Husserl calls meaning conferring act confers meaning on a string of meaningless noises or inscriptions. The metaphors then are liable to mislead. The metaphors however, like all metaphors, are intended to be illuminative only in certain respects, within certain limitations. In order to be able to see what Husserl means let us recall some other characterisations he gives of these acts and their functions.

First, we have to bear in mind that for Husserl meaning is always and primarily meaning of an act i.e., of an intentional experience. The senses in which a physical inscription or a thing are or may be said to be meaningful are derivative from this primary sense inasmuch as we posit some act or other as being the source of that meaningfulness. If Husserlian meanings, like the Fregean /Sinne, /are intensional entities,^9 what I am emphasising is that for Husserl intensionality derives from intentionality. To say that an act is intentional is to say that an object is intended in it in a certain

^8 FTL, § 2.

^9 Cp. D. Føllesdal, "Husserl's Notion of Noema," /The Journal of Philosophy, /LXVI, 1969, pp. 680-687.


80

J. Ν. MOHANTY

manner as being such and such : this is to ascribe to it a sense or a meaning and a reference. It was therefore only in the fitness of things that in the /Ideas /I the results of the First Investigation were extended over the entire domain of acts.

Secondly, Husserl says that meanings are contents of acts. If I am perceiving a thing and on the basis of that perception say 'This is white,' the meaning of the sentence I utter is a content of my act of (perceptual) judgment. If I simply utter the words 'The victor at Jena' understanding what they mean, the act I would be giving expression to is an act of representing to me a certain thing in a certain manner or satisfying a certain description : the meaning of the words is a content of that act. The talk of 'content' may mean : either real components of an experience such that each such component itself is a real bit of that experience, or intentional correlates which necessarily accompany an act, as does the percept (the perceived qua perceived in the precise manner in which it is perceived) accompany an act of perceiving, or a proposition accompany an act of judging. The meaning is a content in the latter sense, it is not a real part of an act and so is not a private particular. It is not also, for reasons which are well known, the object towards which an act may happen to be directed. It is called an ideal content. It is not, as it were, that within the corpus of an experience there are elements that are variable and changing and a core of invariant structure which is the meaning.^10 That would have made the ideal meaning a real component of an experience in the same sense in which a sensation, an image, a feeling may be said to be, which indeed is absurd.

Third, subtract from the understanding of a verbal expression (or meaningful use of one) the uncomprehended hearing (or, uttering) of it, the surplus is the meaning-conferring act. Or, begin with hearing a string of noises which then grows into comprehension of a structure of meanings : what supervenes is a meaning conferring act. Husserl therefore often calls such an act an act of 'understanding'^11 which "shines through the expression" and "lends it meaning and thereby relation to objects." ^12 A clearer statement is this :

*The soliloquising thinker 'understands' his words, and this understanding is simply his act of meaning them.^13 *

^10 F. H. Bradley held that the logical idea is a part of the content of the psychological idea or image. See his /The Principles of Logic, /2nd rev. edn., Oxford, 1963, esp. pp. 6-8. For a criticism of Bradley's view, see B. Blanshard, /The Nature of Thought, /vol. I.

*^11 LI, I, pp. 302, 327.

^12 LI, I, p. 302.*

^13 LI, I, p. 309fn.


HUSSERL'S THESIS OF THE IDEALITY OF MEANINGS 81

At this point, the following question may be raised : a word or sentence is meaningful, no matter whether I understand it when it is being uttered or not. Likewise if I utter a sentence belonging to a language that I do not understand but which I have learned to articulate, the sentence that I utter is meaningful even if I do not comprehend its meaning. How then can one say that my understanding — whether as the utterer or as the hearer — contributes to making a string of meaningless noises into meaningful expressions? If the expressions are meaningful, they are so because of reasons other than the acts of understanding by those who may happen to understand them. They may, for example, be meaningful because there /are /rules for their use.

Compare the following with the situation we are in : a physical object is a physical object, irrespective of whether some one perceives it or not. My perceiving it does not make it a physical object, nor does my failure to perceive it make it cease to be one. Or, take a specific type of physical object, a tool e.g., a hammer. It is, and continues to be a hammer even if no one uses it as one. In what sense, then, its 'being hammer' is determined by its use by some one in the prescribed manner?

I think these questions are pertinent, for they bring out the real nature of a phenomenological theory of meaning. It is often recognised that phenomenology is concerned not with things but with meanings. It is, for example, concerned not with physical objects (as the natural sciences are, or even a naive metaphysics would be), but with their sense as physical objects. It seeks to clarify that sense by returning to those intentional experiences in which it is constituted. The same applies to the other concerns of phenomenology. A phenomenological theory of meaning is then concerned not with meanings directly but with /their /sense as 'meanings' : it asks, how is /this /sense constituted? If the sense of the predicate 'physical object' is constituted in perceptual experiences of various sorts interrelated in certain more or less determinate manners, similarly the sense of 'meaning' is constituted in acts of understanding and certain correlations between 'understanding use' of expressions by speakers and 'understanding grasp' by auditors. It is in this kind of act-structure that the predicate 'meaningful' is constituted. A phenomenological theory of meaning, then, would trace the constitution of meanings as ideal unities to the acts in which these unities come to the sort of givenness appropriate to them by virtue of their sense as 'meanings.' What about meanings that are not understood? or, physical objects that are not perceived? Of course, there are unperceived physical objects, and that there are such unperceived physical objects may even be regarded as being, not an empirical truth,


82 HUSSERL'S THESIS OF THE IDEALITY OF MEANINGS

but a truth that follows from the sense of 'physical objects.' Since constitutive phenomenology has to be guided by the sense of the constituted, part of the explication of the sense of 'physical object' is to make room for that component of the sense from which the existence of unperceived physical objects appears to follow analytically. Similarly, it belongs to the sense of 'meaning' that meanings are not only understood, but may be misunderstood and even be silently passed by. A phenomenological theory that meanings are constituted in acts of understanding has to be so understood that these possibilities are taken care of.

The comparison with 'perception' was very much in Husserl's mind.^14 Meanings are given in acts of understanding, as much as physical objects are given in acts of perception. If in the case of perception it is appropriate to say that the sensations that are the primary data are 'interpreted' to signify such and such perceptual object, so in the experience of meanings such and such inscriptions or sounds are 'interpreted' to signify such and such meanings. Thus the meaning-conferring acts are not only acts of understanding but also acts of interpretation.^15 Just as in relation to the tree or the pencil, my perceptual experience is a 'presentation,' but in relation to the sensory data an 'interpretation,' so in the case of meanings it (i.e., my act of understanding) is both an intuitive grasp and an act of interpretation.^16

^14 E.g., LI, II, pp. 565-566.

^15 E.g., LI, I, pp. 310-365.

^16 LI, II, p. 568.

J N Mohanty - Husserls Thesis of the Ideality of Meanings el

Created Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2024

Η ΘΈΣΗ ΤΟΥ ΧΟΎΣΕΡΛ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΕΑΤΌΤΗΤΑ ΤΩΝ ΣΗΜΑΣΙΏΝ

/με/

  • J. N. MOHANTY *(Νέα Υόρκη)

[J. N. Mohanty — Husserl's Thesis of the Ideality of Meanings in READINGS ON EDMUND HUSSERL'S /LOGICAL INVESTIGATIONS/ /επιμέλεια/ J. N. MOHANTY, MARTINUS NIJHOFF/ΧΑΓΗ/, 1977]

1. Καμία άλλη θέση του Husserl, στη φιλοσοφία του της σημασίας, δεν έχει υποβληθεί σε δυσμενέστερη κριτική από την άποψη, την οποία ωστόσο δεν φαίνεται να έχει πάρει ποτέ πίσω, ότι οι σημασίες είναι ιδεατές οντότητες. Και όμως φαίνεται ότι με αυτή την μάλλον παραπλανητική διατύπωση προσπαθούσε να συλλάβει μια ουσιαστική στιγμή της εμπειρίας μας των σημασιών και της σχέσης μας μαζί τους. Αυτή η στιγμή μπορεί ίσως να περιγραφεί από τις ακόλουθες προτάσεις: πρώτον, ο λόγος (discourse), και πολύ περισσότερο ο λογικός λόγος απαιτεί οι σημασίες να διατηρούν μια ταυτότητα εν μέσω διαφορετικών πλαισίων· δεύτερον, οι σημασίες μπορούν να επικοινωνηθούν από το ένα άτομο στο άλλο, και υπό αυτή την έννοια μπορούν να μοιραστούν· περαιτέρω, σε διαφορετικά ομιλιακά ενεργήματα και σε διαφορετικά πλαίσια, ο ίδιος ομιλητής ή διαφορετικοί ομιλητές μπορούν πάντα να επιστρέψουν στην ίδια σημασία. Τώρα κάθε ικανοποιητική θεωρία της σημασίας θα πρέπει να είναι σε θέση να φροντίζει αυτά τα αλληλοσυσχετιζόμενα φαινόμενα. Οι θεωρίες που ανάγουν τη σημασία στις ιδιωτικές εμπειρίες του ομιλητή ή του ακροατή δεν μπορούν να εξηγήσουν πώς είναι δυνατό οι ιδιωτικές εμπειρίες (εικόνες, για παράδειγμα) κάποιου να επικοινωνηθούν, και να μοιραστούν, από άλλα. Οποιοδήποτε κριτήριο ταυτότητας σε σχέση με τέτοιες ιδιωτικές εμπειρίες με τις οποίες θα μπορούσε κανείς να πει, για παράδειγμα, «Αυτή είναι η ίδια εικόνα που είχα χθες το βράδυ» είναι δύσκολο να το βρούμε. Μπορεί να υποστηριχθεί ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καθόλου πραγματική επικοινωνία σημασίας, έτσι ώστε το καθένα άτομο περικλείεται μέσα στον δικό του κόσμο των ιδιωτικών εμπειριών. Ένας τέτοιος ριζικός σκεπτικισμός είναι διαφορετικός από εκείνον τον μέτριο σκεπτικισμό που αμφιβάλει αν πάντα κατανοούμε το ένα το άλλο. Η τελευταία θέση όχι μόνο δεν αποκλείει, αλλά μάλλον προϋποθέτει, ότι μερικές φορές πράγματι επιτυγχάνουμε στην επικοινωνία ή την κατανόηση. Ο ριζικός σκεπτικισμός, ωστόσο, είναι μια θέση που δύσκολα μπορεί να διατυπωθεί με συνοχή, γιατί θα ματαίωνε τη δυνατότητα της δημόσιας γλώσσας, και πρέπει να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες που συνδέονται με την έννοια της ιδιωτικής γλώσσας σε συνδυασμό με τα πρόσθετα προβλήματα που προκύπτουν από την άρνηση ότι υπάρχει δημόσια γλώσσα καθόλου. Οι λεγόμενες πλατωνικές θεωρίες της σημασίας κινητοποιούνται από τη θεωρητική ανάγκη να λάβουμε υπόψη [77] την ταυτότητα, την επικοινωνισιμότητα και την επαναληψιμότητα και, υπό αυτή την έννοια, την αντικειμενικότητα των σημασιών. Όμως κάνουν λάθος διαχωρίζοντας τις σημασίες από τις συγκεκριμένες εμπειρίες σημασίας (αποβλέπειν, ομιλείν, κατανοείν, κ.λπ.), υποστασιοποιώντας τες σε οντότητες που υποτίθεται ότι κάποιο επιθεωρεί κατά την κατανόηση ή τη χρήση με σημασία κατάλληλων εκφράσεων· στο ενέργημα, ανάγουν τις εκφράσεις σε συμβατικά σημεία για αυτές τις οντότητες. Έτσι αποκόπτουν τη σημασία τόσο από την υποκειμενική ζωή των προσώπων όσο και από τις εκφράσεις που τη φέρουν.

Μια ικανοποιητική θεωρία της σημασίας τότε θα πρέπει να λάβει γνώση των γεγονότων: (1) ότι οι σημασίες χαρακτηρίζονται από ένα είδος ταυτότητας, ανεξαρτησία από το πλαισίο, διυποκειμενική δυνατότητα κοινής χρήσης και επικοινωνισιμότητας, που καθιστούν θεμιτό να πούμε για αυτά ότι είναι αντικειμενικά. (2) ότι από την άλλη στέκονται εσωτερικά συνδεδεμένα με τη νοητική ζωή (σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις) των προσώπων που συμμετέχουν σε αυτά· (3) ότι παρά το είδος της ταυτότητάς τους που υποδηλώνει ότι δεν ανήκουν στην πραγματική τάξη των χρονικά εξατομικευμένων συμβάντων, λειτουργούν ωστόσο ως μέσα αναφοράς σε πράγματα, συμβάντα, πρόσωπα, τόπους και διαδικασίες στον κόσμο· και τέλος, (4) ότι ενσαρκώνονται σε φυσικές εκφράσεις, λέξεις και προτάσεις που από μία άποψη είναι συμβατικά σημεία και έτσι εξωγενή προς τα τελευταία, και από την άλλη, ενωμένα με τις σημασίες σημαίνουν με ένα τέτοιο τρόπο που και τα δύο σχηματίζουν ένα αξιοσημείωτο είδος ολότητας.

Η θέση του Husserl σχετικά με την ιδεατότητα των σημασιών πρέπει να γίνει κατανοητή σε αυτό το συνολικό πλαίσιο, και όχι με μεμονωμένο τρόπο, δηλαδή μόνο εν όψει του πρώτου από τα προαναφερθέντα γεγονότα.

2. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μερικές φορές ο Husserl μιλάει για τις σημασίες με έναν οντολογικό τρόπο. Χωρίζει όλα τα όντα σε πραγματικά και ιδεατά, το σημάδι της πραγματικότητας είναι η χρονικότητα.^1 Στη συνέχεια διαιρεί τα ιδεατά αντικείμενα σε αυτά που είναι σημασίες και σε αυτά που δεν είναι.^2 Σε ένα μάλλον διάσημο απόσπασμα, χαρακτηρίζει τις σημασίες ως είδη ή καθολικές οντότητες:

Ως είδος, και μόνο ως είδος, μπορεί (μια σημασία) να εγκολπωθεί σε ενότητα (ξυμβάλλειν εις εν), και ως μια ιδεατή ενότητα, τη διασκορπισμένη πολλαπλότητα των ατομικών ενικών. Τα πολλαπλά ενικά για την ιδεατή ενότητα της Σημασίας είναι φυσικά οι αντίστοιχες ενεργηματικές στιγμές της σημασίας, των αποβλέψεων σημασίας. Η σημασία σχετίζεται με τα ποικίλα ενεργήματα της σημασίας... ακριβώς όπως και η ερυθρότητα σε είδος σχετίζεται με τα χαρτάκια που βρίσκονται εδώ, και τα οποία όλα «έχουν» την ίδια ερυθρότητα.^3

^1 LI, I, p. 353. (Οι αναφορές στις Λογικές Έρευνες είναι στην αγγλική μετάφραση του J. N. Findlay.)

^2 LI, I, pp. 331, 325.

^3 LI, I, p. 330.

[78] Τώρα αυτός ο οντολογικός τρόπος ομιλίας μετριάζεται σταδιακά.^4 Σίγουρα, οι σημασίες είναι ιδεατές, η ιδεατότητά τους δεν είναι παρά «ενότητα στην πολλαπλότητα»^5 αλλά είναι μέσα αναφοράς, όχι αντικείμενα αναφοράς. Όταν σε ένα ενέργημα αναστοχασμού γίνονται αντικείμενα, παύουν να λειτουργούν ως σημασίες. Επομένως, οι σημασίες ως σημασίες δεν μπορούν επίσης να είναι αντικείμενα, και όταν γίνονται αντικείμενα παύουν να είναι σημασίες και αναφέρονται μέσω κάποιων άλλων σημασιών. Περαιτέρω, όλες οι Χουσερλιανές ουσίες δεν είναι σημασίες. Είναι σημαντικό, για παράδειγμα, να έχουμε κατά νου τη διάκριση μεταξύ της σημασίας «Ερυθρότητα» και της ουσίας Ερυθρότητα. Όταν ο Husserl επεκτείνει την έννοια της σημασίας σε όλα τα ενεργήματα και παίρνει την έννοια noema, μας λέει ότι η ενασχόληση με τα noemata είναι δυνατή σε μια φαινομενολογική στάση ενώ η ενασχόληση με τις ουσίες λέγεται ότι ανήκει σε μια οντολογική στάση.^6 Στο Εμπειρία και Κρίση, ο χαρακτηρισμός των σημασιών ως είδος αποσύρεται ρητά και αναμφίβολα:

Το άχρονα πραγματικό (irreality) των αντικειμενικοτήτων της κατανόησης δεν πρέπει να συγχέεται με τη γενική καθολικότητα... είναι μεγάλος πειρασμός να σκεφτεί κανένα ότι η πρόταση ανήκει στα διάφορα ενεργήματα των οποίων είναι η σημασία χάρη στη γενική της καθολικότητα, όπως, για παράδειγμα, πολλά κόκκινα πράγματα ανήκουν στη γενική ουσία «ερυθρότητα» ...

Αλλά πρέπει να πούμε σε αντίθεση με αυτό: σίγουρα, η πρόταση... δεν είναι γενική με την έννοια της γενικής καθολικότητας δηλ. την γενικότητα μιας «έκτασης»...· δεν είναι, επομένως, γενική με τον τρόπο των ουσιών...

... η ίδια η πρόταση είναι, για όλα αυτά τα ενεργήματα και τις τροπικότητες των ενεργημάτων, ταυτόσημη ως το σύστοιχο μιας ταύτισης και όχι γενικά ως το σύστοιχο μιας συγκριτικής σύμπτωσης. Το ταυτόσημο νόημα δεν γίνεται καθέκαστο σε άτομα· το γενικό καθολικό στη σύμπτωση έχει καθέκαστα κάτω από αυτό, αλλά το νόημα δεν έχει καθέκαστα κάτω από αυτό. ^ 7

^4 Για τα ακόλουθα, δείτε το "On Husserl's Theory of Meaning" /(The Southwestern Journal of Philosophy, /V, 1974, σελ. 229-244.)

^5 LI, I, σελ. 331.

^6 E. Husserl, Ideen III /(Husserliana, /Bd. V) p. 86.

^7 Experience and Judgment; 64(d), esp. σελ. 261-263, επίσης FTL, § 57(β).

3. Αν η ιδεατότητα της σημασίας δεν είναι αυτή ενός είδους ή μιας ουσίας, πρέπει επίσης να διακριθεί από μια υποθετική ιδεατότητα της ίδιας της γλωσσικής οντότητας. Η ίδια λέξη «the» επαναλαμβάνεται. Είναι μια λέξη της αγγλικής γλώσσας, αν και έχει απείρως πολλές εμφανίσεις. Αλλά κάποιο μπορεί επίσης να επιστρέψει από τον γραπτό στον προφορικό λόγο, και όμως να γνωρίζει ότι είναι η ίδια λέξη. Καθαρά φυσικαλιστικά θεωρημένη, φυσικά, κάθε επιγραφή είναι ένα διακριτό φυσικό αντικείμενο, κάθε εκφερόμενος ήχος ένα διακριτό συμβάν, και δεν φαίνεται να υπάρχει τρόπος να τα φέρουμε κάτω από το ίδιο γλωσσικό στοιχείο, «την ίδια λέξη». Η ιδέα της ομοιότητας εδώ χρειάζεται την έννοια της ιδεατότητας. Μόνο ό,τι είναι irreal (άχρονα πραγματικό) μπορεί να αψηφήσει την εξατομίκευση από την χωρο-χρονική θέση και μπορεί να διατηρήσει [79] ταυτότητα στην πολλαπλότητα. Αυτές οι σκέψεις είναι που οδηγούν τον Husserl να μιλήσει για την ιδεατότητα της γλώσσας και για το γλωσσικό.^8 H γλώσσα έχει ένα αντικειμενικό, πνευματικό είναι που παραδίδεται από την παράδοση ως ένα εμμενές, διαρκές σύστημα. Η λέξη, η γραμματική πρόταση, θεωρούμενη καθαρά ως προς την «πνευματική σωματικότητα» της είναι μια ιδεατή ενότητα. Το ίδιο ισχύει και για μια συμφωνία σε σχέση με τις αναπαραγωγές ή εκτελέσεις της.

^8 FTL, § 2.

Αυτή η ιδεατότητα δεν είναι η ίδια με εκείνη των σημασιών που εκφράζουν αυτές οι λέξεις και οι προτάσεις. Δεν μπορεί παρά να ρωτήσει κανένα, σε αυτό το σημείο, εάν εμείς πραγματικά χρειάζεται να αναγνωρίσουμε δύο τάξεις ιδεατότητας στη συγκρότηση μιας έκφρασης: μια «σωματική» και μια ασώματη. Δεν είναι δυνατό να φροντίσουμε για τη χρήση του «ίδιου» σε σχέση με μια λέξη ή μια πρόταση στην καθαρά «σωματική» της πτυχή με την προσφυγή στη διάκριση μεταξύ «τύπου» και «δείγματος».

4. Τα ιδεατά νοήματα είναι «περιεχόμενα» των ενεργημάτων που ονομάζονται σημασιοαποβλεπτικά (meaning-intending) ή επίσης σημασιοδοτικά (meaning-conferring). Και τα δύο αυτά ονόματα είναι παραπλανητικά. Υπάρχει μια απολύτως συνηθισμένη έννοια με την οποία μπορούμε να πούμε για ένα πρόσωπο ότι αποβλέπει να εννοήσει το τάδε ή το δείνα χρησιμοποιώντας τις λέξεις που χρησιμοποιεί. Η απόβλεψή του είναι συναφής στο να καθορίσει τι εννοεί όταν αυτό που λέει δεν δείχνει ακριβώς τι εννοεί. Ο Husserl δεν θέλει να χρησιμοποιήσει την «απόβλεψη σημασίας» με αυτή την έννοια. Η άλλη έκφραση «σημασιοδότηση» είναι εξίσου παραπλανητική. Κάποιο μπορεί να μιλήσει για ένα ενέργημα που απονέμει ένα ορισμένο δικαίωμα ή έναν ορισμένο τίτλο σε ένα πρόσωπο — το ενέργημα, για παράδειγμα, υπογραφής συμβολαίου. Δεν είναι ως εάν αυτό που ο Husserl αποκαλεί σημασιοδοτικό ενέργημα να προσδίδει σημασία σε μια σειρά από ανόητους θορύβους ή επιγραφές. Οι μεταφορές τότε ενδέχεται να παραπλανήσουν. Οι μεταφορές, ωστόσο, όπως όλες οι μεταφορές, προορίζονται να είναι διαφωτιστικές μόνο από ορισμένες απόψεις, εντός ορισμένων περιορισμών. Για να μπορέσουμε να δούμε τι εννοεί ο Husserl ας θυμηθούμε μερικούς άλλους χαρακτηρισμούς που δίνει για αυτά τα ενεργήματα και τις λειτουργίες τους.

Πρώτον, πρέπει να έχουμε κατά νου ότι για τον Husserl η σημασία είναι πάντα και κύρια σημασία ενός ενεργήματος, δηλαδή μιας αποβλεπτικής εμπειρίας. Τα νοήματα με τα οποία μια φυσική επιγραφή ή ένα πράγμα είναι ή μπορεί να λεχθεί ότι έχουν σημασία είναι παράγωγα αυτού του πρωταρχικού νοήματος στο βαθμό που εμείς θέτουμε κάποιο ενέργημα ή άλλο ως πηγή αυτής της σημασίας. Εάν οι Χουσερλιανές σημασίες, όπως οι Φρεγκεανές Sinne, είναι εντατικές οντότητες,^9 αυτό που τονίζω είναι ότι για τον Husserl η εντατικότητα (intensionality) πηγάζει από την αποβλεπτικότητα. Το να λέμε ότι ένα ενέργημα είναι αποβλεπτικό σημαίνει ότι ένα αντικείμενο αποβλέπεται από αυτό με έναν ορισμένο [80] τρόπο ως όντας τάδε ή δείνα: αυτό σημαίνει να του αποδώσουμε ένα νόημα ή μια σημασία και μια αναφορά. Ήταν επομένως μόνο στην καταλληλότητα των πραγμάτων που στις Ιδέες Ι τα αποτελέσματα της Πρώτης Έρευνας επεκτάθηκαν σε ολόκληρο τον τομέα των ενεργημάτων.

^9 Cp. D. Føllesdal, «Husserl's Noema of Noema», /The Journal of Philosophy, /LXVI, 1969, σ. 680-687.

Δεύτερον, ο Husserl λέει ότι οι σημασίες είναι περιεχόμενα των ενεργημάτων. Αν αντιλαμβάνομαι ένα πράγμα και με βάση αυτή την αντίληψη πω «Αυτό είναι λευκό», η σημασία της πρότασης που εκφέρω είναι ένα περιεχόμενο του ενεργήματός μου της (αντιληπτικής) κρίσης. Αν εκφέρω απλώς τις λέξεις «Ο νικητής στην Ιένα» κατανοώντας τι σημαίνουν, το ενέργημα που θα εξέφραζα είναι ένα ενέργημα αναπαράστασης σε μένα ενός συγκεκριμένου πράγματος με ένα συγκεκριμένο τρόπο ή ικανοποιώντας μια ορισμένη περιγραφή: η σημασία των λέξεων είναι το περιεχόμενο αυτού του ενεργήματος. Η συζήτηση για «περιεχόμενο» μπορεί να σημαίνει: είτε πραγματικά συστατικά μιας εμπειρίας, τέτοια που κάθε τέτοιο συστατικό είναι ένα πραγματικό κομμάτι αυτής της εμπειρίας, ή αποβλεπτικά σύστοιχα που συνοδεύουν αναγκαστικά ένα ενέργημα, όπως και η αντίληψη (το αντιληπτό ως αντιληπτό με τον ακριβή τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτό) συνοδεύει ένα ενέργημα αντίληψης, ή μια πρόταση συνοδεύει ένα ενέργημα κρίσης. Η σημασία είναι ένα περιεχόμενο κατά την τελευταία έννοια, δεν είναι πραγματικό μέρος ενός ενεργήματος και επομένως δεν είναι ένα ιδιωτικό καθέκαστο. Δεν είναι επίσης, για γνωστούς λόγους, το αντικείμενο προς το οποίο μπορεί να κατευθύνεται ένα ενέργημα. Ονομάζεται ιδεατό περιεχόμενο. Δεν είναι, σαν να λέμε, ότι μέσα στο σώμα μιας εμπειρίας υπάρχουν στοιχεία που είναι μεταβλητά και μεταβαλλόμενα και ένας πυρήνας μιας αμετάβλητης δομής που είναι η σημασία.^10 Αυτό θα έκανε το ιδεατό νόημα ένα πραγματικό συστατικό μιας εμπειρίας με την ίδια έννοια με την οποία μπορεί να πει κανένα ότι είναι μια αίσθηση, μια εικόνα, ένα συναίσθημα, που όντως είναι παράλογο.

^10 Ο F. H. Bradley υποστήριξε ότι η λογική ιδέα είναι μέρος του περιεχομένου της ψυχολογικής ιδέας ή εικόνας. Δείτε το The Principles of Logic, 2η αναθ. εκδ., Oxford, 1963, esp. σελ. 6-8. Για μια κριτική της άποψης του Bradley, βλέπε B. Blanshard, The Nature of Thought, τόμ. Ι.

Τρίτον, αφαιρέστε από την κατανόηση μιας λεκτικής έκφρασης (ή σημαίνουσας χρήσης μίας) το ακατανόητο άκουσμα (ή, την εκφορά) αυτού, το πλεόνασμα είναι το σημασιοδοτικό ενέργημα. Ή, ξεκινήστε με την ακρόαση μιας σειράς θορύβων που στη συνέχεια εξελίσσεται στην κατανόηση μιας δομής σημασιών: αυτό που επισυμβαίνει είναι ένα ενέργημα που προσδίδει σημασία. Ο Χούσερλ ως εκ τούτου συχνά αποκαλεί ένα τέτοιο ενέργημα ένα ενέργημα «κατανόησης»^11 η οποία «λάμπει μέσα από την έκφραση» και «της δίνει σημασία και ως εκ τούτου σχέση με αντικείμενα." ^12 Μια πιο ξεκάθαρη δήλωση είναι αυτή:

Ο μονολογούντας στοχαστής «κατανοεί» τις λέξεις του, και αυτή η κατανόηση είναι απλώς το ενέργημα του της εννόησης τους.^13

^11 LI, I, pp. 302, 327.

^12 LI, I, p. 302.

^13 LI, I, p. 309fn.

[81] Σε αυτό το σημείο, μπορεί να τεθεί το ακόλουθο ερώτημα: μια λέξη ή μια πρόταση έχει σημασία, ανεξάρτητα από το αν την κατανοώ όταν εκφέρεται ή όχι. Ομοίως αν εκφέρω μια πρόταση που ανήκει σε μια γλώσσα που δεν κατανοώ αλλά που έχω μάθει να αρθρώνω, η πρόταση που εκφέρω έχει σημασία ακόμα κι αν δεν κατανοώ τη σημασία της. Πώς τότε μπορεί κανένα να πει ότι η κατανόησή μου — είτε ως εκφωνήτρια είτε ως ακροάτρια — συνεισφέρει στο να μετατρέψει μια σειρά θορύβων χωρίς σημασία σε σημαίνουσες εκφράσεις; Αν οι εκφράσεις έχουν σημασία, είναι έτσι λόγω άλλων λόγων εκτός από τα ενεργήματα κατανόησης από όσα μπορούν να τις κατανοήσουν. Μπορεί, για παράδειγμα, να έχουν σημασία γιατί υπάρχουν κανόνες για τη χρήση τους.

Συγκρίνετε τα παρακάτω με την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε: ένα φυσικό αντικείμενο είναι ένα φυσικό αντικείμενο, ανεξάρτητα από το αν κάποιο το αντιλαμβάνεται ή όχι. Το ότι το αντιλαμβάνομαι δεν το κάνει ένα φυσικό αντικείμενο, ούτε η αποτυχία μου να το αντιληφθώ το κάνει να πάψει να είναι ένα. Ή, πάρτε έναν συγκεκριμένο τύπο ενός φυσικού αντικειμένου, ένα εργαλείο, π.χ., ένα σφυρί. Είναι, και συνεχίζει να είναι ένα σφυρί ακόμα κι αν κανένα δεν το χρησιμοποιεί ως τέτοιο. Με ποια έννοια, λοιπόν, το «είναι σφυρί» καθορίζεται από τη χρήση του από κάποιο με τον προβλεπόμενο τρόπο;

Νομίζω ότι αυτές οι ερωτήσεις είναι συναφείς, γιατί αναδεικνύουν την πραγματική φύση μιας φαινομενολογικής θεωρίας της σημασίας. Συχνά αναγνωρίζεται ότι η φαινομενολογία δεν ασχολείται με τα πράγματα αλλά με τις σημασίες. Δεν ασχολείται, για παράδειγμα, με φυσικά αντικείμενα (όπως ασχολούνται οι φυσικές επιστήμες, ή θα ασχολιόταν ακόμα και μια αφελής μεταφυσική), αλλά με τη σημασία τους ως φυσικά αντικείμενα. Επιδιώκει να διασαφηνίσει αυτό το νόημα επιστρέφοντας σε εκείνες τις αποβλεπτικές εμπειρίες στις οποίες συγκροτείται. Το ίδιο ισχύει για τις άλλες ανησυχίες της φαινομενολογίας. Μια φαινομενολογική θεωρία της σημασίας δεν ασχολείται λοιπόν με τις σημασίες άμεσα αλλά με το νόημά τους ως «σημασίες»: ρωτά πώς συγκροτείται αυτό το νόημα; Αν το νόημα του κατηγορήματος «φυσικό αντικείμενο» συγκροτείται σε αντιληπτικές εμπειρίες διαφόρων ειδών αλληλοσυσχετιζόμενων με ορισμένους περισσότερο ή λιγότερο καθοριστικούς τρόπους, παρομοίως το νόημα της «σημασίας» συγκροτείται σε ενεργήματα κατανόησης και ορισμένες συστοιχίες μεταξύ της «χρηστικής κατανόησης» ('understanding use') των εκφράσεων από τις ομιλήτριες και της «κατανοητικής κατανόησης» ('understanding grasp') από ακροάτριες. Είναι σε αυτό το είδος ενεργηματικής δομής που συγκροτείται το κατηγόρημα «σημαίνων». Μια φαινομενολογική θεωρία της σημασίας, λοιπόν, θα ιχνηλατούσε τη συγκρότηση των σημασιών ως ιδεατών ενοτήτων στα ενεργήματα με τα οποία αυτές οι ενότητες φθάνουν στο είδος χορήγησης που τους αρμόζει λόγω του νοήματός τους ως «σημασίες». Τι γίνεται με τις σημασίες που δεν γίνονται κατανοητές; ή τα φυσικά αντικείμενα που δεν γίνονται αντιληπτά; Φυσικά, υπάρχουν μη αντιληπτά φυσικά αντικείμενα και ότι υπάρχουν τέτοια μη αντιληπτά φυσικά αντικείμενα μπορεί ακόμη και να θεωρηθεί, όχι ως μια εμπειρική αλήθεια, [82] αλλά ως μια αλήθεια που προκύπτει από την σημασία των «φυσικών αντικειμένων». Εφόσον η συγκροτησιακή φαινομενολογία πρέπει να καθοδηγείται από τη σημασία του συγκροτημένου, μέρος της ερμήνευσης της σημασίας του «φυσικού αντικειμένου» είναι να κάνει χώρο για εκείνο το συστατικό του νοήματος από το οποίο η ύπαρξη των μη αντιληπτών φυσικών αντικειμένων φαίνεται να ακολουθεί αναλυτικά. Ομοίως, ανήκει στην έννοια της «σημασίας» ότι οι σημασίες δεν γίνονται μόνο κατανοητές, αλλά μπορεί να παρερμηνευθούν και ακόμη και να παρέλθουν σιωπηλά. Μια φαινομενολογική θεωρία ότι οι σημασίες συγκροτούνται σε ενεργήματα κατανόησης πρέπει να κατανοηθεί έτσι ώστε να μεριμνηθούν αυτές οι δυνατότητες.

Η σύγκριση με την «αντίληψη» ήταν πολύ στο νου του Husserl.^14 Οι σημασίες δίνονται σε ενεργήματα κατανόησης, όπως τα φυσικά αντικείμενα δίνονται σε ενεργήματα αντίληψης. Αν στην περίπτωση της αντίληψης είναι κατάλληλο να πούμε ότι τα αισθήματα που είναι τα πρωταρχικά δεδομένα «ερμηνεύονται» ως τα σημαίνοντα το τάδε ή το δείνα αντιληπτικό αντικείμενο, έτσι στην εμπειρία των σημασιών τάδε ή δείνα επιγραφές ή ήχοι «ερμηνεύονται» ως σημαίνοντα τάδε ή δείνα σημασίες. Έτσι τα σημασιοδοτικά ενεργήματα δεν είναι μόνο ενεργήματα κατανόησης αλλά και ενεργήματα ερμηνείας.^15 Όπως και σε σχέση με το δέντρο ή το μολύβι, η αντιληπτική εμπειρία μου είναι μια «παράσταση», αλλά σε σχέση με τα αισθητηριακά δεδομένα είναι μια «ερμηνεία», έτσι στην περίπτωση των σημασιών είναι (δηλ. το ενέργημα μου κατανόησης) ταυτόχρονα μια εποπτική κατανόηση και ένα ενέργημα ερμηνείας.^16

^14 Π.χ., LI, II, pp. 565-566.

^15 Π.χ., LI, I, σελ. 310-365.

^16 LI, II, p. 568.

logistic characterization of meaning

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

1.2. A LOGISTIC CHARACTERIZATION OF MEANING

Husserl's first approach to the analysis of meaning is through what we are calling a logistic characterization of meaning. A logistic characterization is one which distinguishes the meaning from the sign and takes different expressions as tokens of different meanings. Distinct expressions signal different meanings and different meanings are, or in principle can be, expressed by different expressions. For logistic analysis there is a relationship of expressing between (a) the paradigmatic and syntagmatic relations between expressions, and (b) the paradigmatic and syntagmatic axes of meaning. In a logically rigorous system the relationship between the elements of (a) and (b) would be isomorphic.

A logistic characterization of meaning not only establishes a correlation between meaning and expression; it also weighs one by the other. Meaning is always approached through the expression. For this analysis the expression is the only /way /to the meaning. Once the expression is understood, however, the meaning becomes the "content" of the expression. Note, however, that if an expression is discarded as ambiguous or equivocal, it is done so only in view of another expression which can adequately convey the meaning. In order to distinguish a logistic characterization of meaning from what we will speak of as a perceptual characterization of meaning, let us speak of the meaning so characterized as meaning_1. In the first part of this work we will be occupied exclusively with meaning_1, (reading"1" as the letter 1, not the numeral 1).


EXPRESSION AND MEANING / 29

In /Ideas I /Husserl emphasized the fact that the way into phenomenology opened in the /Investigations /was a way which goes through an analysis of expression and meaning, not through an analysis of experience and perceptual objects.^36 For the logistic analysis of the /Investigations, /there is an ontological divide between meaning and perceptual objects. Not only are the criteria of identity different and not only is it possible to give an analysis of meaning which is not in any way an analysis of perceptual objects, but even the entities being identified belong to two different regions, the region of ideality and the region of reality. Husserl supports this thesis by arguing for a distinction between the meaning and the referent of an expression:

Each expression not only says something but it also says it /about /something; it not only has its /meaning /but it also refers to certain /objects. /This relationship sometimes can be multiple for one and the same expression. But the object never coincides with the meaning.^37

This contrast suggests the following depiction:

Meaning: Expressing (Expression) | Referring (Object)

Fig. 3—Expression, Meaning and Object

^36 /Ideen, /I, 316.

^37 /Logische Untersuchungen /(2nd ed.), 11/1, 46; Eng. trans., I, 287. it should be noted that not all interpreters agree that expressions "express" their meaning. In his most recent book, for example, Sokolowski states "Husserl observes that it is incorrect to say an expression expresses its sense or meaning, because an expression is a whole which includes meaning as one of its parts; he goes on to say that an expression should be taken to express the object or state of affairs we intend through the expression." Robert Sokolowski, /Presence and Absence /(Bloomington, Indiana: Indiana University Press, 1978), p. 115. Contrast, however, statements to the opposite effect in his /Husserlian Meditations /(Evanston, Illinois: Northwestern University Press, 1974), pp. 113-114, 123. (Footnote continues on next page.)


30 / EXPRESSION AND MEANING

For now let us set aside a discussion of the term "object"^38 and inquire into the term "meaning." What exactly is a meaning? Is it an entity or is it a cipher, a place-marker which points us to yet other kinds of analyses? Are the laws governing meanings regulative or constitutive? What kind of analysis is proper to meaning? Does a consideration of it require special tools or can

During this period Husserl actually says both: "A linguistic unit can be called an expression only because the meaning belonging to it is expressed" /(Ideen» /I, 305). "Each 'intended [object] as such'...is expressible through 'meanings' " /(Ibid.). /Using F rege's example of "the victor of Jena" and "the vanquished of Waterloo" Husserl explains: "the expressed meaning... is obviously different although they both intend the same object" /(Logische Untersuchungen /(2nd ed.), 11/1, 47; Eng. trans., I, 287-88). Then again we read: "The statement expresses the perception, i.e., expresses that which is given in the perception" /(Ibid., /11/2, 16; Eng. trans., II, 681).

This difference can easily be reconciled by distinguishing two movements in Husserl's method—even though the texts often run them together. His starting point in the /Investigations /is a logistic analysis which is not yet phenomenological, i.e., he isolates the two intertwining moments of significant signs (word and meaning) and, then, on the basis of the meaning and its varying contrasts to other meanings, picks out the semantic referent(s). There is no talk of acts or achievements or speaker's usage yet; such talk is regarded as "psychological." This is the standpoint from which Frege wrote and it is worth noting that for him expressions /express /their meaning: "With a sign we express its meaning and refer to its referent." Gottlob Frege, "Über Sinn und Bedeutung," /Funktion, Begriff, Bedeutung, /ed. by G. Patzig (Göttingen: Vandenhoeck and Ruprecht, 1969), p. 46. The results of this movement then undergo a phenomenological characterization, as we will outline shortly, that incorporates the speaker's intentions and acts. From this side of the analysis we can say that the primary function of an expression is to express an object or state-of-affairs. Thus after claiming that "the statement expresses the perception" Husserl goes on to explain phenomenologically "one has to say: this 'expressing' of a perception.. .is not a matter of the sound of words but of

certain expressive acts___Between perception and sound of words another act

(or pattern of acts) is intercalated... .This mediating act must be the true giver of meaning" /Logische Untersuchungen, /11/2, 16; Eng. trans., II, 681-682. After Eng. trans. Italics dropped.).

^38 We will deal with the troublesome notion of intentional object in Chapter Two. For the sake of simplicity and in order to introduce concepts which will be important for us in Part II, we will take objects of perception as the referent of expressions. These contrasts are only tentative and they will undergo considerable refinement in Chapters Two and Three.


EXPRESSION AND MEANING / 31

it be treated with the usual techniques of, say, a constructive logic? In order to give Husserl's first answer to these questions, to which we will return time and time again throughout this work, let us stay within the boundaries of a logistic analysis which is not yet phenomenological.^39 Meaning, in contrast to a perceptual object, is specified by the /Investigations /in this way:

  1. A meaning is an /entity (Einheit, Gegenständlichkeit) /in the weak

sense that it can become a topic of further predication and in the strong sense that it can become an object of eidetic insight or intuition. "What 'meaning' is can be as immediately given to us as what color and sound is."^40

  1. In contrast to the world of things, a meaning is not just an

abstract but also an /ideal /entity. "Unitary meanings as such are ideal objects, whether they present what is universal or what is individual."^41

  1. Because meanings are ideal entities given immediately in eidetic

intuition, they are either /irreducible /or, in the case of syntactically combined units, can be decomposed into units which are irreducible. "What meaning is cannot be further defined; it is a descriptive ultimate." "Just as phenomenological [i.e., descriptive] differences between appearing sounds are evidently given to us, so also are differences between meanings."^42

Accordingly, meanings are irreducible, ideal entities. By studying their variations and their relationship to each other in propositions, it is possible to differentiate them one from another apart from and independent of any question of reference or of whether they can apply to the world in which we live. Furthermore, even when these meanings are interpreted phenomenologically as components of speech-acts, they are described as features of intending acts apart from any question

^39 We are assuming that the /distinction /between meaning and object and, furthermore, the analysis of some of the features of meaning can be made before the onset of phenomenological reflection and analysis. This assumes that there is a "reflection" which can be made from within the natural attitude. See Chapter Five. This does not assume, however, that the meaning so described cannot undergo further intepretation. See below.

/^40 Logische Untersuchungen /(2nd ed.), 11/1, 183; Eng. trans., p. 400.

/^41 Ibid., /p. Ill; Eng. trans., p. 341.

/^42 Ibid., /p. 183; Eng. trans., p. 400.


32 / EXPRESSION AND MEANING

of fulfillment or perception. Let us complete our account by introducing, in somewhat cryptic fashion, the outcome of a phenomenological reflection upon meaning.

According to the /Investigations /the logistic analysis just circumscribed can be interpreted in two ways: objectivistically or phenomenologically. If we interepret meanings objectivistically they would be taken as species or properties of real objects. The similarities and differences between meanings, as well as their forms of combination, would all be taken as strictly identical to actual or possible similarities, differences and combinations of objects. Thereby a logistic analysis of meaning would be transformed into an ontological analysis, and semantics and syntax would be transfigured into a truth logic of extended wholes and parts. The objectivist approach gives rise to yet two further and seemingly unrelated interpretations. In the hands of /realism /meanings as ideal entities are said to /exist /either as properties or moments in objects, or as entities somehow tied to objects. In the hands of /conceptualism /meanings as ideal entities are said to exist as psychological entities which image, picture, or represent objects numerically distinct from them. Conceptualism, however, continually slides into /idealism /and with this the realist interpretation of meaning in terms of the object (itself now psychological) is reenacted. In all of its varieties, objectivism misses meaning and thus misses the "parts and forms" essentially belonging to meaning.^43

In place of this, Husserl interprets the results of the logistic characterization of meaning in relation to "the typical characteristics of acts." Chapter Four will deal with these features at length. In order to set up that discussion and round out this one, let us note three more characteristics of meaning suggested by a phenomenology which is based on a logistic characterization of meaning.

  1. Since meanings are ideal entities, Husserl, in a way which has led to

much misunderstanding, speaks of them as species. If one wants to call a meaning a species, then it must be understood as a /species of acts, /not a species of objects:

The manifold singulars for the ideal-one meaning are naturally the corresponding act-moments of [the act of] meaning, the

/^43 Ibid./


EXPRESSION AND MEANING / 33

meaning-intentions. The meaning is related to the various acts of meaning just as the species redness is related to the slips of paper lying here which all "have" the same redness.^44

The meaning is /one, /the acts are /many; /the meaning is /identical /with itself, the acts are concrete /instances /of this self-identical meaning.

  1. This inessential mode of speaking is partially corrected by the Fifth

Investigation.^45 Individual speech-acts have a "content" or what Husserl calls a "semantic essence." The content consists of the "quality" of the act and the "matter" of the act. Setting aside an analysis of the quality, we discover that the matter of acts is, in fact, what Husserl meant when he spoke of meaning_1. He then goes on to interpret it as that through which or by means of which an act has a determinate reference to an object. As such it is a "presentation" /(Vorstellung). /Your presentation and my presentation "the present King of Kings" (but not the object or the act) are essentially identical: "Two presentations are in essence the same if exactly the same statements, and no other, can be made on the basis of either (taken alone, i.e., analytically) regarding the presented object."^46 It must be emphasized that this is not a reversion to conceptualism. /Vorstellungen, /as we have introduced them here, are not psychological concepts. Rather it is meaning_1 which interprets what we mean by "presentations." A meaning as an "abstract moment" or constituent of speech-acts is a presentation. In any case the move is clear: meanings_1 are interpreted as species of acts only in another act of ideating abstraction upon the matter (presentation) of the act.

/^44 fbid, /p. 100; Eng. trans., I, 330.

^45 Especially important in this connection is /ibid, /pp. 411-21; Eng. trans., II, 586-93.

/^46 Ibid /Bar Hillel's suggestion, therefore, that the only criterion by which Husserl could determine whether or not two meanings fit together is "a sort of unsophisticated grammatical intuition, which he hypostatized as insights into the realm of meaning" is incorrect. See his "Syntactical and Semantical Categories," /The Encyclopedia of Philosophy, /Ist ed., VIII, 58. There is always a continuity, even an interplay, for Husserl between criteria of identity and essential insight. As the later Husserl repeatedly emphasized, evidence is relative to a certain framework and to a specific set of interests.


34 / EXPRESSION AND MEANING

  1. This brings fresh insight into the initial characterization of

meaning. From the vantage point of the Fifth Investigation, we see that the priority of meaning_1 so boldly suggested earlier is itself accounted for. It is the "ideational abstraction" of the essence of the speech-act which "yields a 'meaning' in our ideal sense."^47 This process, however, is not studied in a significant way in the /Investigations./

The weaknesses of /Investigations /are made good by /Ideas I /and especially by the turn to genetic analysis in the 1920's. There the apparent naivetes of this position are corrected by a distinction between synchronic and diachronic analysis, and by a clearer understanding of the "reductions" and "attitudes" subtending various kinds of phenomenological analyses. It becomes clear that the precedence of meaning under consideration here is definable only from within a static viewpoint, only in terms of an orientation toward the "cognitive" content of the expression and only subsequent to a reflection thematizing it. But one must add that it is the acquisition of this insight which leads to a new consideration of meaning formations. The first step away from the position of the /Investigations /is a step into a transcendental analysis. As even the /Investigations /recognized, securing the ideality of meaning was only a starting point.^48 The ideality of meaning becomes an index for ever deepening analyses. But we must wait before moving on for we are far from completing our discussion of Husserl's logistic analysis.

^47 Husserl, /Logische Untersuchungen /(2nd ed.), H/2,417; Eng. trans., I, 590. ^48 Cf. /ibid., /11/1, 183; Eng. trans., I, 400. [DONN WELTON*

/The Origins of Meaning/

A CRITICAL STUDY OF THE

THRESHOLDS OF HUSSERLIAN

PHENOMENOLOGY, 1983 by Martinus Nijhoff Publishers, The Hague.]

logistic characterization of meaning el

Created Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2024

1.2. ΕΝΑΣ ΛΟΓΙΣΤΙΚΟΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΗΜΑΣἸΑΣ

Η πρώτη προσέγγιση του Husserl στην ανάλυση της σημασίας είναι μέσω αυτού που εμείς καλούμε έναν λογιστικό χαρακτηρισμό της σημασίας. Ένας λογιστικός χαρακτηρισμός είναι ένας που διακρίνει τη σημασία από το σημείο και παίρνει τις διάφορες εκφράσεις ως ενδείξεις (tokens) διαφορετικών σημασιών. Διακεκριμένες εκφράσεις σηματοδοτούν διαφορετικές σημασίες και οι διαφορετικές σημασίες εκφράζονται, ή καταρχήν μπορούν να εκφραστούν, με διαφορετικές εκφράσεις. Για τη λογιστική ανάλυση υπάρχει μια σχέση έκφρασης μεταξύ (α) των παραδειγματικών και συνταγματικών σχέσεων μεταξύ των εκφράσεων, και (β) των παραδειγματικών και συντακτικών αξόνων σημασίας. Σε ένα λογικά αυστηρό σύστημα, η σχέση μεταξύ των στοιχείων των (α) και (β) θα ήταν ισομορφική.

Ένας λογιστικός χαρακτηρισμός της σημασίας όχι μόνο εδραιώνει μια συσχέτιση μεταξύ σημασίας και έκφρασης· ζυγίζει επίσης τη μία με την άλλη. Η σημασία προσεγγίζεται πάντα μέσω της έκφρασης. Για αυτή την ανάλυση η έκφραση είναι ο μόνος δρόμος προς τη σημασία. Μόλις η έκφραση γίνεται κατανοητή, ωστόσο, η σημασία γίνεται το «περιεχόμενο» της έκφρασης. Σημειώστε, ωστόσο, ότι εάν μια έκφραση απορριφθεί ως αμφίσημη (ambiguous) ή διφορούμενη (equivocal), αυτό γίνεται μόνο ενόψει άλλης έκφρασης που μπορεί να αποδώσει επαρκώς τη σημασία. Για να διακρίνουμε ένα λογιστικό χαρακτηρισμό της σημασίας από αυτό που θα μιλήσουμε ως ένα αντιληπτικό χαρακτηρισμό της σημασίας, επιτρέψτε μας να μιλήσουμε για την έτσι χαρακτηρισμένη σημασία ως σημασία_1. Στο πρώτο μέρος αυτής της εργασίας θα ασχοληθούμε αποκλειστικά με τη σημασία_1, (διαβάζοντας το «1» ως το γράμμα 1, όχι τον αριθμό 1).

[29] Στο Ιδέες I ο Husserl τόνισε το γεγονός ότι ο δρόμος προς τη φαινομενολογία που άνοιξε με τις Έρευνες ήταν ένας δρόμος που περνάει από μια ανάλυση της έκφρασης και της σημασίας, όχι μέσω ανάλυσης της εμπειρίας και των αντιληπτικών αντικειμένων.^36 [^36 Ideen, I, 316.] Για την λογιστική ανάλυση των Ερευνών, υπάρχει ένα οντολογικό χάσμα μεταξύ σημασίας και αντιληπτικών αντικειμένων. Όχι μόνο είναι διαφορετικά τα κριτήρια ταυτότητας και όχι μόνο είναι δυνατόν να δοθεί μια ανάλυση της σημασίας που δεν είναι σε καμία περίπτωση μια ανάλυση αντιληπτικών αντικειμένων, αλλά ακόμη και οι οντότητες που προσδιορίζονται ανήκουν σε δύο διαφορετικές περιοχές, την περιοχή της ιδεατότητας και την περιοχή της πραγματικότητας. Ο Husserl υποστηρίζει αυτή τη θέση υποστηρίζοντας μια διάκριση μεταξύ της σημασίας και της αναφοράς μιας έκφρασης:

Κάθε έκφραση όχι μόνο λέει κάτι αλλά το λέει και για κάτι· δεν έχει μόνο τη σημασία της αλλά αναφέρεται και σε ορισμένα αντικείμενα. Αυτή η σχέση μερικές φορές μπορεί να είναι πολλαπλή για τη μία και την ίδια έκφραση. Όμως το αντικείμενο δεν συμπίπτει ποτέ με τη σημασία.^37

^37 Logische Untersuchungen (2η έκδ.), 11/1, 46; Eng. μτφρ., Ι, 287. πρέπει να σημειωθεί ότι δεν συμφωνούν όλοι οι ερμηνευτές ότι οι εκφράσεις «εκφράζουν» τη σημασία τους. Στο πιο πρόσφατο βιβλίο του, για παράδειγμα, ο Sokolowski δηλώνει «Ο Husserl παρατηρεί ότι είναι λάθος να λέμε ότι η έκφραση εκφράζει το νόημα ή τη σημασία της, επειδή μια έκφραση είναι ένα όλο που περιλαμβάνει τη σημασία ως ένα από τα μέρη της· συνεχίζει λέγοντας ότι μια έκφραση πρέπει να θεωρείται ότι εκφράζει το αντικείμενο ή την κατάσταση πραγμάτων που αποβλέπουμε μέσω της έκφρασης.» Robert Sokolowski, Presence and Absence (Bloomington, Indiana: Indiana University Press, 1978), σελ. 115. Συγκρίνετε, ωστόσο, δηλώσεις με το αντίθετο αποτέλεσμα στο Husserlian Meditations (Evanston, Illinois: Northwestern University Press, 1974), σελ. 113-114, 123.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ο Husserl λέει και τα δύο: «Μια γλωσσική ενότητα μπορεί να ονομάζεται έκφραση μόνο επειδή η σημασία που ανήκει σε αυτήν εκφράζεται» (Ideen I, 305). «Κάθε 'αποβλεπόμενο [αντικείμενο] ως τέτοιο'... εκφράζεται μέσω των 'σημασιών'» (Ibid.). Χρησιμοποιώντας το παράδειγμα του Frege «ο νικητής της Ιένας» και «ο νικημένος του Βατερλώ», ο Χούσερλ εξηγεί: «η εκφρασμένη σημασία... είναι προφανώς διαφορετική, αν και οι δύο αποβλέπουν το ίδιο αντικείμενο» (Logische Untersuchungen (2η έκδ.), 11/1, 47; Αγγλ. μτφρ., Ι, 287-88). Μετά πάλι διαβάζουμε: «Η δήλωση εκφράζει την αντίληψη, δηλ. εκφράζει αυτό που δίνεται στην αντίληψη» (Ibid., 11/2, 16; Αγγλ. μετάφρ., II, 681).

Αυτή η διαφορά μπορεί εύκολα να συμβιβαστεί διακρίνοντας δύο κινήσεις στη μέθοδο του Husserl — παρόλο που τα κείμενα συχνά τις τρέχουν μαζί. Η αφετηρία του στις Έρευνες είναι μια λογιστική ανάλυση που δεν είναι ακόμη φαινομενολογική, δηλαδή απομονώνει τις δύο συνυφασμένες στιγμές των σημαίνοντων σημείων (λέξη και σημασία) και, στη συνέχεια, με βάση τη σημασία και τις ποικίλες αντιθέσεις της με άλλες σημασίες, επιλέγει (picks out) τη/ις σημασιολογική/ές αναφορά/ές. Δεν γίνεται ακόμα λόγος για ενεργήματα ή επιτεύγματα ή τη χρήση του ομιλητή· μια τέτοια συζήτηση θεωρείται «ψυχολογική.» Αυτή είναι η άποψη από την οποία έγραψε ο Frege και αξίζει να σημειωθεί ότι για αυτόν οι εκφράσεις εκφράζουν τη σημασία τους: «Με ένα σημείο εκφράζουμε τη σημασία του και αναφερόμαστε στο αναφερόμενό του.» Gottlob Frege, "Über Sinn und Bedeutung," Funktion, Begriff, Bedeutung, επιμ. από τον G. Patzig (Göttingen: Vandenhoeck and Ruprecht, 1969), σελ. 46. ​​Τα αποτελέσματα αυτής της κίνησης στη συνέχεια υφίστανται έναν φαινομενολογικό χαρακτηρισμό, όπως θα περιγράψουμε σύντομα, που ενσωματώνει τις αποβλέψεις και τα ενεργήματα του ομιλητή . Από αυτή την πλευρά της ανάλυσης μπορούμε να πούμε ότι η πρωτογενής λειτουργία μιας έκφρασης είναι να εκφράσει ένα αντικείμενο ή μια κατάσταση πραγμάτων. Έτσι αφού ισχυρίστηκε ότι «η δήλωση εκφράζει την αντίληψη» ο Husserl συνεχίζει εξηγώντας φαινομενολογικά «πρέπει να πει κανείς: αυτή η «έκφραση» μιας αντίληψης... δεν είναι θέμα του ήχου των λέξεων αλλά ορισμένων εκφραστικών ενεργημάτων... Μεταξύ αντίληψης και ήχου των λέξεων ένα άλλο ενέργημα (ή μοτίβο ενεργημάτων) παρεμβάλλεται... Αυτό το μεσολαβητικό ενέργημα πρέπει να είναι ο αληθινός δότης σημασίας» Logische Untersuchungen, 11/2, 16· Αγγλ. μτφρ., II, 681-682. After Eng. trans. Italics dropped.).


Αυτή η αντίθεση υποδηλώνει την ακόλουθη απεικόνιση:

Σημασία: Εκφράζειν (Έκφραση) | Αναφέρειν (Αντικείμενο)

Εικ. 3—Έκφραση, Σημασία και Αντικείμενο

[30] Προς το παρόν ας αφήσουμε κατά μέρος μια συζήτηση για τον όρο «αντικείμενο»^38 και ας ερευνήσουμε τον όρο «σημασία». Τι ακριβώς είναι μια σημασία; Είναι μια οντότητα (entity) ή είναι ένα κρυπτογράφημα (cipher), ένας δείκτης θέσης (place-marker) που μας παραπέμπει σε άλλα είδη αναλύσεων; Οι νόμοι που διέπουν τις σημασίες είναι ρυθμιστικοί ή συγκροτησιακοί; Τι είδους ανάλυση ταιριάζει στη σημασία; Απαιτεί η εξέταση της ειδικά εργαλεία ή μπορεί [31] να αντιμετωπιστεί με τις συνήθεις τεχνικές, ας πούμε, μιας συγκροτησιακής λογικής (constructive logic); Για να δώσουμε την πρώτη απάντηση του Husserl στα ερωτήματα αυτά, στα οποία εμείς θα επιστρέψουμε ξανά και ξανά σε όλο αυτό το έργο, ας μείνουμε μέσα τα όρια μιας λογιστικής ανάλυσης που δεν είναι ακόμη φαινομενολογική.^39 Η σημασία, σε αντίθεση με ένα αντιληπτικό αντικείμενο, καθορίζεται από τις Έρευνες με αυτόν τον τρόπο:

1. Μια σημασία είναι μια οντότητα (Einheit, Gegenständlichkeit) με την ασθενή έννοια ότι μπορεί να γίνει ένα θέμα περαιτέρω κατηγόρησης (predication), και με την ισχυρή έννοια ότι μπορεί να γίνει αντικείμενο ειδητικής ενόρασης ή εποπτείας. «Αυτό που είναι η 'σημασία' μπορεί να μας δοθεί τόσο άμεσα όσο και το χρώμα και ο ήχος.»^40

2. Σε αντίθεση με τον κόσμο των πραγμάτων, μια σημασία δεν είναι απλώς μια αφηρημένη αλλά και μια ιδεατή οντότητα. «Ενιαίες σημασίες ως τέτοιες είναι ιδεατά αντικείμενα, είτε παρουσιάζουν αυτό που είναι καθολικό είτε αυτό που είναι ατομικό.»^41

3. Επειδή οι σημασίες είναι ιδεατές οντότητες που δίνονται αμέσως στην ειδητική εποπτεία, είναι είτε μη αναγώγιμες ή, στην περίπτωση των συντακτικά συνδυασμένων μονάδων, μπορούν να αποσυντεθούν σε μονάδες που είναι μη αναγώγιμες. «Τι είναι η σημασία δεν μπορεί να οριστεί περαιτέρω· είναι ένα περιγραφικό έσχατο.» «Ακριβώς όπως οι φαινομενολογικές [δηλαδή, περιγραφικές] διαφορές μεταξύ των εμφανιζόμενων ήχων μας δίνονται εναργώς, το ίδιο επίσης μας δίνονται οι διαφορές μεταξύ των σημασιών.»^42

^38 Θα ασχοληθούμε με την προβληματική έννοια του αποβλεπτικού αντικειμένου στο δεύτερο Κεφάλαιο. Για λόγους απλότητας και για να εισαγάγουμε έννοιες που θα είναι σημαντικές για εμάς στο Μέρος II, θα πάρουμε τα αντικείμενα της αντίληψης ως τις αναφορές των εκφράσεων. Αυτές οι αντιθέσεις είναι μόνο δοκιμαστικές και θα υποστούν σημαντική βελτίωση στο Δεύτερο και το Τρίτο Κεφάλαιο.

^39 Υποθέτουμε ότι η διάκριση μεταξύ σημασίας και αντικειμένου και, επιπλέον, η ανάλυση ορισμένων από τα χαρακτηριστικά της σημασίας μπορούν να γίνουν πριν από την έναρξη του φαινομενολογικού αναστοχασμού και της ανάλυσης. Αυτό προϋποθέτει ότι υπάρχει ένας «αναστοχασμός» ο οποίος μπορεί να γίνει από το εσωτερικό της φυσικής στάσης. Βλέπε Κεφάλαιο πέμπτο. Αυτό δεν προϋποθέτει, ωστόσο, ότι η σημασία που περιγράφεται έτσι δεν μπορεί να υποστεί περαιτέρω ερμηνεία. Δείτε παρακάτω.

^40 Logical Investigations (2η έκδ.), 11/1, 183; Αγγλ. μετάφρ., σελ. 400.

^41 Στο ίδιο, σελ. 111; Αγγλ. μετάφρ., σελ. 341.

^42 Στο ίδιο, σελ. 183; Αγγλ. μετάφρ., σελ. 400.

Κατά συνέπεια, οι σημασίες είναι μη αναγώγιμες, ιδεατές οντότητες. Μελετώντας τις παραλλαγές τους και τη μεταξύ τους σχέση σε προτάσεις, είναι δυνατό να τα διαφοροποιήσουμε το ένα από το άλλο, ξέχωρα και ανεξάρτητα από οποιοδήποτε ερώτημα αναφοράς ή από το εάν μπορούν να εφαρμοστούν τον κόσμο στον οποίο ζούμε. Επιπλέον, ακόμη και όταν αυτές οι σημασίες ερμηνεύονται φαινομενολογικά ως συστατικά των ομιλιακών ενεργημάτων, περιγράφονται ως χαρακτηριστικά αποβλέποντων ενεργημάτων ξέχωρα από οποιοδήποτε ερώτημα [32] πλήρωσης (fulfillment) ή αντίληψης. Ας ολοκληρώσουμε τον απολογισμό εισάγοντας, με κάπως κρυπτικό τρόπο, το αποτέλεσμα του φαινομενολογικού αναστοχασμού πάνω στη σημασία.

Σύμφωνα με τις Έρευνες η λογιστική ανάλυση, που μόλις περιγράφηκε, μπορεί να ερμηνευθεί με δύο τρόπους: αντικειμενιστικά ή φαινομενολογικά. Αν ερμηνεύαμε τις σημασίες αντικειμενιστικά θα τις λαμβάναμε ως είδη ή ιδιότητες πραγματικών αντικειμένων. Οι ομοιότητες και διαφορές μεταξύ των σημασιών, καθώς και οι μορφές συνδυασμού τους, θα λαμβανόταν όλες ως αυστηρά ταυτόσημες με ενεργεία ή δυνάμει ομοιότητες, διαφορές και συνδυασμούς αντικειμένων. Εκ τούτου μια λογιστική ανάλυση της σημασίας θα μετατρεπόταν σε οντολογική ανάλυση, και η σημασιολογία και η σύνταξη θα μεταμορφώνονταν σε λογική αληθείας εκτεταμένων συνόλων και μερών. Η αντικειμενιστική προσέγγιση γεννά περαιτέρω δύο ακόμη, φαινομενικά ασύνδετες ερμηνείες. Στα χέρια του ρεαλισμού (realism) οι σημασίες ως ιδεατές οντότητες λέγεται ότι υπάρχουν είτε ως ιδιότητες ή στιγμές στα αντικείμενα είτε ως οντότητες που συνδέονται με κάποιο τρόπο με τα αντικείμενα. Στα χέρια του εννοιολογισμού (conceptualism) οι σημασίες ως ιδεατές οντότητες λέγεται ότι υπάρχουν ως ψυχολογικές οντότητες που απεικάζουν, εικονίζουν ή αναπαριστάνουν αντικείμενα αριθμητικά διακριτά από αυτά. Ο εννοιολογισμός, ωστόσο, συνεχώς διολισθαίνει στον ιδεαλισμό και με αυτό η ρεαλιστική ερμηνεία της σημασίας ως προς το αντικείμενο (το ίδιο τώρα ψυχολογικό) αναπαράγεται. Σε όλες τις ποικιλίες του, ο αντικειμενισμός (objectivism) χάνει τη σημασία και έτσι χάνει τα «μέρη και τις μορφές» που ανήκουν ουσιαστικά στη σημασία.^43 [^43 Ibid.]

Στη θέση αυτού, ο Husserl ερμηνεύει τα αποτελέσματα του λογιστικού χαρακτηρισμού της σημασίας σε σχέση με «τα τυπικά χαρακτηριστικά των ενεργημάτων.» Το τέταρτο κεφάλαιο θα ασχοληθεί εκτενώς με αυτά τα χαρακτηριστικά. Για να οργανωθεί εκείνη η συζήτηση και να ολοκληρωθεί αυτή, ας σημειώσουμε άλλα τρία χαρακτηριστικά της σημασίας που προτείνονται από μια φαινομενολογία που βασίζεται σε έναν λογιστικό χαρακτηρισμό της σημασίας.

4. Δεδομένου ότι οι σημασίες είναι ιδεατές οντότητες, ο Husserl, με τρόπο που οδήγησε σε πολλές παρεξηγήσεις, μιλά για αυτές ως είδη (species). Αν κάποιος θέλει να καλέσει μια σημασία ένα είδος, τότε πρέπει να γίνει κατανοητό ως είδος ενεργημάτων, όχι ένα είδος αντικειμένων:

Τα πολλαπλά ενικά για τη μία ιδεατή σημασία είναι φυσικά οι αντίστοιχες ενεργηματικές στιγμές του [ενεργήματος] της σημασίας, οι [33] αποβλέψεις σημασίας. Η σημασία σχετίζεται με τα διάφορα ενεργήματα της σημασίας ακριβώς όπως η ερυθρότητα του είδους σχετίζεται με τα χαρτάκια που βρίσκονται εδώ και «έχουν» όλα την ίδια ερυθρότητα.^44 [^44 ibid, σελ. 100; Αγγλ. μετάφρ., Ι, 330.]

Η σημασία είναι μία, τα ενεργήματα είναι πολλά· η σημασία είναι ταυτόσημη με τον εαυτό της, τα ενεργήματα είναι συγκεκριμένες περιπτώσεις αυτής της ίδιας ταυτόσημης σημασίας.

5. Αυτός ο μη ουσιαστικός τρόπος ομιλίας διορθώνεται εν μέρει από τον Πέμπτο Στοχασμό.^45 [^45 Ιδιαίτερα σημαντικό σε αυτή τη σχέση είναι το ibid, pp. 411-21; Αγγλ. μτφρ., II, 586-93.] Τα ατομικά ομιλιακά ενεργήματα έχουν ένα «περιεχόμενο» ή αυτό που ο Husserl αποκαλεί μια «σημασιολογική ουσία» ("semantic essence"). Το περιεχόμενο αποτελείται από την «ποιότητα» του ενεργήματος και την «ύλη» του ενεργήματος. Παραμερίζοντας μια ανάλυση της ποιότητας, ανακαλύπτουμε ότι το θέμα των ενεργημάτων είναι, στην πραγματικότητα, αυτό που εννοούσε ο Husserl όταν μίλησε για σημασία_1. Στη συνέχεια συνεχίζει με την ερμηνεία του ως αυτό μέσω του οποίου ή με το οποίο ένα ενέργημα έχει μια προσδιορισμένη αναφορά σε ένα αντικείμενο. Ως τέτοιο είναι μια «παράσταση» (Vorstellung). Η παράσταση σας και η παράστασή μου «ο παρών Βασιλιάς των Βασιλέων» (αλλά όχι το αντικείμενο ή το ενέργημα) είναι ουσιαστικά ταυτόσημες: «Δύο παραστάσεις είναι στην ουσία ίδιες αν ακριβώς οι ίδιες δηλώσεις, και καμία άλλη, μπορούν να γίνουν με βάση τη μία ή την άλλη (λαμβανόμενη μόνη, δηλ. αναλυτικά) σχετικά με το αντικείμενο που παρουσιάζεται.»^46 Πρέπει να τονιστεί ότι δεν πρόκειται για επιστροφή στον εννοιολογισμό. Οι Vorstellungen (παραστάσεις), όπως τις έχουμε εισαγάγει εδώ, δεν είναι ψυχολογικές έννοιες. Είναι μάλλον η σημασία_1 που ερμηνεύει αυτό που εννοούμε με «παραστάσεις». Μια σημασία ως μια «αφηρημένη στιγμή» ή συστατικό των ομιλιακών ενεργημάτων είναι μια παράσταση. Σε κάθε περίπτωση η κίνηση είναι ξεκάθαρη: οι σημασίες_1 ερμηνεύονται ως είδη ενεργημάτων μόνο σε ένα άλλο ενέργημα ιδεατικής αφαίρεσης επί του θέματος (παράσταση) του ενεργήματος.

^46 Ibid Η πρόταση του Bar Hillel, λοιπόν, ότι το μόνο κριτήριο με το οποίο ο Husserl μπορούσε να προσδιορίσει αν ταιριάζουν ή όχι δύο σημασίες μαζί είναι «ένα είδος απλοϊκής γραμματικής εποπτείας, που υποστασιοποίησε ως ενοράσεις στη σφαίρα της σημασίας», είναι εσφαλμένη. Βλ τις «Συντακτικές και Σημασιολογικές Κατηγορίες,» The Encyclopedia of Philosophy, 1st ed., VIII, 58. Υπάρχει πάντα μια συνέχεια, ακόμη και μια αλληλεπίδραση, για τον Husserl μεταξύ κριτηρίων ταυτότητας και της ουσιαστικής ενόρασης. Όπως τόνισε επανειλημμένα ο μεταγενέστερος Husserl, η ενάργεια είναι σχετική με ένα συγκεκριμένο πλαίσιο και με ένα συγκεκριμένο σύνολο ενδιαφερόντων.

[34] 6. Αυτό φέρνει νέα ενόραση στον αρχικό χαρακτηρισμό της σημασίας. Από τη σκοπιά της Πέμπτης Έρευνας, βλέπουμε η προτεραιότητα της σημασίας_1 που προτάθηκε τόσο τολμηρά νωρίτερα να λαμβάνεται υπόψη. Είναι η «ιδεατική αφαίρεση» ("ideational abstraction") της ουσίας του ομιλιακού ενεργήματος το οποίο «αποδίδει μια 'σημασία' με την ιδεατή μας έννοια.»^47 Αυτή η διαδικασία, ωστόσο, δεν μελετάται με σημαντικό τρόπο στις Έρευνες. [^47 Husserl, Logical Investigations (2nd ed.), H/2,417; Αγγλ. μεταφρ., Ι, 590.]

Οι αδυναμίες των Ερευνών καλύπτονται από τις Ιδέες I και ειδικά από τη στροφή στη γενετική ανάλυση τη δεκαετία του 1920. Εκεί οι φαινομενικές αφέλειες αυτής της θέσης διορθώνονται με μια διάκριση μεταξύ της συγχρονικής και της διαχρονικής ανάλυσης, και με μια σαφέστερη κατανόηση των «αναγωγών» και των «στάσεων» που υπόκεινται σε διάφορα ειδών φαινομενολογικών αναλύσεων. Γίνεται σαφές ότι η προτεραιότητα της σημασίας που εξετάζεται εδώ μπορεί να οριστεί μόνο μέσα από μια στατική άποψη, μόνο ως προς τον προσανατολισμό προς το «γνωστικό» περιεχόμενο της έκφρασης και μόνο μετά από έναν αναστοχασμό που το θεματοποιεί. Πρέπει όμως να προσθέσουμε ότι είναι η απόκτηση αυτής της ενόρασης που οδηγεί σε μια νέα θεώρηση των σχηματισμών σημασίας. Το πρώτο βήμα μακριά από τη θέση των Ερευνών είναι ένα βήμα προς μια υπερβατολογική ανάλυση. Όπως ακόμη και οι Έρευνες αναγνώρισαν, η εξασφάλιση της ιδεατότητας της σημασίας ήταν μόνο μια αφετηρία.^48 Η ιδεατότητα της σημασίας γίνεται δείκτης για συνεχώς βαθύτερες αναλύσεις. Εμείς όμως πρέπει να περιμένουμε πριν προχωρήσουμε γιατί απέχουμε πολύ από το να ολοκληρώσουμε τη συζήτησή μας της λογιστικής ανάλυσης του Husserl.

^48 Βλ. ibid., 11/1, 183; Αγγλ. μετάφρ., Ι, 400.

[DONN WELTON /The Origins of Meaning/ A CRITICAL STUDY OF THE THRESHOLDS OF HUSSERLIAN PHENOMENOLOGY, 1983 by Martinus Nijhoff Publishers, The Hague.]

mode of givenness of the ontological status of ideality

Created Κυριακή 01 Δεκεμβρίου 2024

During the period he was engrossed in the /Philosophy of Arithmetic/, Husserl shared the uncritical assumption of psychologism that the ground of the world was pre-given. Soon the /Prolegomena to Pure Logic /marked a decisive turn toward grounding all experience on the new principle of transcendental subjectivism. In its purely meaning-conferring function, transcendental subjectivity is said to be independent of, or prior to, the world. This means that transcendental subjectivity has as its correlate no longer the “mundane” world, which Husserl suspended by “transcendental reduction,” but the realm of pure idealities. This “artificial” realm is carved out, as it were, at the “interface” of subject and object, and its “residents” are judgments consisting of unities of ideal meanings. “Pure logic” deals exclusively with the judgments of this sort. For instance, the number 7 is such an ideality, totally independent of whether it “exists” in somebody’s mind (representation) or not. But while the proposition 5 + 2 = 7 is true as a judgment within the realm of pure ideality, the big question Husserl had to ask was about how this meaning /emerges, /i.e., how this meaning relates itself to objects. In other words, Husserl was now asking the question of the mode of givenness of the ontological status of ideality itself.

Husserl developed this unique method of observing the correlated aspects of act and the act object, or the “experiencing consciousness” and the “experienced content,” systematically in the fifth investigation of the /Logical Investigations. /Under the title “intentional analysis,” it opened a vast field of phenomenological inquiry, clarifying the intricate nature of /meaning /and the structure of intentional /acts /without metaphysical or epistemological presuppositions. Of course meanings in their ordinary occurrence are not themselves objects or things meant. They only help us to mean objects in order to decide /as what /or in what capacity we mean them. But this approach enables us to make another important distinction, one that obtains between the meaning merely intended and the meaning fully carried out. When I say “it rains,” I may be expressing only an “empty” intention which remains “unfulfilled” until I actually look out and perceive raindrops coming down. It is through my direct /intuition/, the basic model of which is /visual perception /(/Anschauung/) that the “intended” or “anticipated” meaning of the expression is fully carried out.

Besides striving for outward expression and thus seeking the fulfillment of meaning through perceptual experience, there is yet another distinctive feature of intentionality which Husserl exhibited as the /referring /function. “Each expression not merely says something, but says it /of /something: it not

^19 /LI/, I, translator’s introduction, 5.


16

/KAH KYUNG CHO/

only has a meaning, but /refers to /certain objects.”^20 Hitherto, most theories of meaning were imbued with behavioristic categories and began with a prejudice against the mental or inner sphere of consciousness. They discredited the mental and closed off the inner domain for not meeting the criteria of public verifiability. Hence all talk about intentional acts and their unity in a central, meaning-conferring subjectivity was an anathema to them. However, failure to look at both sides of intentional correlation, all too common among philosophical positions which Husserl labeled “naturalism,” can result in many different forms of “abridgement” of reality. Accepting the objectivity only in its reified state, i.e., without being able to trace its origin to the meaning-constituting performance (/Leistung/) of consciousness, is one most common form of such abridgement. Substituting “sophistry of models” for concrete phenomenological exhibition, as practiced in certain language game theories, is another.

Philosophy of language also talks about “referring,” but only as a logical feature in sentences with such verbs as “believe,” “think” or “hope.” This linguistically modified version of intentionality may have avoided the charges of mentalism, but it has also obscured the object-referring functions by reducing the intentional act to the linguistic act. For Husserl, of course, all linguistic acts must be treated as a subset of intentional acts, and not the other way around. Hence a more substantially motivated defense of intentionality may be required to resolve the tensions that have surfaced in the wake of the contact between phenomenology and linguistic philosophy. For the time being, though, the question remains whether those who disavow the mental are not actually forfeiting the more important thing they are supposed to be guarding, namely, the language as a meaningful, /living /experience. Language in its meaningful use is more than a correct naming and communicating within the rule-bound circuit of language game. A computer or word machine can perform such functions just as well as a human speaker. Beyond this verbally precise, but in essence mechanical performance, there has to be the process of human understanding—of the situation that is spread over time and space. This spatio-temporal horizon is the /world /in which we live, and for which Husserl introduced the uniquely resonant term “life-world.” The mental acts are precisely the link “in virtue of which alone our words point beyond themselves to things in the world.”

Intentional correlation is neither a causal connection between thought and object, nor a subset of the traditional category of “relation,” as contradistinguished from the category of “substance.” Husserl’s phenomenology was viewed in the beginning by some as a “third” approach, as an attempt to steer a middle course to avoid the insoluble standoff between idealism and realism, or subjectivism and objectivism. His theory of act-object correlation may have seemed especially to fit into this non-committal, neutral standpoint. The truth of the matter, though, is that Husserl’s is an admittedly most

^20 /LI, /I, 287.


/HISTORY AND SUBSTANCE OF /LOGICAL INVESTIGATIONS 17

radical form of “subjectivism.” The transcendental subjectivity is a /mode of thinking /which hovers watchfully over both the subject and object and registers the exchange between the two poles. It is a higher court, to which the subject in our ordinary sense, the “mundane” subjectivity, is subordinated. To put it paradoxically, it is the function of transcendental subjectivity to go against itself, insofar as the mundane subjectivity, which is only its “lower gear mode,” is trapped in false subjectivations. These are of psychologistic origin, but Husserl would also frequently use the epithet “natural” or “naturalistic.” The radicalism in this context means therefore the thoroughness in the methodical freeing of the system of correlation from such naturalistic misconceptions.

There is a precious vignette, a gem of a story told by Konrad Lorenz^21 which illustrates the correlative pattern of thinking in admirable simplicity. One day, he tells us, he hugged his grandchild and felt the child’s cheek unusually hot. Momentarily the thought of fever crossed his mind, but he quickly dismissed it. For it could not be that the child was sick, because he knew at the same time that he was coming from the wintry garden outside and had very cold hands. “Therefore my perception of temperature was skewed.” Lorenz called this story “my old paradigm of an objectivation process,” which has two intimately close and inseparable components. One is the “process of knowing” and the other is the “object to be known.” This is said simply enough, but to have something as an object for me is no guarantee that I can know it objectively. It is only when I reflect upon myself and become aware of the positively or negatively impinging factor of my subjective condition on the object that I can correctly “objectify” what is given outside of myself. Such is the lesson the scientist Lorenz could give us phenomenologists, of all things, about the essence of correlative thinking. For good measure, he added a moralizing thought: “to understand subjective phenomena and their own law-like dynamics is not only indispensable in our effort to grasp the external world as objectively as possible. It is also essential for the understanding of human being as a knowing subject.”

In spite of often effective illustrations like this, the significance of subjectivity in general and of the correlational thinking in particular has been a notoriously unappreciated part of Husserl’s message. Little wonder that Husserl sought to prop up a little family tree to hint at the affinity of his views with those of some well-known historical figures. Interestingly, he named Socrates and Sophists among them, though it is questionable whether Husserl could ever have successfully mustered the support from the rank of ancient philosophers. Of course idealisms of all varieties, including the Berkeleyan dogmatic idealism, always insisted on the prerogative of subjective principles. Even British Empiricism, to which Husserl frequently referred as having anticipated the phenomenological insight, can be credited

^21 Konrad Lorenz, /Der Abbau des Menschlichen /(Munich: Piper Verlag, 1983), 88 f.


18

/KAH KYUNG CHO/

with the discovery of the correlational structure of our experience. For the empiricist theory of knowledge since Locke recognized perception as the sole source of knowledge, or sole access to reality. This means, translated into Husserl’s language, none other than the intentional correlation obtaining between subject and object. But after the roll call, Husserl would invariably dismiss all of those on the list for having fallen short of a true methodological breakthrough. What is it then that makes Husserl’s restatement of basically the same discovery so radically different?

Reviewing the widely misunderstood sense of his /subjective /principle, Husserl points out that it is “naïve to stop at the subject-object correlation conceived in the anthropological, mundane manner and to misinterpret what was shown phenomenologically in my first writings as belonging to this correlation.”^22 He further backtracks to the early stages of his research to clarify how his “subjective” principle had encountered misunderstanding. At the time when the /Logical Investigations/ was in the making, the most widespread form of “naturalism” Husserl had to confront was “psychologism”. It was a theory subscribed to by philosophers such as Mill, Lange and Sigwart who took psychology as the foundational science upon which entire fields of philosophy—logic, ethics, esthetics and epistemology—depended. Their belief that all logical concepts and propositions are at bottom psychological constructs was further buttressed by the laboratory psychology of Wilhelm Wundt. According to Wundt, if there is something that can be called laws that govern our thought, such laws can only be established empirically through observation, experiment and induction. When we judge, for instance, 3 + 2 = 5, we conceive of objects so judged as being merely objects of presentation, in which they are all alike, and we also conceive of them as being held together in the mind of someone, although it does not matter in whose. Both in substance and name, Husserl’s /Prolegomena to Pure Logic /was a refutation of this brand of psychologism that traces the origin of concepts and logical laws to empirical psychology.

Thus when the /Logical Investigations /first reached the public, it was received not so much on the strength of Husserl’s own presentation of “pure logic” as on the effectiveness of his refutation of what stood opposite to such logic, namely, /psychologism/. In other words, his successful refutation of the prevailing psychologism had, for some time, the effect of overshadowing Husserl’s own, more important messages. Besides causing difficulty for the proper understanding of his message on the new method, it gave the erroneous impression that Husserl was opposed to the science of psychology as a whole.

But not to be forgotten, in the first place, was the fact of Husserl’s own commitment to psychologism during the period of /Philosophy of Arithmetic/. What troubled him most at that time was the ontological status of /number/. He approached this question initially from a psychological point of view, in

^22 /Crisis/, §72, 262.


/HISTORY AND SUBSTANCE OF /LOGICAL INVESTIGATIONS 19

the belief that number has its origin in our real psychic life. In fact, such reference to psychic acts was considered to be indispensable during Husserl’s time. But stimulated by Frege’s criticism, Husserl opened his eyes to recognize the ideality of number whose meaning is true independently of psychic connections. He recalls that “the first breakthrough of this universal a priori of correlation between experienced object and manners of givenness” occurred around 1898 while he was working on his /Logical Investigations/. His forceful polemic in /Prolegomena /against the psychologistic misconceptions regarding the true nature of ideal entities in logic and mathematics may tell something of his eagerness to redress his own earlier shortsightedness.

In the second place, however, Husserl’s basic philosophical instinct prevented him from renouncing psychologism altogether. Before long he made the unique choice of keeping the “dual mode” of description, i.e., doubling in psychological and logical analysis. This meant that even an ideal entity like number still had to be questioned and justified with regard to its mode of “givenness.” What emerged in response to this question was none other than the theory of intentional /act/. Just as perception involves the two sides of being the “perceived object” and the “perceiving act,” so also is number a “collected unit” (/collectivium/) on the one hand, and the act of collecting (/collection/) on the other. Without the latter, number would be an abstraction, with its mode of givenness remaining as vague as the derivation of Plato’s /Ideas/. Thus Husserl continued to maintain the closest possible linkage to the science of psychology, once it has been cleansed of its “naturalistic” prejudices. Transcendental phenomenology and transcendental psychology were no longer two separate disciplines.

The anthropological, mundane variety of correlation, Husserl warned, should not be confused with the transcendental-phenomenological sort. But why was this warning necessary? Is it not true that people are not likely to suffer any such confusion simply because they know only one type of correlation, namely, what Husserl just labeled as anthropological and mundane? Indeed, as Husserl saw it, this was the extent to which people were lulled into denying the existence of the problem. Surely Husserl’s warning was meant also for advanced students and fellow phenomenologists alike, some of whom have followed him very closely, though not beyond the “paradox.” Husserl had to realize that this denial mode was spread not only among the relative newcomers to phenomenology. Not only philosophers of different schools, but many fellow phenomenologists have parted company with him on the issue of his obsessive radicalization of the method of reduction. Despite the claim for rigorous scientific grounding of all knowledge, there is what we may call Husserl’s own unexplained paradox. It may be the old question about the beginning of philosophy, which, however, Husserl did not precisely ground /in /philosophy. It was more like a “leap” into philosophy from some other origin. And yet he was known to disavow metaphysics, and swear to the life world as the “universal ground” for the


20

/KAH KYUNG CHO/

genesis of all real and possible meanings. We direct the following question to Husserl:^23

If the life-world, the real world in which both philosophers and non philosophers have their basis of living, is also the only basis out of which not merely the higher order science, but the highest wisdom of philosophy emerges, how is it that Husserl was motivated to perform /epoche/, and put this world out of commission, so as to newly ground its meaning? Where is the origin of his /freedom /to sever himself from this all-inclusive source of evidence? Where is the origin of insight for another, holier and healthier world, as distinct from this crisis-ridden, mundane world? Could he have possibly drawn the lesson from a source other than this one precious planet? When most other philosophers could not perform this leap into Reason, he had the /faith /to risk this leap. For, after all, Reason was the only thing in which he believed.

Husserl was convinced that the powerful spell of natural attitude that takes everything as self-evident had to be broken in order to see the paradox of the subject-object correlation under a new light. The paradox, to quote this time in Husserl’s own words, consists in the fact “that man (or mankind in his communal life) is subjectivity /for /the world and at the same time is supposed to be /in /it in an objective and worldly manner.”^24 The word “/for /the world” means, we should know this by now, standing over against it in the mode of “disengagement” from it, thus signaling we are actually going against it, not accepting it at its face value. He was also convinced that this was not a real paradox, but could be resolved by shifting our stance, like changing the gear in our driving.

In sum, the single most difficult issue on which even some stalwart supporters of Husserl have failed him was his quest of the absolute origin in philosophy through recourse to transcendental reduction. Mercifully, the /Logical Investigations /did not have yet to pin anybody down to this hot spot. Little wonder that people, especially the more analytically minded, felt more comfortable with the earlier Husserl.

^23 The question is our own formulation. Werner Marx raised a similar question, but it was not in the specific context of the problem of correlation as we developed it here. See W. Marx, “Vernunft und Lebenswet,” in /Hermeneutik und Dialektik/, ed. R. Bubner, K. Kramer, R. Wiehl (Tübingen: J.C.B. Mohr 1970), 224 ff.

^24 /Crisis, /262, my emphasis.

[Kah Kyung CHO, History and Substance of Husserl’s /Logical Investigations/ in HUSSERL’S /LOGICAL INVESTIGATIONS/ IN THE NEW CENTURY: WESTERN AND CHINESE PERSPECTIVES edited by KWOK-YING LAU and JOHN J. DRUMMOND, 2007, Springer]

mode of givenness of the ontological status of ideality el

Created Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

Την περίοδο που ήταν απορροφημένος με τη Φιλοσοφία της Αριθμητικής, ο Husserl συμμεριζόταν την άκριτη υπόθεση του ψυχολογισμού ότι το θεμέλιο του κόσμου ήταν προ-χορηγημένο. Σύντομα τα Προλεγόμενα στην Καθαρή Λογική σημείωσαν μια αποφασιστική στροφή προς τη θεμελίωση όλης της εμπειρίας στη νέα αρχή του υπερβατολογικού υποκειμενισμού. Στην καθαρά σημασιοδοτική λειτουργία της, η υπερβατολογική υποκειμενικότητα λέγεται ότι είναι ανεξάρτητη ή προγενέστερη από τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι η υπερβατολογική υποκειμενικότητα έχει ως σύστοιχό της όχι πλέον τον «κοσμικό» κόσμο (“mundane” world), τον οποίο ανέστειλε ο Husserl με την «υπερβατολογική αναγωγή», αλλά την επικράτεια των καθαρών ιδεατοτήτων. Αυτή η «τεχνητή» επικράτεια είναι χαραγμένη, ούτως ειπείν, στη «διεπαφή» του υποκειμένου και του αντικειμένου, και οι «κάτοικοι» της είναι κρίσεις που αποτελούνται από ενότητες ιδεατών σημασιών. Η «καθαρή λογική» ασχολείται αποκλειστικά με κρίσεις αυτού του είδους. Για παράδειγμα, ο αριθμός 7 είναι μια τέτοια ιδεατότητα, εντελώς ανεξάρτητη από το αν «υπάρχει» στο νου κάποιου (αναπαράσταση) ή όχι. Αλλά ενώ η πρόταση 5 + 2 = 7 είναι αληθής ως μια κρίση μέσα στη σφαίρα της καθαρής ιδεατότητας, το μεγάλο ερώτημα που ο Husserl έπρεπε να ρωτήσει ήταν για το πώς αυτή η σημασία αναδύεται, δηλαδή, πώς αυτή η σημασία σχετίζεται με αντικείμενα. Με άλλα λόγια, ο Husserl έθετε τώρα το ερώτημα του τρόπου χορήγησης του οντολογικού στάτους της ίδιας της ιδεατότητας.

Ο Husserl ανέπτυξε αυτή τη μοναδική μέθοδο παρατήρησης των συσχετισμένων πτυχών του ενεργήματος και του αντικειμένου του ενεργήματος, ή της «εμπειρικής συνείδησης» (“experiencing consciousness”) και του «εμπειρικού περιεχομένου» (“experienced content”), συστηματικά στην πέμπτη έρευνα των Λογικών Ερευνών. Κάτω από τον τίτλο «αποβλεπτική ανάλυση», άνοιξε ένα τεράστιο πεδίο φαινομενολογικής έρευνας, διευκρινίζοντας την περίπλοκη φύση της σημασίας και της δομής των αποβλεπτικών ενεργημάτων χωρίς μεταφυσικές ή γνωσιολογικές προϋποθέσεις. Φυσικά οι σημασίες στη συνήθη εμφάνισή τους δεν είναι οι ίδιες αντικείμενα ή τα πράγματα που εννοούνται. Μας βοηθούν μόνο να εννοούμε αντικείμενα για να αποφασίσουμε ως τι ή με ποια ιδιότητα τα εννοούμε. Αλλά αυτή η προσέγγιση μας δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε μια άλλη σημαντική διάκριση, αυτή που προκύπτει μεταξύ της σημασίας που απλά αποβλέπεται και της σημασίας πλήρως πληρωμένης. Όταν λέω «βρέχει», ίσως εκφράζω μόνο μια «κενή» απόβλεψη που παραμένει «ανεκπλήρωτη» μέχρι να κοιτάξω έξω και να αντιληφθώ ότι ρέουν σταγόνες βροχής. Είναι μέσω της άμεσης εποπτείας μου, το βασικό μοντέλο της οποίας είναι η οπτική αντίληψη (Anschauung) που η «αποβλεπόμενη» ή «αναμενόμενη» σημασία της έκφρασης πραγματοποιείται πλήρως.

Εκτός από την προσπάθεια για εξωτερική έκφραση και επομένως για αναζήτηση της πλήρωσης της σημασίας μέσω της αντιληπτικής εμπειρίας, υπάρχει ακόμη ένα άλλο διακριτικό χαρακτηριστικό της αποβλεπτικότητας που ο Husserl επέδειξε ως την αναφορική λειτουργία. «Κάθε έκφραση όχι απλώς λέει κάτι, αλλά το λέει για κάτι: δεν [16] έχει απλά μια σημασία, αλλά αναφέρεται σε ορισμένα αντικείμενα.»^20 [^20 LI, I, 287.] Μέχρι τώρα, οι περισσότερες θεωρίες της σημασίας εμποτίστηκαν με συμπεριφοριστικές κατηγορίες και ξεκίνησαν με μια προκατάληψη ενάντια στη νοητική ή εσωτερική σφαίρα της συνείδησης. Απαξίωσαν το νοητικό και απέκλεισαν τον εσωτερικό τομέα επειδή δεν πληρεί τα κριτήρια της δημόσιας επαληθευσιμότητας. Έτσι κάθε λόγος για αποβλεπτικά ενεργήματα και της ενότητάς τους σε μία κεντρική, σημασιοδοτούσα υποκειμενικότητα ήταν ένα ανάθεμα για αυτούς. Ωστόσο, αποτυχία να δούμε και τις δύο πλευρές της αποβλεπτικής συστοιχίας, κάτι πολύ κοινό μεταξύ των φιλοσοφικών θέσεων που ο Husserl ονόμασε «νατουραλισμό», μπορεί να οδηγήσει σε πολλές διαφορετικές μορφές «περιορισμού»/«συντετμημένης εκδοχής» (“abridgement”) της πραγματικότητας. Αποδοχή της αντικειμενικότητας μόνο στην πραγμοποιημένη (reified) της κατάσταση, δηλ. χωρίς να μπορούμε να ιχνηλατήσουμε την προέλευσή της στην σημασιο-συγκροτησιακή (meaning-constituting) επιτέλεση/επίτευγμα (Leistung) της συνείδησης, είναι μια πιο κοινή μορφή τέτοιας σύντμησης. Η αντικατάσταση της συγκεκριμένης φαινομενολογικής έκθεσης με τη «σοφιστική των μοντέλων», όπως ασκείται σε ορισμένες γλωσσικές θεωρίες παιγνίων, είναι μια άλλη.

Η φιλοσοφία της γλώσσας μιλά επίσης για «αναφορά», αλλά μόνο ως ένα λογικό χαρακτηριστικό σε προτάσεις με ρήματα όπως «πιστεύω», «σκέφτομαι» ή «ελπίζω.» Αυτή η γλωσσικά τροποποιημένη εκδοχή της αποβλεπτικότητας μπορεί να έχει αποφύγει τις κατηγορίες της νοησιαρχίας (mentalism), αλλά έχει επίσης συσκοτίσει τις λειτουργίες αναφοράς σε αντικείμενα, ανάγωντας το αποβλεπτικό ενέργημα στο γλωσσικό ενέργημα. Για τον Husserl, φυσικά, όλα τα γλωσσικά ενεργήματα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως υποσύνολο των αποβλεπτικών ενεργημάτων και όχι το αντίστροφο. Ως εκ τούτου, για την επίλυση των εντάσεων που έχουν εμφανιστεί στον απόηχο της επαφής μεταξύ φαινομενολογίας και γλωσσικής φιλοσοφίας, μπορεί να απαιτείται μια πιο ουσιαστικά παρακινούμενη υπεράσπιση της αποβλεπτικότητας. Για την ώρα, όμως, παραμένει το ερώτημα αν αυτά που αποκηρύσσουν το νοητικό στην πραγματικότητα δεν χάνουν το πιο σημαντικό πράγμα που υποτίθεται ότι φυλάσσουν, δηλαδή, τη γλώσσα ως μια σημαίνουσα, ζωντανή εμπειρία. Η γλώσσα στην ουσιαστική χρήση της είναι κάτι παραπάνω από σωστή ονομασία και επικοινωνία μέσα στο δεσμευμένο από κανόνες κύκλωμα του γλωσσικού παιχνιδιού. Ένας υπολογιστής ή μια μηχανή λέξεων μπορεί να επιτελέσει τέτοιες λειτουργίες εξίσου καλά με έναν ανθρώπινο ομιλητή. Πέρα από αυτή τη λεκτικά ακριβή, αλλά στην ουσία μηχανική επιτέλεση, πρέπει να υπάρχει η διαδικασία της ανθρώπινης κατανόησης — της κατάστασης που απλώνεται στο χρόνο και στο χώρο. Αυτό ο χωροχρονικός ορίζοντας είναι ο κόσμος στον οποίο ζούμε, και για τον οποίο ο Husserl εισήγαγε τον μοναδικά σημαντικό (resonant) όρο «βιόκοσμος». Τα νοητικά ενεργήματα είναι ακριβώς ο σύνδεσμος «εξαιτίας του οποίου και μόνο οι λέξεις μας δείχνουν πέρα τον εαυτό τους στα πράγματα στον κόσμο».

Η αποβλεπτική συστοιχία δεν είναι ούτε μια αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της σκέψης και του αντικειμένου, ούτε υποσύνολο της παραδοσιακής κατηγορίας της «σχέσης», όπως διακρίνεται από την κατηγορία της «υπόστασης». Η φαινομενολογία του Χουσερλ θεωρήθηκε στην αρχή από ορισμένα ως μια «τρίτη» προσέγγιση, ως μια προσπάθεια να κατευθύνει σε μια μέση πορεία για να αποφευχθεί η άλυτη αντιπαράθεση μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού ή υποκειμενισμού και αντικειμενισμού. Η θεωρία του της συστοιχίας ενέργημα-αντικείμενο μπορεί να φαινόταν ιδιαίτερα κατάλληλη για αυτή τη μη δεσμευτική, ουδέτερη στάση. Η αλήθεια του θέματος, όμως, είναι ότι ο υποκειμενισμός του Husserl είναι ομολογουμένως μια πιο [17] ριζοσπαστική μορφή «υποκειμενισμού». Η υπερβατολογική υποκειμενικότητα είναι ένας τρόπος σκέψης που αιωρείται προσεκτικά τόσο πάνω από το υποκείμενο όσο και το αντικείμενο και καταγράφει την ανταλλαγή μεταξύ των δύο πόλων. Είναι ένα υψηλότερο δικαστήριο, στο οποίο το υποκείμενο με τη συνηθισμένη μας έννοια, η «εγκόσμια» (“mundane”) υποκειμενικότητα, υποτάσσεται. Για να το θέσω παράδοξα, είναι η λειτουργία της υπερβατολογικής υποκειμενικότητας να πάει κόντρα στον εαυτό της, στο βαθμό που η εγκόσμια υποκειμενικότητα, η οποία είναι μόνο η «χαμηλότερης ταχύτητας εκδοχή» (“lower gear mode”) της, είναι εγκλωβισμένη σε ψευδείς υποκειμενισμούς (false subjectivations). Αυτοί είναι ψυχολογικής προέλευσης, αλλά ο Husserl θα χρησιμοποιούσε επίσης συχνά το επίθετο «φυσικοί» ή «φυσιοκρατικοί.» Ο ριζοσπαστισμός σε αυτό το πλαίσιο σημαίνει επομένως την πληρότητα στη μεθοδική απελευθέρωση του συστήματος συστοιχίας από τέτοιες φυσιοκρατικές/νατουραλιστικές παρανοήσεις.

Υπάρχει μια πολύτιμη βινιέτα, ένα στολίδι μιας ιστορίας που αφηγήθηκε ο Konrad Lorenz^21, που απεικονίζει το συστοιχιακό μοτίβο της σκέψης, με αξιοθαύμαστη απλότητα. Μια μέρα, μας λέει, αγκάλιασε το εγγόνι του και ένιωσε το μάγουλο του παιδιού ασυνήθιστα ζεστό. Στιγμιαία η σκέψη του πυρετού πέρασε από το μυαλό του, αλλά την απέρριψε γρήγορα. Γιατί δεν θα μπορούσε να είναι ότι το το παιδί ήταν άρρωστο, γιατί ήξερε την ίδια στιγμή ότι ερχόταν από τον χειμωνιάτικο κήπο έξω και είχε πολύ κρύα χέρια. «Επομένως η αντίληψη μου της θερμοκρασίας ήταν στρεβλή». Ο Λόρεντζ αποκάλεσε αυτή την ιστορία «το παλιό μου παράδειγμα μιας διαδικασίας αντικειμενοποίησης», η οποία έχει δύο στενά κοντινά και αδιαχώριστα συστατικά. Το ένα είναι η «διαδικασία της γνώσης» και το άλλο είναι το «αντικείμενο που πρέπει να γίνει γνωστό». Αυτό λέγεται αρκετά απλά, αλλά το να έχω κάτι ως αντικείμενο για μένα δεν αποτελεί εγγύηση ότι μπορώ να το γνωρίζω αντικειμενικά. Είναι μόνο όταν αναλογίζομαι τον εαυτό μου και συνειδητοποιώ τον θετικά ή αρνητικά επηρεαστικό παράγοντα της υποκειμενικής μου κατάστασης στο αντικείμενο, που μπορώ σωστά να «αντικειμενοποιήσω» αυτό που δίνεται έξω από εμένα. Αυτό είναι το μάθημα, που θα μπορούσε να δώσει σε εμάς τους φαινομενολόγους ο επιστήμονας Lorenz, για όλα τα πράγματα, για την ουσία της συστοιχιακής σκέψης. Για περισσότερη έμφαση, πρόσθεσε μια ηθικοπλαστική σκέψη: «το να κατανοήσουμε τα υποκειμενικά φαινόμενα και τη δική τους νομοειδή δυναμική (law-like dynamics) δεν είναι μόνο απαραίτητο στην προσπάθειά μας να συλλάβουμε τον εξωτερικό κόσμο όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικά. Είναι επίσης απαραίτητο για την κατανόηση του ανθρώπου ως γνωστικού υποκειμένου».

^21 Konrad Lorenz, Der Abbau des Menschlichen (Μόναχο: Piper Verlag, 1983), 88 επ.

Παρά τις συχνά αποτελεσματικές απεικονίσεις όπως αυτή, η σημασία της υποκειμενικότητας γενικά και η συστοιχιακή σκέψη ειδικότερα ήταν ένα μέρος του μηνύματος του Husserl που δεν έχει σε μεγάλο βαθμό εκτιμηθεί. Δεν είναι να απορεί κανένα που ο Χούσερλ προσπάθησε να στήσει ένα μικρό γενεαλογικό δέντρο για να υποδείξει τη συγγένεια των απόψεών του με αυτές ορισμένων γνωστών ιστορικών προσωπικοτήτων. Είναι ενδιαφέρον ότι ανάμεσά τους κατονόμασε τον Σωκράτη και τους Σοφιστές, αν και είναι αμφίβολο αν ο Husserl θα μπορούσε ποτέ να εξασφαλίσει την υποστήριξη από την τάξη των αρχαίων φιλοσόφων. Φυσικά ιδεαλισμοί όλων των ποικιλιών, συμπεριλαμβανομένου του Μπερκελιανού δογματικού ιδεαλισμού, επέμεναν πάντα στο προνόμιο των υποκειμενικών αρχών. Ακόμη και ο βρετανικός εμπειρισμός, στον οποίο ο Husserl συχνά αναφερόταν ότι προέβλεψε τη φαινομενολογική ενόραση, μπορεί να πιστωθεί [18] με την ανακάλυψη της συστοιχιακής δομής της εμπειρίας μας. Καθώς η εμπειριστική θεωρία της γνώσης από τον Λοκ αναγνώρισε την αντίληψη ως τη μοναδική πηγή γνώσης, ή τη μοναδική πρόσβαση στην πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει, μεταφρασμένο στη γλώσσα του Husserl, τίποτα άλλο από την αποβλεπτική συστοιχία μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου. Αλλά μετά την απαρίθμηση, ο Husserl θα απέρριπτε χωρίς εξαίρεση όλους αυτούς που ήταν στη λίστα, θεωρώντας ότι απέτυχαν μιας πραγματικής μεθοδολογικής τομής. Τι είναι αυτό τότε που κάνει την επαναδιατύπωση της ίδιας ανακάλυψης από τον Husserl τόσο ριζικά διαφορετική;

Ανασκοπώντας την ευρέως παρεξηγημένη έννοιά του της υποκειμενικής αρχής, ο Husserl επισημαίνει ότι είναι «αφελές να σταματάς στη συστοιχία υποκείμενο-αντικείμενο όπως αυτή νοείται με ανθρωπολογικό, εγκόσμιο τρόπο και να παρερμηνεύεις αυτό που φάνηκε φαινομενολογικά στα πρώτα μου γραπτά ως ανήκον σε αυτή τη συστοιχία.»^22 Ο ίδιος ανατρέχει περαιτέρω στα πρώιμα στάδια της έρευνάς του για να διευκρινίσει πώς η «υποκειμενική» αρχή του υπέστη παρερμηνείας. Την ώρα που οι Λογικές Έρευνες ήταν σε εξέλιξη, η πιο διαδεδομένη μορφή «νατουραλισμού» που έπρεπε να αντιμετωπίσει ο Χούσερλ ήταν ο «ψυχολογισμός». Ήταν μια θεωρία συνυπογεγραμμένη από φιλοσόφους όπως οι Mill, Lange και Sigwart που θεώρησαν την ψυχολογία ως τη θεμελιώδης επιστήμη από την οποία ολόκληρα πεδία της φιλοσοφίας -- λογική, ηθική, αισθητική και γνωσιολογία -- εξαρτιόταν. Η πεποίθηση τους ότι όλες οι λογικές έννοιες και προτάσεις είναι κατά βάση ψυχολογικές κατασκευές υποστηρίχθηκε περαιτέρω από την εργαστηριακή ψυχολογία του Wilhelm Wundt. Σύμφωνα με τον Wundt, αν υπάρχει κάτι που μπορούν να ονομαστούν νόμοι που διέπουν τη σκέψη μας, τέτοιοι νόμοι δεν μπορούν παρά να τεκμηριωθούν εμπειρικά μέσω της παρατήρησης, του πειράματος και της επαγωγής. Όταν κρίνουμε, για παράδειγμα, 3 + 2 = 5, αντιλαμβανόμαστε αντικείμενα που κρίνονται έτσι ως απλώς αντικείμενα παρουσίασης, στην οποία είναι όλα ίδια, και τα αντιλαμβανόμαστε επίσης ως συγκρατημένα μαζί στο νου κάποιου, αν και δεν έχει σημασία ποιου. Τόσο επί της ουσίας όσο και κατ' όνομα, τα Προλεγόμενα στην Καθαρή Λογική του Husserl ήταν μια διάψευση αυτού του είδους ψυχολογισμού που ανιχνεύει την προέλευση των εννοιών και των λογικών νόμων στην εμπειρική ψυχολογία.

^22 Crisis, §72, 262.

Έτσι, όταν οι Λογικές Έρευνες έφτασαν για πρώτη φορά στο κοινό, δεν έγιναν δεκτές τόσο πολύ λόγω της παρουσίασης του ίδιου του Husserl της «καθαρής λογικής», όσο εξαιτίας της αποτελεσματικότητας της διάψευσης αυτού που αντιστεκόταν σε μια τέτοια λογική, δηλαδή, του ψυχολογισμού. Με άλλα λόγια η επιτυχής διάψευση του επικρατούντος ψυχολογισμού είχε, για κάποιο διάστημα, το αποτέλεσμα της επισκίασης των πιο σημαντικών μηνυμάτων του ίδιου του Husserl. Εκτός του ότι προκαλεί δυσκολία στη σωστή κατανόηση του μηνύματός του σχετικά με τη νέα μέθοδο, έδωσε την εσφαλμένη εντύπωση ότι ο Husserl ήταν σε αντίθεση με την επιστήμη της ψυχολογίας στο σύνολό της.

Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε, καταρχήν, το γεγονός της δέσμευσης του Χούσερλ με τον ψυχολογισμό κατά την περίοδο της Φιλοσοφίας της Αριθμητικής. Αυτό που τον προβλημάτιζε περισσότερο εκείνη την εποχή ήταν το οντολογικό στάτους του αριθμού. Προσέγγισε αυτό το ερώτημα αρχικά από μια ψυχολογική στάση, με [19] την πεποίθηση ότι ο αριθμός έχει την προέλευσή του στην πραγματική ψυχική μας ζωή. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια αναφορά σε ψυχικά ενεργήματα θεωρείτο απαραίτητη κατά τη διάρκεια της εποχής του Χούσερλ. Όμως, υποκινούμενος από την κριτική του Frege, ο Husserl άνοιξε τα μάτια του και αναγνώρισε την ιδεατότητα του αριθμού του οποίου η σημασία είναι αληθινή ανεξάρτητα από ψυχικές συνδέσεις. Υπενθυμίζει ότι «η πρώτη ανακάλυψη αυτού του καθολικού a priori της συστοιχίας μεταξύ βιωμένου αντικειμένου και τρόπων χορήγησης» συνέβη γύρω στο 1898 ενώ δούλευε τις Λογικές Έρευνες του. Η δυναμική του πολεμική στα Προλεγόμενα ενάντια στις ψυχολογιστικές παρανοήσεις σχετικά με την πραγματική φύση των ιδεατών οντοτήτων στη λογική και στα μαθηματικά μπορεί να πει κάτι από την προθυμία του να επανορθώσει τη δική του προηγούμενη μυωπική στάση.

Από την άλλη, ωστόσο, το βασικό φιλοσοφικό ένστικτο του Husserl τον εμπόδισε να απαρνηθεί εντελώς τον ψυχολογισμό. Σύντομα έκανε τη μοναδική επιλογή να διατηρήσει τη «διπλή μέθοδο» περιγραφής, δηλ. τον διπλασιασμό σε ψυχολογική και λογική ανάλυση. Αυτό σήμαινε ότι ακόμη και μια ιδεατή οντότητα όπως ο αριθμός έπρεπε ακόμα να ερωτηθεί και να δικαιολογηθεί όσον αφορά τον τρόπο της «χορήγησης» της. Αυτό που προέκυψε ως απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν ήταν τίποτα άλλο από τη θεωρία του αποβλεπτικού ενεργήματος. Όπως η αντίληψη περιλαμβάνει τις δύο πλευρές του «αντιληπτού αντικειμένου» και του «αντιληπτικού ενεργήματος», έτσι και ο αριθμός είναι μια «συλλεγμένη μονάδα» (collectivium) αφενός, και το ενέργημα της συλλογής (collection) αφετέρου. Χωρίς το τελευταίο, ο αριθμός θα ήταν μια αφαίρεση, με τον τρόπο χορήγησής του να παραμένει τόσο ασαφής όσο η παραγωγή των Ιδεών του Πλάτωνα. Έτσι ο Husserl συνέχισε να διατηρεί τον στενότερο δυνατό δεσμό με την επιστήμη της ψυχολογίας, από τη στιγμή που αποκαθάρθηκε από τις «νατουραλιστικές» προκαταλήψεις της. Η υπερβατολογική φαινομενολογία και η υπερβατολογική ψυχολογία δεν ήταν πλέον δύο ξεχωριστοί επιστημονικοί κλάδοι.

Η ανθρωπολογική, εγκόσμια ποικιλία της συστοιχίας, προειδοποίησε ο Husserl, δεν πρέπει να συγχέεται με το υπερβατολογικό-φαινομενολογικό είδος. Γιατί όμως ήταν αναγκαία αυτή η προειδοποίηση; Δεν είναι αλήθεια ότι οι άνθρωποι δεν είναι πιθανόν να υποστούν οποιαδήποτε τέτοια σύγχυση απλώς και μόνο επειδή γνωρίζουν μόνο ένα τύπο συστοιχίας, δηλαδή αυτόν που ο Husserl μόλις χαρακτήρισε ανθρωπολογικό και εγκόσμιο; Πράγματι, όπως το είδε ο Husserl, αυτός ήταν ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι παρασύρθηκαν να αρνηθούν την ύπαρξη του προβλήματος. Σίγουρα η προειδοποίηση του Husserl προοριζόταν τόσο για προχωρημένους μαθητές όσο και για συναδέλφους φαινομενολόγους, μερικοί από τους οποίους τον είχαν ακολουθήσει πολύ στενά, αν και όχι πέρα ​​από το «παράδοξο». Ο Χούσερλ έπρεπε να συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο τρόπος άρνησης διαδόθηκε όχι μόνο μεταξύ των σχετικά νεοφερμένων στη φαινομενολογία. Όχι μόνο φιλόσοφοι διαφορετικών σχολών, αλλά πολλοί συνάδελφοι φαινομενολόγοι διαχώρισαν τη θέση τους μαζί του στο ζήτημα της εμμονικής του ριζοσπαστικοποίησης της μεθόδου της αναγωγής. Παρά τον ισχυρισμό για αυστηρή επιστημονική θεμελίωση κάθε γνώσης, υπάρχει αυτό που μπορούμε να αποκαλέσουμε το ανεξήγητο παράδοξο του ίδιου του Husserl. Μπορεί να είναι η παλιά ερώτηση για την έναρξη της φιλοσοφίας, την οποία όμως ο Husserl, ακριβώς, δεν θεμελίωσε στη φιλοσοφία. Ήταν περισσότερο σαν ένα «άλμα» στη φιλοσοφία από κάποια άλλη προέλευση. Κι όμως ήταν γνωστό ότι αποκήρυσσε τη μεταφυσική, και ορκιζόταν στον βιόκοσμο ως το «καθολικό θεμέλιο» για τη [20] γένεση όλων των πραγματικών και δυνατών σημασιών. Απευθύνουμε το εξής ερώτημα στον Husserl:^23

Αν ο βιόκοσμος, ο πραγματικός κόσμος στον οποίο τόσο οι φιλόσοφοι όσο και οι μη φιλόσοφοι έχουν τη βάση τους για τη ζωή, είναι επίσης η μόνη βάση από την οποία αναδύεται όχι απλώς η ανώτερης τάξης επιστήμη, αλλά και η υψηλότερη σοφία της φιλοσοφίας, πώς παρακινήθηκε ο Husserl να επιτελέσει την epoche (εποχή), και να θέσει αυτόν τον κόσμο εκτός λειτουργίας, έτσι ώστε να επαναθεμελιώσει τη σημασία του; Πού είναι η προέλευση της ελευθερίας του του αποχωρισμού του εαυτού του από αυτή τη περιεκτική πηγή ενάργειας; Πού είναι η προέλευση της ενόρασης για έναν άλλο, πιο ιερό και υγιή κόσμο, διαφορετικό από αυτόν τον γεμάτο κρίση, εγκόσμιο κόσμο; Θα μπορούσε να είχε πάρει το μάθημα από άλλη πηγή εκτός από αυτόν τον πολύτιμο πλανήτη; Όταν οι περισσότεροι άλλοι φιλόσοφοι δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό το άλμα στο Λόγο, είχε την πίστη να ριψοκινδυνεύσει αυτό το άλμα. Γιατί, τελικά, ο Λόγος ήταν το μόνο πράγμα στο οποίο πίστευε.

^23 Το ερώτημα είναι δική μας διατύπωση. Ο Βέρνερ Μαρξ έθεσε μια παρόμοια ερώτηση, αλλά δεν ήταν στο συγκεκριμένο πλαίσιο του προβλήματος της συστοιχίας όπως το αναπτύξαμε εδώ. Βλ. W. Marx, «Vernunft und Lebenswet», στο Hermeneutik und Dialektik, ed. R. Bubner, K. Kramer, R. Wiehl (Tübingen: J.C.B. Mohr 1970), 224 ff.


Ο Husserl ήταν πεπεισμένος ότι το ισχυρό ξόρκι της φυσικής στάσης, που παίρνει τα πάντα ως αυτονόητα (self-evident), έπρεπε να σπάσει, για να δει το παράδοξο της συστοιχίας υποκειμένου-αντικειμένου υπό ένα νέο φως. Το παράδοξο, για να παραθέσω αυτή τη φορά τα λόγια του Husserl, συνίσταται στο γεγονός «ότι ο άνθρωπος (ή η ανθρωπότητα στην κοινοτική της ζωή) είναι υποκειμενικότητα για τον κόσμο και ταυτόχρονα υποτίθεται ότι είναι σε αυτόν με ένα αντικειμενικό και κοσμικό τρόπο.»^24 Η λέξη «για τον κόσμο» σημαίνει, πρέπει να το γνωρίζουμε αυτό τώρα, στέκομαι απέναντι του με τον τρόπο «απεμπλοκής» (“disengagement”) από αυτόν, σηματοδοτώντας έτσι ότι στην πραγματικότητα πάμε εναντίον του, δεν αποδεχόμαστε την ονομαστική του αξία. Ήταν επίσης πεπεισμένος ότι αυτό δεν ήταν πραγματικό παράδοξο, αλλά θα μπορούσε να επιλυθεί αλλάζοντας τη στάση μας, όπως η αλλαγή της ταχύτητας στην οδήγησή μας.

^24 Crisis, 262, υπογράμμιση δική μου.

Εν ολίγοις, το μόνο πιο δύσκολο θέμα, στο οποίο ακόμη και κάποιοι αφοσιωμένοι υποστηρικτές του Husserl, τον πρόδωσαν ήταν η αναζήτησή του για την απόλυτη προέλευση στη φιλοσοφία μέσω της προσφυγής στην υπερβατολογική αναγωγή. Ευτυχώς, οι Λογικές Έρευνες δεν χρειάστηκε να εγκλωβίσουν κανένα σε αυτό το θερμό σημείο. Δεν είναι περίεργο που οι άνθρωποι, ειδικά αυτά με τον περισσότερο αναλυτικό νου, ένιωθαν πιο άνετα με τον πρώιμο Husserl.

[Kah Kyung CHO, History and Substance of Husserl’s /Logical Investigations/ in HUSSERL’S /LOGICAL INVESTIGATIONS/ IN THE NEW CENTURY: WESTERN AND CHINESE PERSPECTIVES edited by KWOK-YING LAU and JOHN J. DRUMMOND, 2007, Springer]

psychologism ideality reality

Created Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2024

HUSSERL: Zahavi | psychologism: a confusion of ideality and reality [Dan Zahavi - HUSSERL'S PHENOMENOLOGY, Stanford University Press Stanford, California, 2003]

The very possibility of /repeating /the same meaning in numerically different acts is in itself a sufficient argument to refute psychologism as a confusion of ideality and reality. If ideality were really reducible to or susceptible to the influence of the temporal, real, and subjective nature of the psychical act, it would be impossible to repeat or share meaning, just as it is impossible to repeat a concrete psychical act the moment it has occurred, not to speak of sharing it with others. (We can of course perform a /similar /act, but similarity is not identity.) But if this really were the case, scientific knowledge as well as ordinary communication and understanding would be impossible (Hua 18/194). Thus, Husserl can argue that psychologism entails a self-refuting skepticism. To attempt a naturalistic and empiristic reduction of ideality to reality is to undermine the very possibility of any theory, including psychologism itself.

As already mentioned, along with his rejection of psychologism Husserl also tries to specify the conditions that have to be fulfilled if knowledge is to be possible, and he distinguishes between two types of ideal and a priori conditions of possibility: the /objective /(logical) and the /subjective /(noetic) (Hua 18/240). The objective conditions are the fundamental principles, structures, and laws that constitute the a priori foundation for any possible theory and that cannot be violated without violating the very concept of theory. Husserl here mentions the demand for consistency and noncontradiction (Hua 18/119). More surprisingly, however, Husserl also calls atten-


/The Early Husserl / 11

tion to the so-called /noetic /conditions of possibility. These are the conditions that have to be fulfilled if we are to speak of realized knowledge in the subjective sense. If the knowing subject did not possess an ability to distinguish between truth and falsity, between validity and nonvalidity, fact and essence, evidence and absurdity, then objective and scientific knowledge would not have been possible either (Hua 18/240, 3/127). It might be tempting to ask if this does not lead Husserl back into a kind of psychologism, but obviously consciousness can be investigated by disciplines other than empirical psychology, and as Husserl emphasizes, he is not interested in real or causal conditions of possibility, but in ideal ones. That is, his aim is not to discover the factual psychological or neurological conditions that have to be fulfilled if members of Homo sapiens sapiens are actually and in fact to attain knowledge, but to explore the abilities that any subject (regardless of its empirical or material constitution) has to be in possession of if it is to be capable of knowledge (Hua 18/119, 240).

This opening toward subjectivity becomes even more manifest if one takes the step from the /Prolegomena /to the second part of /Logische Untersuchungen. /The central and positive task of the /Prolegomena /was to show that objectivity and scientific knowledge presuppose ideality. Even if it is impossible to reconcile scientific objectivity with a psychological foundation of logic, one is however still confronted with the apparent paradox that objective truths are known in subjective acts of knowing. And, as Husserl points out, this relation between the objective ideality and the subjective act has to be investigated and clarified if we wish to attain a more substantial understanding of the possibility of knowledge. We need to determine how the idealities are justified and validated by an epistemic agent.

Husserl's distinction between the ideal and the real is in many ways similar to Gottlob Frege's distinction. But the very important difference between the phenomenological and the Fregean criticism of psychologism is that Husserl believed it to be necessary to follow up on this criticism by way of an analysis of intentionality, and this interest in subjectivity and the first-person perspective is not shared by Frege.^3

According to Husserl, psychologism can be radically overcome only if it is possible to present an alternative account of the status of logic and objectivity. But in order to do so, it is necessary to pay direct attention to the ideal objects themselves, and not merely make do with empty and speculative hypotheses. This requires a return to the things themselves, to base


12 /The Early Husserl/

our considerations only on that which is actually /given. /To phrase it differently, if we are to examine in a nonprejudicial manner what ideality or reality is, we need to pay attention to its experiential givenness. But in order to do so it will also be necessary to undertake an investigation of consciousness, since it is only in, or rather for, consciousness that something can appear. Thus, if we wish to clarify the true status of ideal logical principles or real physical objects we have to turn toward the subjectivity that experiences these principles and objects, for it is only there that they show themselves as what they are (Hua 19/9-13, 3/111, 3/53). Consequently, the answers to the fundamental questions that we find in epistemology and in the theory of science call for an 'unnatural' change of interest. Instead of paying attention to the objects, we must reflect on, thematize, and analyze the acts of consciousness. It is only in this way that we will be able to reach an understanding of the relation between the act of knowing and the object of knowledge (Hua 19/14).

Despite Husserl's strong criticism of psychologism, his interest in the fundamental problems of epistemology made it necessary for him to return to consciousness. Occasionally, /Logische Untersuchungen/ has been described as a deeply divided work: /Prolegomena zur reinen Logik /is characterized by the criticism of psychologism, whereas /Untersuchungen zur Phänomenologie und Theorie der Erkenntnis /culminates in a descriptive analysis of consciousness—but as Husserl writes in the new preface to the second edition of /Logische Untersuchungen, /the opposition is more apparent than real. We are dealing with a work consisting of a series of systematically related investigations that approach an increasingly complex level of reflection. And only a superficial reading could lead to the misunderstanding that the work should commit itself to a new type of psychologism (Hua 18/11, 19/535, 24/201). Although Husserl himself in the first edition had been so imprudent to characterize phenomenology as a /descriptive psychology/, he soon realized that this was a serious mistake (Hua 22/206-208), for he was interested neither in an analysis of the psycho-physical constitution of man, nor in an investigation of empirical consciousness, but in an understanding of that which intrinsically and in principle characterizes perceptions, judgments, feelings, and so forth (Hua 19/23, 357, 22/206-208).

Let me briefly summarize the account given so far. Husserl criticizes the psychologistic attempt to reduce ideality to psychical processes. A proper analysis shows the irreducible difference between the act of knowing and


/The Early Husserl /13

the object of knowledge (in this case, the laws of logic). This difference must be maintained, although there remains a connection between the two, a connection that an adequate analysis has to explore if it is not to make do with empty postulates. If one wants to understand ideality, one ultimately has to return to the conscious acts in which it is given. This return to subjectivity is not a relapse back into psychologism, however. First of all, there is no attempt to /reduce /the object to the acts, but only an attempt to understand the object in /relation /or /correlation /to the acts. Secondly, Husserl wants to /understand /and /describe /the a priori structure of these acts. He is not interested in a naturalistic /explanation /that seeks to uncover their biological genesis or neurological basis.

psychologism ideality reality el

Created Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2024

ψυχολογισμός: σύγχυση ιδεατότητας και πραγματικότητας

Η ίδια η δυνατότητα επανάληψης της ίδιας σημασίας σε αριθμητικά διαφορετικά ενεργήματα είναι από μόνη της ένα επαρκές επιχείρημα για να αντικρούσουμε τον ψυχολογισμό ως σύγχυση ιδεατότητας και πραγματικότητας. Αν η ιδεατότητα αναγόταν ή υπόκειντο πραγματικά στην επίδραση της χρονικής, πραγματικής και υποκειμενικής φύσης του ψυχικού ενεργήματος, θα ήταν αδύνατο να επαναλάβουμε ή να μοιραστούμε τη σημασία, όπως είναι αδύνατο να επαναλάβουμε ένα συγκεκριμένο ψυχικό ενέργημα τη στιγμή που έχει συμβεί, για να μην μιλήσουμε για τη μοιρασιά του με άλλα. (Μπορούμε φυσικά να επιτελέσουμε ένα όμοιοενέργημα, αλλά η ομοιότητα δεν είναι ταυτότητα.) Αλλά αν όντως ήταν έτσι, η επιστημονική γνώση καθώς και η συνηθισμένη επικοινωνία και κατανόηση θα ήταν αδύνατες (Hua 18/194). Έτσι, ο Husserl μπορεί να υποστηρίξει ότι ο ψυχολογισμός συνεπάγεται έναν αυτοδιαψευδόμενο σκεπτικισμό. Το να επιχειρήσουμε μία νατουραλιστική και εμπειριστική αναγωγή της ιδεατότητας στην πραγματικότητα σημαίνει να υπονομεύσουμε την ίδια τη δυνατότητα οποιασδήποτε θεωρίας, συμπεριλαμβανομένου του ίδιου του ψυχολογισμού.

Όπως ήδη αναφέρθηκε, μαζί με την απόρριψη του ψυχολογισμού ο Husserl προσπαθεί επίσης να καθορίσει τις συνθήκες που πρέπει να πληρούνται εάν η γνώση πρόκειται να είναι δυνατή, και διακρίνει μεταξύ δύο τύπων ιδεατών και a priori συνθηκών δυνατότητας: τον αντικειμενικό (λογικό) και τον υποκειμενικό (νοητικό) (Hua 18/240). Οι αντικειμενικές συνθήκες είναι οι θεμελιώδεις αρχές, δομές και νόμοι που αποτελούν τα a priori θεμέλια για οποιαδήποτε δυνατή θεωρία, και αυτό δεν μπορεί να παραβιαστεί χωρίς να παραβιαστεί η ίδια η έννοια της θεωρίας. Ο Husserl εδώ αναφέρει την απαίτηση για συνέπεια και μη αντίφαση (Hua 18/119). Όλως παραδόξως, ωστόσο, ο Husserl εφιστά επίσης την προσοχή [11] στις λεγόμενες νοητικές (noetic) συνθήκες δυνατότητας. Αυτές είναι οι συνθήκες που πρέπει να εκπληρωθούν για να μιλάμε για πραγματοποιημένη γνώση με την υποκειμενική έννοια. Αν το γνωστικό υποκείμενο δεν κατείχε την ικανότητα να διακρίνει μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, μεταξύ εγκυρότητας και μη εγκυρότητας, γεγονότος και ουσίας, ενάργειας και παραλογισμού, τότε δεν θα ήταν δυνατή ούτε η αντικειμενική και επιστημονική γνώση (Hua 18/240, 3/127). Ίσως είναι δελεαστικό να ρωτήσουμε αν αυτό δεν οδηγεί τον Husserl ξανά σε ένα είδος ψυχολογισμού, αλλά προφανώς η συνείδηση μπορεί να διερευνηθεί από κλάδους άλλους από την εμπειρική ψυχολογία, και όπως τονίζει ο Husserl, δεν τον ενδιαφέρουν οι πραγματικές ή οι αιτιακές συνθήκες δυνατότητας, αλλά οι ιδεατές. Δηλαδή, σκοπός του δεν είναι να ανακαλύψει τις γεγονικές ψυχολογικές ή νευρολογικές συνθήκες που πρέπει εκπληρωθούν εάν τα μέλη του Homo sapiens sapiens πρόκειται, ενεργεία και γεγονικά, να αποκτήσουν γνώση, αλλά να εξερευνήσουμε τις ικανότητες που κάθε υποκείμενο (ανεξάρτητα από την εμπειρική ή υλική του σύσταση) πρέπει να κατέχει αν πρόκειται να είναι ικανό για γνώση (Hua 18/119, 240).

Αυτό το άνοιγμα προς την υποκειμενικότητα γίνεται ακόμη πιο φανερό αν μεταβούμε από τα Προλεγόμενα στο δεύτερο μέρος των Logische Untersuchungen. Το κεντρικό και θετικό έργο των Προλεγομένων ήταν να δείξουν ότι η αντικειμενικότητα και η επιστημονική γνώση προϋποθέτουν την ιδεατότητα. Ακόμα κι αν είναι αδύνατο να συμβιβαστεί η επιστημονική αντικειμενικότητα με μία ψυχολογική θεμελίωση της λογικής, εξακολουθούμε, ωστόσο, να αντιμετωπίζουμε το φαινομενικό παράδοξο ότι οι αντικειμενικές αλήθειες γίνονται γνωστές σε υποκειμενικά ενεργήματα γνώσης. Και, όπως επισημαίνει ο Husserl, αυτή η σχέση μεταξύ της αντικειμενικής ιδεατότητας και του υποκειμενικού ενεργήματος, πρέπει να διερευνηθεί και να διασαφηνισθεί, εάν επιθυμούμε να επιτύχουμε μια πιο ουσιαστική κατανόηση της δυνατότητας γνώσης. Πρέπει να καθορίσουμε πώς οι ιδεατότητες δικαιολογούνται και επικυρώνονται από έναν γνωσιολογικό δρώντα.

Η διάκριση του Husserl μεταξύ του ιδεατού και του πραγματικού είναι από πολλές απόψεις παρόμοια με τη διάκριση του Gottlob Frege. Αλλά η πολύ σημαντική διαφορά μεταξύ της φαινομενολογικής και της φρεγκεανής κριτικής του ψυχολογισμού, είναι ότι ο Husserl πίστευε ότι ήταν αναγκαίο να δοθεί συνέχεια σε αυτή την κριτική μέσω μιας ανάλυσης της αποβλεπτικότητας, και αυτό το ενδιαφέρον για την υποκειμενικότητα και την οπτική του πρώτου προσώπου δεν μοιράζεται από τον Frege.^3

Σύμφωνα με τον Husserl, ο ψυχολογισμός μπορεί να ξεπεραστεί ριζικά μόνο αν είναι δυνατό να παρουσιαστεί ένας εναλλακτικός απολογισμός του στάτους της λογικής και της αντικειμενικότητας. Αλλά για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να δώσουμε απευθείας προσοχή στα ίδια τα ιδεατά αντικείμενα και όχι απλώς να αρκεστούμε με κενές και εικοτολογικές υποθέσεις. Αυτό απαιτεί μια επιστροφή στα ίδια τα πράγματα, να βασίσουμε [12] τις σκέψεις μας μόνο σε αυτό που είναι ενεργεία χορηγημένο. Για να το εκφράσουμε διαφορετικά, αν πρόκειται να εξετάσουμε με μη προκατειλημμένο τρόπο, τι είναι η ιδεατότητα ή η πραγματικότητα, πρέπει να δώσουμε προσοχή στη εμπειρική της χορήγηση. Αλλά για να γίνει αυτό θα χρειαστεί επίσης να αναλάβουμε μια διερεύνηση της συνείδησης, αφού είναι μόνο στην, ή μάλλον για την, συνείδηση που κάτι μπορεί να εμφανιστεί. Έτσι, αν θέλουμε να διασαφηνίσουμε το πραγματικό στάτους των ιδεατών λογικών αρχών ή των πραγματικών φυσικών αντικειμένων, πρέπει να στραφούμε προς την υποκειμενικότητα που βιώνει αυτές τις αρχές και τα αντικείμενα, γιατί μόνο εκεί δείχνουν τον εαυτό τους ως αυτό που είναι (Hua 19/9-13, 3/111, 3/53). Κατά συνέπεια, οι απαντήσεις στα θεμελιώδη ερωτήματα που βρίσκουμε στη γνωσιολογία και στη θεωρία της επιστήμης καλούν για μια «αφύσικη» αλλαγή ενδιαφέροντος. Αντί να δίνουμε προσοχή στα αντικείμενα, πρέπει να αναστοχαστούμε, να θεματοποιήσουμε και να αναλύσουμε τα ενεργήματα της συνείδησης. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να φτάσουμε σε μια κατανόηση της σχέσης μεταξύ του ενεργήματος της γνώσης και του αντικειμένου της γνώσης (Hua 19/14).

Παρά την έντονη κριτική του Husserl στον ψυχολογισμό, το ενδιαφέρον του για τα θεμελιώδη προβλήματα γνωσιολογίας έκαναν αναγκαίο για αυτόν να επιστρέψει στη συνείδηση. Περιστασιακά, οι Logische Untersuchungen έχουν περιγραφεί ως ένα βαθιά διχασμένο έργο: τα Prolegomena zur reinen Logik χαρακτηρίζεται από την κριτική του ψυχολογισμού, ενώ οι Untersuchungen zur Phänomenologie und Theorie der Erkenntnis κορυφώνονται με μια περιγραφική ανάλυση της συνείδησης — αλλά όπως γράφει ο Husserl στο νέο πρόλογο στη δεύτερη έκδοση των Logische Untersuchungen, η αντίθεση είναι περισσότερο φαινομενική παρά πραγματική. Έχουμε να κάνουμε με ένα έργο που αποτελείται από μια σειρά συστηματικά σχετικών ερευνών που προσεγγίζουν ένα όλο και πιο σύνθετο επίπεδο αναστοχασμού. Και μόνο μια επιφανειακή ανάγνωση θα μπορούσε να οδηγήσει στην παρανόηση ότι το έργο θα έπρεπε να δεσμευθεί με έναν νέο τύπο ψυχολογισμού (Hua 18/11, 19/535, 24/201). Αν και ο ίδιος ο Husserl στην πρώτη έκδοση ήταν τόσο ασύνετος ώστε να χαρακτηρίσει τη φαινομενολογία ως περιγραφική ψυχολογία, σύντομα συνειδητοποίησε ότι επρόκειτο για σοβαρό λάθος (Hua 22/206-208), καθώς δεν ενδιαφερόταν ούτε για την ανάλυση της ψυχοφυσικής συγκρότησης του ανθρώπου, ούτε για μια διερεύνηση της εμπειρικής συνείδησης, αλλά για μια κατανόηση αυτού που εγγενώς και κατ' αρχήν χαρακτηρίζει τις αντιλήψεις, τις κρίσεις, τα συναισθήματα και ούτω καθεξής (Hua 19/23, 357, 22/206-208).

Επιτρέψτε μου να συνοψίσω εν συντομία τον απολογισμό που δόθηκε μέχρι τώρα. Ο Husserl επικρίνει την ψυχολογιστική προσπάθεια να αναχθεί η ιδεατότητα σε ψυχικές διεργασίες. Μια κατάλληλη ανάλυση δείχνει την μη αναγώγιμη διαφορά μεταξύ του ενεργήματος της γνώσης και [13] του αντικειμένου της γνώσης (σε αυτή την περίπτωση, τους νόμους της λογικής). Αυτή η διαφορά πρέπει να διατηρηθεί, αν και παραμένει μια σύνδεση μεταξύ των δύο, μια σύνδεση που πρέπει να διερευνήσει μια επαρκής ανάλυση αν δεν είναι να αρκεστούμε σε κενά αξιώματα. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την ιδεατότητα, πρέπει να επιστρέψουμε τελικά στα συνειδητά ενεργήματα στα οποία δίνεται. Αυτή η επιστροφή στην υποκειμενικότητα δεν είναι όμως μια υποτροπή στον ψυχολογισμό. Πρώτα απ 'όλα, δεν υπάρχει προσπάθεια αναγωγής του αντικειμένου στα ενεργήματα, αλλά μόνο μια προσπάθεια κατανόησης του αντικειμένου στη σχέση του ή στη συστοιχία του με τα ενεργήματα. Δεύτερον, ο Husserl θέλει να κατανοήσει και να περιγράψει την a priori δομή αυτών των ενεργημάτων. Δεν ενδιαφέρεται για μια νατουραλιστική εξήγηση που επιδιώκει να αποκαλύψει τη βιολογική γένεση τους ή τη νευρολογική βάση τους.

[Dan Zahavi - HUSSERL'S PHENOMENOLOGY, Stanford University Press Stanford, Καλιφόρνια, 2003]

Generated at: 2026-06-05 02:50:22