Fink Cairns Conversations el

Created Σάββατο 23 Μαΐου 2026

Cairns, Dorion (1976). Conversations with Husserl and Fink. The Hague: M. Nijhoff. Edited by Edmund Husserl & Eugen Fink.

XL

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 28/12/31

[Conversations with Husserl and Fink: 61-63]

Ο Χούσερλ είπε ότι εργαζόταν πάνω στην πραγμάτωση ενός καθολικού βουλησιαρχισμού [universal voluntarism]. Αντιτίθεται στο να θεωρούνται ταξινομήσεις ενεργημάτων όπως εκείνες του Brentano ως αληθείς θεμελιώδεις διακρίσεις. Κάθε ενέργημα, καθόσον εκτελείται από το εγώ, είναι μια απόφαση, μια Bejahung, <κατάφαση>, και επιπλέον υπάρχει μία βουλητική όψη στα φαινόμενα υποβάθρου του νου. Υπάρχει ένα είδος Hintergrundsentscheidung <απόφαση υποβάθρου>, η οποία δεν είναι πλήρης εγωική απόφαση.

Όπως και αλλού στη φαινομενολογία, έτσι και εδώ η μέθοδος είναι εκείνη της περιγραφής των πιο προφανών φαινομένων του είδους που μας ενδιαφέρει και της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> προς τη συγκρότησή τους. Παραμερίζοντας τη φαινομενολογική αναγωγή μπορεί κανείς να πει ότι ζούμε συνεχώς μέσα σε έναν ήδη συγκροτημένο κόσμο πραγματικότητας και ότι συνεχώς «αναμιγνυόμαστε» μέσα σε αυτόν τον κόσμο, μεταβάλλοντάς τον ως αποτέλεσμα εκούσιων αποφάσεων. Ο κόσμος, ή μάλλον κάποιο μέρος του, δίδεται ως πραγματικά έτσι-και-έτσι. Εμείς αποφασίζουμε να τον κάνουμε διαφορετικό. Όταν λαμβάνουμε μια τέτοια απόφαση, η επιθυμητή κατάσταση schwebt vor uns60 ως πρακτική δυνατότητα, την οποία μέσω ενός εκούσιου fiat αποφασίζουμε να πραγματώσουμε. Αυτή η συνείδηση μιας Zustand <κατάστασης> ως πρακτικής δυνατότητας πρέπει να διακριθεί από μια απλή {62} συνείδηση μιας δυνατότητας μέσα στη φαντασία. Τη λέξη «fiat» ο Χούσερλ, είπε, την οφείλει στον William James, ο οποίος είχε την ικανότητα να εντοπίζει σημαντικά φαινομενολογικά δεδομένα, αλλά δεν έκανε πολλά με την αποβλεπτικότητα και έτσι έχασε το ουσιώδες στοιχείο του νου.

60 «Βρίσκεται σε εκκρεμότητα, αιωρείται μπροστά μας.»

Τα πιο προφανή βουλητικά φαινόμενα είναι εκείνα των παρόντων αποφάσεων. Μια πρώτη διάκριση που μπορούμε να κάνουμε μεταξύ των παρόντων αποφάσεων είναι η διάκριση ανάμεσα σε εκείνες που εκτελούνται αμέσως, π.χ. μια απόφαση να καπνίσω ένα τσιγάρο, και σε εκείνες που εκτελούνται στο μέλλον, π.χ. μια απόφαση να συναντήσω έναν φίλο αύριο στον σταθμό στις πέντε η ώρα. Στη δεύτερη τάξη αποφάσεων, η ήδη ληφθείσα απόφαση παραμένει σε ισχύ κατά τη διάρκεια του μεσοδιαστήματος, ακόμη κι αν δεν υπάρχει ενεργή εκτέλεση της απόφασης κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος. Το μεσοδιάστημα είναι ουσιώδες μέρος της βουλητικής διαδικασίας.

Εγώ είχα παρερμηνεύσει το νόημα αυτής της διαίρεσης μεταξύ μεσολαβημένα και αμέσως εκτελούμενων αποφάσεων, και έτσι αντέτεινα ότι μια διαδικασία όπως η απόφαση να πάρω ένα τσιγάρο και κατόπιν το να το πάρω, δεν ήταν μια άμεση εκτέλεση μιας απόφασης, αφού προϋπέθετε την εκτέλεση κινήσεων του χεριού και των δακτύλων πριν από την πραγματική λήψη. Αυστηρά μιλώντας, οι μόνες άμεσες εκτελέσεις αποφάσεων ήταν οι κινήσεις των σωματικών μας οργάνων. Αλλά ακόμη κι αυτές δεν είναι, υποστήριξα, άμεσες με αυστηρή έννοια, αφού αποτελούν τα μεσολαβημένα αποτελέσματα του πιο αληθινά άμεσου ελέγχου μας πάνω στη σειρά με την οποία προχωρούν ορισμένες σειρές κιναισθήσεων. Η διάκριση του Χούσερλ ήταν ανάμεσα σε διαδικασίες που περιλαμβάνουν μια αμέσως εκκινούμενη δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση μιας απόφασης και σε διαδικασίες όπου η πραγματωτική δραστηριότητα [realizing activity] προηγείται από ένα διάστημα στο οποίο δεν υπάρχει καμία δραστηριότητα προς την πραγματοποίηση εκείνης της συγκεκριμένης απόφασης.

Ο Χούσερλ απάντησε ότι, καθόσον ζούμε μέσα στη φυσική στάση, δεν έχουμε άμεση συνείδηση των ήδη beherrschte <κυριαρχημένων, ελεγχόμενων> κιναισθητικών πεδίων. Στις αποφάσεις μας δεν κατευθύνουμε την ενεργή συνειδητή βούλησή μας προς την πρόκληση ορισμένων ακολουθιών κιναισθήσεων, αλλά μάλλον προς τις μεταβολές στη φύση που επιθυμούμε να επιφέρουμε. Μόνο μέσω της Rückfrage <αναδρομικής διερώτησης, ερώτησης προς τα πίσω> φθάνουμε στις κιναισθήσεις.

Όταν κάποιος έχει εκτελέσει μια απόφαση, δεν υπάρχει περαιτέρω δραστηριότητα σε σχέση με εκείνη την απόφαση. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ενέργημα έπαψε πλέον να είναι ενέργημα βούλησης, αλλά μάλλον ότι έχει καταστεί ένα ιδιότυπα τροποποιημένο ενέργημα βούλησης, ένα ίζημα το οποίο {63} παραμένει ως διαρκής στάση και μπορεί να επανενεργοποιηθεί. Ως επανενεργοποιημένο μπορεί να ακυρωθεί από ένα νέο ενέργημα βούλησης, οπότε στο εξής διατηρείται ως ακυρωμένο. Εδώ ανήκουν τα φαινόμενα της μεταμέλειας.

XLI

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Reiner, 31/12/31

Ο Reiner μίλησε για τους «διαφορετικούς κόσμους» των πρωτόγονων και των πολιτισμένων ανθρώπων. Ο Χούσερλ είπε ότι, παρόλο που η φράση μπορεί να έχει ένα έγκυρο νόημα [good sense], είναι επικίνδυνη. Αυστηρά μιλώντας, είναι παράλογο να μιλά κανείς για δύο ή περισσότερους πραγματικούς κόσμους. Οι όροι δυνατότητας ακόμη και του φαινομενικού είναι άλλων νοών επαρκούν για να εγγυηθούν ότι όλοι οι νόες έχουν έναν ταυτόσημο κόσμο με μία ταυτόσημη μορφο-οντολογική δομή.

Ο Χούσερλ αντέτεινε ότι ο Heidegger δεν ανέφερε ούτε τον Avenarius ούτε τον Χούσερλ όταν μιλούσε για τη φυσική κοσμοεικόνα, αλλά την αντιμετώπιζε ως ζήτημα κοινής γνώσης και όχι ως κάτι που αναπτύχθηκε από αυτούς τους δύο φιλοσόφους. Ο Χούσερλ αναγνωρίζει το δικό του χρέος προς τον Avenarius.

Αφού φύγαμε από τον Χούσερλ, ο Reiner αντέτεινε ότι ο Χούσερλ είναι αδικαιολόγητα σκεπτικιστής σχετικά με την αποδοχή εκ μέρους του Reiner της υπερβατολογικής αναγωγής. Ο Reiner λέει ότι σε αυτό συντάσσεται με τον Χούσερλ μάλλον παρά με τον Heidegger, αλλά ότι κλίνει περισσότερο προς τη χαϊντεγκεριανή άποψη περί της φύσης του φυσικού κόσμου. (Vorhandenheit und Zuhandenheit <παρουσία-εκεί και προχειρότητα/διαθεσιμότητα-προς-χρήση>) Θεωρεί ότι ο Χούσερλ υπερτονίζει την επιδίωξη της Bewährung <επαλήθευσης, επιβεβαίωσης>.

XLII

Συνομιλία με τον Husserl και τον Fink, 5/1/32

Μιλώντας πάνω στο γενικό θέμα του καθολικού βουλησιαρχισμού, το οποίο είχε ανοίξει στις 28/12/31, ο Husserl παρατήρησε ότι κάθε ενέργεια (Handeln), όπως την συναντούμε, είναι ένα πράττειν που προϋποθέτει μια κατάσταση η οποία η ίδια προκύπτει από προηγούμενες ενέργειες, από προηγούμενα πράττειν. Αυτό φαίνεται να μας οδηγεί σε μια άπειρη παλινδρόμηση, αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί στην αναγκαία συγκρότηση καταστάσεων όπου υπάρχει μια δραστηριότητα, ένα πράττειν, το οποίο δεν προϋπέθετε προηγούμενα πράττειν. Τέτοιες καταστάσεις είναι εκείνες στις οποίες το εγώ, ας πούμε στην πρώιμη βρεφική ηλικία, έρχεται αντιμέτωπο με το αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα (hyletic flux), αλλά δεν έχει ακόμη συγκροτήσει ενεργητικά αντικείμενα, δεν έχει ακόμη συγκροτήσει κανένα από τα αντικειμενικά στρώματα που προϋποτίθενται για τη συγκρότηση των αντικειμένων. Το παιδί έχει, απέναντι στο υλαισθητικό ρεύμα, ένα λίγο-πολύ οργανωμένο κιναισθητικό ρεύμα, το οποίο εμφανίζει συσχετίσεις με το κιναισθητικό* ρεύμα. Παρότι αρχικά ανεξέλεγκτη, η κιναισθησία είναι ουσιωδώς ένα υποκειμενικό, βουλητικό ζήτημα. Αυτό που εννοεί ο Husserl με τον όρο κιναισθησία δεν είναι οι σωματικές αισθήσεις που συνοδεύουν την κίνηση ή τη μυϊκή ένταση, ούτε οι εσωτερικές αισθήσεις, αλλά μάλλον κάτι βουλητικό ή οιονεί βουλητικό που απομένει όταν αφαιρέσει κανείς τέτοιες αισθήσεις. Αυτό δεν μου ήταν σαφές προηγουμένως, όπως πιθανόν δείχνουν οι αναφορές μου από προηγούμενες συνομιλίες πάνω στο ζήτημα. Το βρέφος, όπως και ο ενήλικας, ωθείται στο να προκαλεί ενεργά εκείνες τις κιναισθητικές ακολουθίες οι οποίες φαίνεται να επιφέρουν τη διατήρηση ή την επανεμφάνιση κάποιου αξιολογημένου, κατ’ αρχάς κάποιου ευχάριστου. Όχι όμως ενός ευχάριστου «αντικειμένου» με την πλήρη έννοια — τέτοια αντικείμενα δεν έχουν ακόμη συγκροτηθεί — αλλά ενός ευχάριστου αισθήματος. Ολόκληρη η ψυχική ζωή καθορίζεται από μια τάση προς την πρόκληση ή τη συγκρότηση του διαρκούς, του ταυτόσημου με τον εαυτό του, του επαναλαμβανόμενου.

^* Πιθανότατα εννοούσα «υλαισθητικό» (hyletic).

XLIII

Συνομιλία με τον Husserl, 13/1/32

Το Sich auskennen <να γνωρίζει κανείς διεξοδικά κάτι, να είναι ειδήμων ή καλά εκπαιδευμένος σε κάτι>, όπως π.χ. στο παίξιμο του πιάνου, δεν είναι ζήτημα απλών νευρικών συνηθειών [nerve-habits], αλλά μάλλον ζήτημα ιζηματοποιημένων βουλητικών ενεργημάτων [precipitated voluntary acts], όλα ενωμένα σε μια σύνθετη δομή, στην οποία, ως σύνολο, αποδίδω τη συγκατάθεσή [fiat] μου όταν αρχίζω να παίζω. Δεν χρειάζεται να αποδώσω τη συγκατάθεσή μου άμεσα σε καθένα από τα υπαγόμενα ενεργήματα.

{65} Μέσω της μεθόδου της Abbau <αποδόμηση> οδηγούμαστε όχι μόνο στη διάκριση δομικών επιπέδων αλλά και στην «ανακατασκευή» μιας πραγματικής χρονικής διαδικασίας στην οποία τα κατώτερα επίπεδα προηγήθηκαν των ανώτερων. Έτσι ανασυγκροτούμε μια περίοδο στη ζωή του ατόμου κατά την οποία δεν είχε ακόμη πραγματοποιήσει θεσμίζοντα (stiftende) ενεργήματα, αλλά όπου υπήρχε αφενός ένα αντικειμενικό αυτοσυγκροτούμενο υλαισθητικό ρεύμα και αφετέρου μια υποκειμενική «κιναισθητική» ορμή, η οποία ήταν ενστικτώδης, χωρίς συνείδηση σκοπού. Υπήρχαν επίσης πρωτογενή στοιχεία αισθήματος, μη προσδεδεμένα σε αντικείμενα, αφού δεν υπήρχαν ακόμη αντικείμενα. Αυτή η ενορμητική δραστηριότητα [conative activity] κατευθύνεται προς το υλαισθητικό ρεύμα [hyletic flux] και προσδιορίζεται προς την ταυτοποίηση και τη διατήρηση του ευχάριστου. Όταν τυχαία εγκαθιδρύει έναν «επιτυχή» (προκαλούντα ευχαρίστηση, διατηρητικό, ενισχυτικό) τύπο διεργασιών (Verlaufstypus), τότε γίνεται σκοποθετημένη (zielbewusst) και γίνεται μια ορμή περισσότερο όμοια με εκείνη που γνωρίζουμε.

Η διάκριση ύλης και μορφής εμφανίζεται στον ήδη αυτοσυγκροτημένο άνθρωπο μέσα στον κόσμο τον οποίο έχει συγκροτήσει, ως η διάκριση μεταξύ φύσης και νου. Η φαινομενολογία, αποκαλύπτοντας το έργο του νου στη συγκρότηση της φύσης και του νου, μεταφέρει τη διάκριση πίσω στο πιο πρωτογενές επίπεδο που αναφέρθηκε παραπάνω, αλλά εκεί η διάκριση πρέπει να παραμείνει ως θεμελιώδης.

LII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 6/5/32

Ο Χούσερλ μου διάβασε από ένα στενογραφικό χειρόγραφο σχετικά με τη συγκρότηση των φυσικών αντικειμένων στην αντίληψη, πρωτίστως σχετικά με τη συγκρότησή τους στην οπτική αντίληψη. Το πρώτο μέρος εξέταζε τη σειρά των εμφανίσεων ενός αντικειμένου, ως εγγύτερου ή απομακρυσμένου. Κάθε εμφάνιση του αντικειμένου ως περισσότερο απομακρυσμένου δεν είναι μόνο μια εμφάνιση του αντικειμένου αλλά επίσης μια εμφάνιση της εμφάνισης του αντικειμένου ως εγγύτερου. Έτσι υπάρχει, στη σχετική σειρά, μια αναλογία με τη σειρά των χρονικών στιγμών στον εσωτερικό {72} χρόνο, καθεμιά από τις οποίες δεν είναι μόνο η ίδια αλλά και μια συγκράτηση (retention) καθεμιάς από τις προγενέστερές της. Η σειρά των εμφανίσεων του αντικειμένου έχει (1) ένα απομακρυσμένο όριο, πέρα από το οποίο το αντικείμενο δεν εμφανίζεται πλέον καθόλου, δηλαδή πέρα από το οποίο δεν υπάρχουν πλέον εμφανίσεις, και (2) ένα εγγύς όριο, το όριο της βέλτιστης σαφήνειας και διακριτότητας. Το τελευταίο είναι πρωτίστως ένα πραγματικό όριο και όχι ένα ιδεατό. Είναι νοητό το αντικείμενο να εμφανίζεται ως ακόμη «εγγύτερο», δηλαδή σαφέστερο, απ’ ό,τι εμφανίζεται στο σημείο όπου είναι πραγματικά μεγιστοποιημένα σαφές. Τα μικροσκόπια είναι όργανα για να φέρνουν το αντικείμενο ακόμη «εγγύτερα». Τώρα, όλες οι εμφανίσεις σε μια τέτοια σειρά είναι εμφανίσεις του αντικειμένου, και το ίδιο το αντικείμενο είναι το ιδεώδες προς το οποίο αυτές προσεγγίζουν — ή μήπως θα έπρεπε να πούμε ότι δεν υπάρχει αντικείμενο, κανένα ιδεατό όριο; Ο Χούσερλ απορρίπτει το τελευταίο, πιθανώς επειδή, εφόσον κάθε εμφάνιση δίδεται ως εμφάνιση κάποιου, υπάρχει ένα αντικείμενο, μη δυνάμενο να δοθεί το ίδιο με τον ίδιο τρόπο, αλλά μάλλον ακριβώς ως ένα καντιανό ιδεώδες.

Το δεύτερο μέρος επιχειρούσε να διακρίνει μεταξύ αντικειμένων τα οποία συγκροτούνται στο άμεσο περιβάλλον μας μέσω σειρών εμφανίσεων ως μακρινών και εγγύς, και «αντικειμένων» τα οποία συγκροτούνται χωρίς τέτοια ποικιλία στις εμφανίσεις τους, π.χ. τα ουράνια σώματα. Αφομοιώνουμε τα τελευταία στον τύπο που συγκροτείται στο άμεσο περιβάλλον μας και σκεπτόμαστε μια πραγματικά αδύνατη αλλά νοητή προσέγγιση (του σώματος προς εμάς ή δική μας προς το σώμα), η οποία θα έδιδε το σώμα σαφέστερα και διακριτότερα — θα το έδιδε ως εγγύτερο.^* Στην περίπτωση του ήλιου, της σελήνης και των πλανητών, αυτή η προσέγγιση επιτυγχάνεται πράγματι με τηλεσκόπια.

^* Ενώ, αν δεν είχαμε πρώτα συγκροτήσει εγγύς αντικείμενα, δεν θα μπορούσαμε να συγκροτήσουμε καθόλου αντικείμενα.

Ένα μακρινό βουνό συγκροτείται για εμάς ουσιωδώς με τον ίδιο τρόπο· εκτός αν διανύσουμε μεγάλες αποστάσεις, δεν υπάρχει μεταβολή στην εμφάνιση, ή μάλλον δεν υπάρχει μεταβολή του είδους εκείνου που επιφέρει η προσέγγιση στις εμφανίσεις των εγγύς αντικειμένων. Ωστόσο, μεγάλες αποστάσεις που διανύονται επιφέρουν πράγματι τέτοιες μεταβολές, και έτσι εδώ το σημαντικό στοιχείο είναι ο ρυθμός (tempo) της μεταβολής. Είπα ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για το πόση κιναισθησία πρέπει να διανυθεί ώστε να προκύψει ένα ορισμένο κβάντο μεταβολής στην εμφάνιση, πράγμα με το οποίο ο Χούσερλ συμφώνησε, αλλά πρόσθεσε ότι η έννοια του ρυθμού δεν μπορούσε να αποφευχθεί. Στον εμμενή χρόνο μία περίπτωση ενός δεδομένου τύπου κιναισθητικής διεργασίας μπορεί να διανυθεί ταχύτερα από μια άλλη περίπτωση, η οποία είναι, εκτός από τον ρυθμό της, ταυτόσημη.

{73} Τότε ρώτησα αν η διάκριση νόησης ‒ ύλης (hyle) ήταν μια πραγματική διχοτομία των εμμενών συστατικών των Erlebnisse <νοητικών βιωμάτων ή συμβάντων>, ή αν ίσως η κιναισθησία σχημάτιζε μια τρίτη τάξη. Απάντησε, πρώτα απ’ όλα, ότι παρόλο που είχε προσπαθήσει να διακρίνει απότομα την κιναισθησία από την ύλη, εντούτοις υπάρχουν σε ορισμένες περιπτώσεις υλητικά συνοδά τα οποία συνοδεύουν κατ’ ανάγκην την κιναισθησία. Είπα, ας τα αφήσουμε αυτά εκτός λογαριασμού. Είπε τότε ότι το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι πως η κιναισθησία είναι η πρωταρχική μορφή του «εγώ πράττω».

Συνέχισε με το χειρόγραφο, και έπειτα παρεξέκλινε σε μια έκθεση για τον σχηματισμό ταυτόσημων κηλίδων στο υλητικό πεδίο. Αυτό προϋποθέτει τη σύνθεση του πεδίου στη βάση της Paarung <σύζευξης>, και την Abhebung <ανάδυση, προβολή/εξέχουσα διαφοροποίηση> της κηλίδας στη βάση μιας δευτερογενούς ποικιλότητας: δευτερογενούς υπό την έννοια ότι προϋποθέτει την προκαταρκτική συγκρότηση ενός πεδίου στη βάση της ομοιότητας. Σε κάθε πεδίο συγκροτείται, μαζί με τα δεδομένα του, η χρονική μορφή κάθε δεδομένου, και έτσι η χρονική μορφή εκείνου του πεδίου. Θεωρεί ως ιδιαίτερο πρόβλημα το πώς πρόκειται να εγκαθιδρυθεί η ταυτοχρονία μεταξύ δεδομένων σε χωριστά πεδία. Υπάρχει πλήρης ετερογένεια όσον αφορά το περιεχόμενο. Η οπτική και η απτική ύλη σχηματίζουν τα χωριστά τους πεδία, τα οποία δεν είναι μέρη κάποιας ανώτερης υλητικής ενότητας, κάποιου πεδίου που να περιλαμβάνει και τα δύο αυτά πεδία. Αλλά οι χρονικές μορφές, ταυτόσημες και στα δύο πεδία, σχηματίζουν μια βάση για Paarung, και, επειδή δεν υπάρχει βασική ομοιότητα μεταξύ οπτικού και απτικού, δεν μπορεί να υπάρξει ούτε ασυνέπεια (όπως μεταξύ κόκκινου και μπλε, ή μεταξύ τραχέος και λείου)· συνεπώς μπορούν να συγχωνευθούν σε ένα αντικείμενο. (Μπορεί να είναι κόκκινο και λείο στο ίδιο σημείο, αλλά όχι κόκκινο και μπλε.)

LVII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 4/6/32

[...]

Ο Χούσερλ αναθεώρησε τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία. Τώρα θα διέκρινε μεταξύ της διαδικασίας της βούλησης και της κιναισθητικής διαδικασίας. Μια εκούσια επανενθύμηση [voluntary recollection] είναι μια διαδικασία βούλησης, αλλά δεν έχει κανένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό. Από την άλλη πλευρά, μια εκούσια κίνηση είναι μια διαδικασία βούλησης, η οποία έχει ένα ειδικό κιναισθητικό συνοδό, και ένα ειδικό υλητικό (αισθητηριακό) συνοδό. Η εκούσια επανενθύμηση και η εκούσια κίνηση είναι όμοιες στο ότι καθεμία έχει ως συστατικό μια βουλητική διαδικασία. Αλλά δεν υπάρχει κιναισθησία στην επανενθύμηση. ([Μήπως] ελέγχω τη φαντασματική τροποποίηση της αισθητηριακής ύλης [sensation-hyle] άμεσα, όπως ελέγχω άμεσα την κιναισθησία του σώματος; Ή υπάρχει μια φαντασματική τροποποίηση της κιναισθησίας, και είναι αυτή που ελέγχω άμεσα; Τι συμβαίνει με τη βούληση να στρέψω την προσοχή στη μνήμη; Με το να «μεταβώ» από την προσοχή στο αντιληπτό στην προσοχή στο αναμνησμένο;) Ο χαρακτήρας της κιναισθησίας είναι ότι πρόκειται για μια άμεσα ελεγχόμενη ή μάλλον ελέγξιμη διαδικασία και ότι έχει μια αμετάβλητη σύνδεση με υλητικές διαδικασίες, έτσι ώστε να αποκτούμε έναν ορισμένο έμμεσο έλεγχο πάνω τους, ή πάνω στον τρόπο με τον οποίο μεταβάλλονται.

Ο Χούσερλ αναγνώρισε ρητά ότι αυτό ήταν διαφορετικό από ό,τι είχε πει προηγουμένως σχετικά με την ύλη, την κιναισθησία και τη βούληση.

LVIII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, πρωί, 8/6/32

Η φυσική στάση είναι μια στάση του υπερβατολογικού εγώ, ακριβώς όπως είναι και η υπερβατολογική στάση. (Στη φυσική στάση το υπερβατολογικό εγώ, όταν αναστοχάζεται, βλέπει τον εαυτό του όχι ως υπερβατολογικό εγώ αλλά ως φυσικό εγώ.)

{84} Απόγευμα.

Το προδιαγραφόμενο μέλλον [protended future] δίδεται με έναν τρόπο που δεν είναι «συμμετρικός» προς τον τρόπο με τον οποίο δίδεται το συγκρατημένο και ανακληθέν παρελθόν [retained and recollected past]. Ενώ το παρελθόν δίδεται άμεσα, το μέλλον δίδεται σε μια αναπαράσταση. Το παρελθόν είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρόντος· το μέλλον είναι μια αποβλεπτική τροποποίηση ενός παρελθόντος, δηλαδή μια τροποποίηση δευτέρου βαθμού ενός παρόντος. (Αυτό που θα είναι παρελθόν παρόν;)

Ο Χούσερλ είπε ότι είχε την τάση να αναθεωρήσει εκ νέου τη θέση του σχετικά με την κιναισθησία.

LIX

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 13/6/32

Το θέμα βρισκόταν στο πεδίο της φαινομενολογίας της παθητικής συγκρότησης (συνειρμός, Schmelzung <σύντηξη, συγχώνευση>, Abhebung <εξέχον χαρακτήρας, ανάδυση>, Weckung <αφύπνιση>, επηρεαστικότητα [affectivity] και ενδιαφέρον). Εισήχθη μια νέα έννοια, εκείνη της επηρεαστικής «δύναμης» του παθητικά συγκροτημένου. Η φαινομενολογία του (χωρίς όνειρα) ύπνου και της αφύπνισης εξετάστηκε μέσα σε αυτό το γενικό θέμα.

Μελετούμε την αισθητηριακή αντίληψη. Όταν το πράττουμε αυτό, η Rückfrage <αναδρομική ερώτηση, αναγωγική διερώτηση> από το αφηρημένο, παθητικά συγκροτημένο φυσικό αντικείμενο μάς οδηγεί στο να θεματοποιήσουμε το εμμενές υλητικό ρεύμα, μέσω του οποίου το εγώ αντιλαμβάνεται το προαναφερθέν αντικείμενο. Βρίσκουμε τότε, μέσα στο υλητικό ρεύμα, διεργασίες οι οποίες αποτελούν τις βάσεις για την Abhebung των φυσικών αντικειμένων, για τις αντιληπτές αλληλοσυσχετίσεις τους κτλ. Αυτά τα υλητικά φαινόμενα και άλλα μπορούν να περιγραφούν όπως είναι καθ’ εαυτά, χωριστά από την abschattender <σκιαγραφική> λειτουργία της ύλης. Αυτές οι διεργασίες είναι φαινόμενα παθητικής συγκρότησης, και έχουμε το περαιτέρω πρόβλημα της σχέσης τους προς το εγώ, της επηρεαστικής τους δύναμης επάνω του και των απορρεόντων φαινομένων ενδιαφέροντος.

Ως βασικό τρόπο του ρεύματος της ύλης, και του ταυτόχρονου περιεχομένου του, βρίσκουμε τον τρόπο «πλήρης ομοιογένεια». Το αισθητηριακό πεδίο εμφανίζει παντού ένα υλητικό «χρώμα», αμετάβλητο στον «χώρο» και στον «χρόνο». Ωστόσο, μόνο μέσω της αντίθεσής του προς {85} ένα ετερογενές πεδίο το πεδίο αυτό χαρακτηρίζεται από εμάς ως ομοιογενές.

Η πρώτη τροπικοποίηση αυτού του βασικού τρόπου είναι μια βαθμιαία, συνεχής μεταβολή, από σημείο σε σημείο μέσα στο ταυτόχρονο πεδίο, π.χ. ένα βαθμιαίο «ρόδισμα» από το κέντρο προς την περιφέρεια, από το λευκό σε ένα έντονο κόκκινο. Μια τέτοια βαθμιαία μεταβολή είναι η «προέλευση» της έννοιας της ομοιότητας. Η μεταβολή μπορεί να είναι απολύτως βαθμιαία, αλλά παρ’ όλα αυτά (σε σύγκριση με άλλες διεργασίες;) περισσότερο ή λιγότερο γρήγορη. Ο ρυθμός της μπορεί να αποτυπωθεί ως εξής:

π.χ. «ροδότητα»

|          ⸝
|       ⸝
|   ⸝
|⸝__________

χρόνος ή «χώρος»

ή έτσι:

|      /
|    /
|  /
|/__________

ή ακόμη μπορούμε να έχουμε ένα μέγιστο :

|          ⸝⸜
|       ⸝      ⸜
|   ⸝             ⸜
|⸝___________⸜_________

{86} ή περισσότερα μέγιστα :

|          ⸝⸜                   ⸝⸜                 ⸝⸜
|       ⸝      ⸜             ⸝      ⸜           ⸝      ⸜
|   ⸝             ⸜       ⸝            ⸜     ⸝            ⸜
|⸝___________⸜⸝__________⸜⸝__________⸜________

Στην τελευταία περίπτωση, τα μέγιστα, οι «κορυφές», έρχονται σε Abhebung <ανάδυση, εξέχοντα χαρακτήρα> (ακόμη παθητικά), και κάθε κορυφή ως abgehoben <εξέχουσα, αναδυμένη> συμπαρασύρει τις πλευρές της σε Abhebung. Έχουμε ένα πρώτο στάδιο εξατομίκευσης. (Όχι πλήρη εξατομίκευση, αφού δεν έχουμε ακόμη ταυτοποίηση.)

Σε όλες τις περιπτώσεις που περιγράφηκαν, ο συνειρμός είναι παρών ως Verschmelzung <σύντηξη, συγχώνευση> μέσα στην «ενότητα» ενός ομοιογενούς ρεύματος. Στην τελευταία περίπτωση έχουμε όχι μόνο Verschmelzung αλλά και Weckung <αφύπνιση> — ακόμη παθητική. Κάθε κορυφή «αφυπνίζει» την άλλη και «ζευγοποιείται» με τις άλλες.

Μια άλλη δυνατή περίπτωση είναι εκείνη της αιφνίδιας μεταβολής :

|        __        __
|        |      |       |      |
| ____|      ||      |___
|____________________

Και εδώ επίσης έχουμε μια Abgehobenheit <εξέχουσα ιδιότητα, αναδυμένη αντίθεση>.

Τώρα, κάθε Abgehobenheit ως τέτοια ασκεί μια επηρεαστική δύναμη πάνω στο εγώ, στην εγρήγορση. Επιβάλλει ενδιαφέρον. Και κάθε Abgehobenheit που είναι συζευγμένη με αυτήν (όλες οι άλλες κορυφές) αποκτά επίσης μια επηρεαστική δύναμη. Μόλις αποκτήσει αυτό το ενδιαφέρον, λαμβάνει έτσι μια προσθήκη δύναμης. Στον χωρίς όνειρα ύπνο πρέπει να ειπωθεί ότι η παθητική συγκρότηση των Abgehobenheiten συνεχίζεται, αλλά η επηρεαστική δύναμη του Abgehoben <εκείνου που έχει καταστεί εξέχον ή αναδυμένο> μειώνεται ή μηδενίζεται, έτσι ώστε μόνο μια {87} ξαφνική μεγάλη μεταβολή, ένας πόνος ή ένας απροσδόκητος θόρυβος (ή σιωπή) να έχει επηρεαστική δύναμη. Όταν το εγώ αφυπνίζεται, αφυπνίζεται πρώτα προς την κορυφή, η οποία κατόπιν παρασύρει μαζί της τις πλευρές της και το υπόβαθρό της. Το εγώ αφυπνίζεται από ένα δεδομένο «σημείο» του παθητικά συγκροτημένου, προς άλλα.

Μέχρι τώρα έχουμε αφήσει εκτός εξέτασης την «ιζηματοποίηση» των παρελθουσών εντυπώσεων, τα φαινόμενα της υλητικής συγκράτησης. Και εδώ επίσης λαμβάνει χώρα μια Weckung <αφύπνιση> από την παρούσα Abgehobenheit <εξέχουσα αντίθεση, αναδυμένος χαρακτήρας> προς την ιζηματοποιημένη παρελθούσα Abgehobenheit. Έτσι οι ιζηματοποιημένες παρελθούσες Abgehobenheiten αποκτούν μια επηρεαστική δύναμη, γίνονται αντικείμενα ενδιαφέροντος. Αρχικά εμφανίζονται στη συνείδηση (με τη στενή έννοια της εγωτικής συνείδησης) ως Leerbewusstheiten <κενές συνειδητότητες>. Δυνάμει της προσθήκης επηρεαστικής δύναμης που τότε λαμβάνουν, οι ιζηματοποιημένες «λεπτομέρειες» έρχονται κατόπιν στη συνείδηση, έως ότου a limine καταστούν εποπτικές, «παρουσιαστικές» μνήμες. Ενώ η διεργασία της ιζηματοποίησης, της συγκράτησης, προχωρεί συνεχώς, έτσι ώστε, τρόπον τινά, κανένα παρελθόν Erlebnis <βίωμα ή συμβάν συνείδησης> να μη χάνεται ποτέ από τη συνείδηση (με την ευρύτερη έννοια), εντούτοις υπάρχει μια παθητική «φτωχοποίηση» του συγκρατημένου (μια μείωση της Abgehobenheit?), και συνεπώς μια μείωση της εγγενούς δυνητικής του δύναμης, έτσι ώστε ακόμη και όταν αφυπνιστεί (όπως πάντοτε πρέπει να αφυπνίζεται από μια νέα παρόμοια εντύπωση) να μη διαθέτει επαρκή δύναμη ώστε να επηρεάσει το εγώ, να προσελκύσει το ενδιαφέρον του — ή, αν το πράττει αυτό, η δύναμή του να παραμένει ακόμη ανεπαρκής για να το εξαγάγει από την κατάσταση του "leer bewusst" <του κενού συνειδητού>.

Τα όνειρα παρουσιάζουν ένα πρόβλημα ανώτερου επιπέδου, το οποίο ο Χούσερλ δεν εξέτασε αυτή τη φορά.

Εισάγοντας την έννοια της επηρεαστικής δύναμης, ο Χούσερλ είπε ότι βρίσκουμε μεταξύ των Abgehobenheiten της παθητικής συγκρότησης έναν αγώνα για ύπαρξη, ή μάλλον για το ενδιαφέρον του εγώ. Αλλά ένας αγώνας σημαίνει δύναμη· κτλ.

LX

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/6/32

Ενώ ο Χούσερλ απουσίαζε, μίλησα με τον Φινκ για τις Logische Studien, το χειρόγραφο των οποίων, όπως επεξεργάστηκε από τον Landgrebe, διαβάζω τώρα. Ο Φινκ είπε ότι ο Landgrebe είχε την τάση να βλέπει την παθητική συγκρότηση ως απολύτως παθητική, ενώ η πρωταρχική συγκρότηση του χρόνου πρέπει να θεωρείται ως δραστηριότητα του εγώ — με μια ευρεία έννοια της δραστηριότητας. Το ανέφερε αυτό και ως άποψη του Καντ. Τα πρόσφατα χειρόγραφα του Χούσερλ για την lebendiger Gegenwart <ζώσα παροντικότητα>, είπε, δικαιολογούν αυτή τη στάση.

Ωστόσο, όταν ο Χούσερλ ενώθηκε μαζί μας, δεν υπήρχε τίποτε σε όσα είπε που να ενισχύει την άποψη του Φινκ· μάλλον το αντίθετο.

Συνέχισε με το θέμα των δύο προηγούμενων ημερών. Το παθητικά συγκροτημένο «αντικείμενο» ασκεί έναν "Reiz" <«ερεθισμό»> πάνω στο εγώ, δυνάμει της Abgehobenheit <ανάδυσης, εξέχουσας αντίθεσης> του αντικειμένου κτλ. Το εγώ τότε, στην κατάσταση εγρήγορσης, επηρεάζεται και απαντά με ένα ενδιαφέρον για το αντικείμενο. Όπως πριν από δύο ημέρες μίλησε για τη δύναμη του ερεθίσματος, έτσι σήμερα μίλησε για την ενέργεια του ενδιαφέροντος. Αυτή η ενέργεια μπορεί να ποικίλλει ως προς την ποσότητά της σε διάφορες cogitationes. Μπορεί, μέσα σε ένα δεδομένο χρονικό διάστημα ενός δεδομένου cogito, να αυξάνεται· σε ένα άλλο να μειώνεται. Το ενδιαφέρον μπορεί να τροπικοποιηθεί ως μια «πτώση» του αντικειμένου έξω από την προσοχή, η οποία είναι ένας τρόπος τού να συνεχίζει κανείς ακόμη να του προσέχει.

Στον ύπνο τα παθητικά συγκροτημένα «αντικείμενα» εξακολουθούν να ασκούν τα ερεθίσματά τους, αλλά το εγώ δεν επηρεάζεται και δεν έχει ενδιαφέρον.

Όταν κάποιος προσπαθεί να αποκοιμηθεί, εγκαταλείπει το θεματικό του ενδιαφέρον, μειώνει όσο το δυνατόν περισσότερο την ενέργεια του ενδιαφέροντος. (Το θεματικό ενδιαφέρον λειτουργεί ως αρχή επιλογής ανάμεσα στις παθητικά συνδεδεμένες Abgehobenheiten που ερεθίζουν το εγώ, καλούν την προσοχή του, όταν το εγώ έχει ήδη προσέξει μία από αυτές. Το εγώ δεν «επιτελεί συνειρμό ελεύθερα», αλλά ακολουθεί μια γραμμή καθορισμένη από το κυρίαρχο ενδιαφέρον του, προσέχοντας μόνο εκείνους τους συνειρμούς που σχετίζονται με αυτό. Αυτή είναι μια περαιτέρω αρχή — πέρα από τον παθητικό συνειρμό — της επίδρασης [affection].)

Αλλά το να αφήνει κανείς τον «νου» του να περιπλανιέται, όσο γίνεται χωρίς θέμα, (και να αποκλείει οπτικές, απτικές, ακουστικές Abgehobenheiten ξαπλώνοντας ακίνητος σε έναν ήσυχο τόπο με κλειστά μάτια) δεν αρκεί για να αποκοιμηθεί. Τι περισσότερο χρειάζεται;

Ακόμη δυσκολότερο είναι το πρόβλημα της αφύπνισης. Πώς, όταν το ενδιαφέρον έχει βυθιστεί στο μηδέν και το εγώ δεν επηρεάζεται πλέον, αφυπνίζεται ποτέ ξανά; (Ο Χούσερλ υποθέτει, ίσως άκριτα, ότι υπάρχει ένας απόλυτος ύπνος.)

Ένας τουλάχιστον παράγοντας της κατάστασης έχει παραμείνει ανεξέταστος: τα ένστικτα του εγώ, τα οποία ενδεχομένως αναδύονται αυθόρμητα μέσα στο εγώ (και, {89} τρόπον τινά, το στέλνουν να αναζητήσει αντικείμενα). Η πείνα, ο Χούσερλ τείνει να πιστεύει, δεν είναι απλώς ένα abgehobene <(καμωμένο) εξέχον, αναδυμένο> υλητικό (παθητικό) σύμπλεγμα το οποίο, κανονικά, επανέρχεται περιοδικά και ερεθίζει το εγώ. Είναι ίσως ένα περιοδικό αυθόρμητο ενδιαφέρον για ένα ορισμένο είδος πράγματος (ίσως «γνωστό» λίγο ή πολύ πριν από την εμπειρία) το οποίο αναζητεί ένα αντικείμενο και μέσα σε αυτό το εγώ μπορεί να αφυπνιστεί. — Η πείνα μπορεί να με αφυπνίσει. Αλλά αυτό είναι αβέβαιο και, ακόμη κι αν είναι αληθές, είναι πιθανώς ανεπαρκές για το πρόβλημα της αφύπνισης και του αποκοιμήματος.

LXI

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 23/6/32

Ο Χούσερλ μίλησε για την αναγωγή της υπερβατολογικής συνείδησης στο ζων παρόν, τη «stehender Strömung» <στάσιμη, ή ακίνητη ροή> του Τώρα. Πρόκειται για ένα είδος δεύτερης αναγωγής, μετά τη φαινομενολογική αναγωγή στην υπερβατολογική συνείδηση, και κινητοποιείται από τη διορατικότητα ότι η υπερβατολογική συνείδηση, στην πλήρη της έκταση πέρα από το παρόν, είναι ένα Geltungsphänomen <φαινόμενο ισχύος, εγκυρότητας> για το παρόν. Το παρόν, από την άλλη πλευρά, δεν είναι αναγώγιμο, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως φαινόμενο. Είναι το «das Urtümliche» <το πρωταρχικό>. Ο Φινκ επέστησε την προσοχή στη διαφορετική σημασία με την οποία ο Χάιντεγκερ χρησιμοποιεί τη λέξη «φαινόμενο»: εκείνο που δείχνει τον εαυτό του. Η φαινομενολογία είναι ο λόγος του dem Sich-zeigenden <αυτού-που-δείχνεται>, για τον Χάιντεγκερ. (Ο Φινκ έχει αποδώσει με μεγαλύτερη ακρίβεια τη χουσερλιανή σημασία του φαινομένου (και συσχετικά, της φαινομενολογίας) στο Entwurf <σχέδιο> του για τη νέα πρώτη μελέτη.) Παρ’ όλα αυτά, ο Χούσερλ φαινόταν διατεθειμένος να αποκαλέσει το υπερβατολογικό παρόν «Urphänomen» <πρωταρχικό φαινόμενο>, προφανώς οδηγούμενος από το γεγονός ότι αυτό είναι κατά κάποια έννοια ένα Geltungsphänomen για το αναστοχαζόμενο υπερβατολογικό εγώ. Το αναστοχαστικό ενέργημα μέσα στο οποίο δίδεται το υπερβατολογικό παρόν είναι το ίδιο «ανώνυμο» και πρέπει πρώτα να αντικειμενοποιηθεί μέσα σε έναν νέο υπερβατολογικό αναστοχασμό. Προχωρώντας έτσι, δημιουργούμε τη δυνατότητα ενόρασης μέσα στην πιθανή ατέρμονη επανάληψη τέτοιων υψηλότερων επιπέδων αναστοχασμού. Αλλά εδώ ο Χούσερλ έβλεπε μια δυσκολία.

Μια άλλη δυσκολία σχετικά με την παρούσα υπερβατολογική συνείδηση είναι ότι, μόλις επιχειρούμε να τη συλλάβουμε εννοιολογικά, την υπερβαίνουμε.

{90} Μπορεί να προσδιοριστεί μόνο στη σχέση της προς τις ίδιες τις αποβλεπτικές της τροποποιήσεις, ένα συνεχώς τροποποιούμενο συγκρατησιακό παρελθόν [continuously modalized retentional past]. Τώρα, δηλαδή σε σχέση προς αυτό που παράγει, ένα νέο σταθερό σημείο στον υπερβατολογικό χρόνο ‒ ή σε σχέση προς τα άλλα παρελθοντικά και μελλοντικά τώρα, τα οποία είναι επίσης αποβλεπτικά οιονεί-αντικείμενα του παρόντος τώρα. Και πάλι, το Τώρα είναι πάντοτε παρόν, αλλά πάντοτε διαφοροποιεί τον εαυτό του μέσω της τροποποίησης του περιεχομένου του, έτσι ώστε αποκτούμε παρελθοντικά και μελλοντικά περιεχόμενα-τώρα, μέσα στη χρονική δομή του εμμενούς χρόνου. Ακριβώς όπως η υπερβατολογική συνείδηση, στην εμμενή χρονική της έκταση, είναι η πηγή της Zeitigung <χρονικοποίησης> των υπερβατικών αντικειμένων, έτσι και η stehend fliessende Gegenwart <σταθερή ρέουσα παρουσία> είναι η πηγή της Zeitigung των εμμενών αντικειμένων.

Για να φτάσει στη λύση αυτών των προβλημάτων, ο Χούσερλ είπε ότι πρέπει να μελετήσει τα δικά του παλαιά χειρόγραφα. Δεν τα θυμάται πρόχειρα. Είναι υπερβολικά δύσκολα.

[...]

LXIII

Συνομιλία με τον Χούσερλ, 29/6/32

Είπα στον Χούσερλ ότι εργαζόμουν πάνω στα χωρία του χειρογράφου των Logische Studien όπου πραγματεύεται η ενότητα της Anschauung <εποπτείας>. Εξέφρασε έκπληξη που το θέμα πραγματεύεται εκεί καθόλου και είπε ότι η επεξεργασία του εκεί πρέπει να είναι πολύ πρωτόγονη.

Το έσχατο πρόβλημα της φαινομενολογίας είναι η αποσαφήνιση της δομής του ζώντος παρόντος. Εδώ βρίσκουμε μια παθητικά συγκροτημένη δομή, υλητική από τη μια πλευρά και εγωλογική ‒ αλλά παθητική ‒ από την άλλη, η οποία προηγείται κάθε δραστηριότητας του εγώ. Μέσα σε αυτή βρίσκουμε τη συγκρότηση της ενότητας, αλλά όχι της ταυτότητας. Η τελευταία απαιτεί ενεργή επανενθύμηση. Η παθητική συγκεκριμένη ροή του ζώντος παρόντος περιλαμβάνει όχι μόνο ένα ρέον εντυπωσιακό τώρα, με τις {92} συνεπαγόμενες συγκρατήσεις και προκρατήσεις άλλων περιεχομένων-τώρα ‒ που σχηματίζουν τη βάση για τη συγκρότηση του εμμενούς χρόνου ‒ αλλά επίσης και μια ταυτόχρονη ροή Vergegenwärtigungen <αναπαρουσιάσεων> παρελθοντικών περιεχομένων, «μνημών» παθητικά συγκροτημένων χωριστά από την ενεργό προσοχή του εγώ, ακριβώς όπως και οι εντυπώσεις και οι συγκρατήσεις. Δυνάμει της συνάφειάς τους, μέσα στον έναν χρόνο του ζώντος παρόντος, με πρωτογενή εντυπωσιακά περιεχόμενα, αυτές οι αναπαρουσιάσεις (εξίσου υλητικές αλλά μη πρωτογενείς) έχουν μια Deckungsrelation <σχέση επικάλυψης> με αυτά και ‒ παθητικά ‒ συγκροτούν μια αντιπαλότητα η οποία, εντελώς ανεξάρτητα από κάθε προσοχή του εγώ, απωθεί είτε το ένα είτε το άλλο για κάποιο χρονικό διάστημα. Συγκρούονται πράγματι μέσα στα αισθητηριακά πεδία, δυνάμει της ταυτόσημης θέσης τους μέσα σε εκείνο το δισδιάστατο πολλαπλό.

Αυτή η εξαιρετική περιγραφή προκάλεσε ζωηρές αντιρρήσεις τόσο από τον Φινκ όσο και από εμένα.

LXIV

Συνομιλία με τον Χούσερλ και τον Φινκ, 15/7/32

Ο Χούσερλ τείνει να εγκαταλείψει την ονομασία «αποβλεπτικότητα» για τη συγκρότηση του εσωτερικού χρόνου. Η αποβλεπτικότητα είναι δραστηριότητα του εγώ, είτε πρωτογενής είτε τροποποιημένη. Οι κιναισθητικές διεργασίες είναι δραστηριότητες του εγώ, και κάθε υπερβατική αντικειμενικότητα, ξεκινώντας από τέτοιου είδους πράγματα όπως κηλίδες συγκροτημένες οφθαλμοκινητικά, είναι επιτεύγματα της ενέργειας του εγώ. Γενετικά, αυτές οι μη πλέον συλλαμβανόμενες αντικειμενικότητες έχουν αναπτυχθεί από ένα στάδιο στην ανάπτυξη της συνείδησης κατά το οποίο συλλαμβάνονταν πράγματι. Αυτό που ο Χούσερλ αποκαλεί δευτερογενή παθητικότητα είναι πράγματι μια τροποποίηση της ενεργού αποβλεπτικότητας. Η κιναισθητική διαδικασία είναι δραστηριότητα του εγώ ακόμη και όταν δεν είναι άμεση βούληση αλλά συνήθεια.

Η δραστηριότητα του εγώ παράγει κάθε αντικειμενοποίηση. Στην δραστηριότητα του αναστοχασμού, η εμμενής σφαίρα και οι προ-κοσμικές αντικειμενικότητες αντικειμενοποιούνται, και τους αποδίδονται ταυτότητα και είναι. Στην δραστηριότητα της υπερβατολογικής αναστοχαστικότητας, στο εμμενές αποδίδεται υπερβατολογικό είναι· το ήδη αντικειμενοποιημένο κοσμικό και προ-κοσμικό λαμβάνει μια τροποποίηση του είναι του, ως φαινομενικό. Αλλά ο ίδιος ο αναστοχασμός λαμβάνει είναι μόνο όταν γίνεται αντικείμενο ενός άλλου αναστοχασμού.

Η ροή του εμμενούς χρόνου — το πρωταρχικό «τώρα» και το συγκρατημένο {93} παρελθόν — είναι η μορφή κάθε δραστηριότητας του εγώ και αντικειμενοποιείται όταν οι ίδιες οι δραστηριότητες του εγώ νοηματοδοτούνται σε ανώτερα αναστοχαστικά ενεργήματα. Αλλά ως μορφή δεν είναι δραστηριότητα, και αν εννοούμε με τον όρο αποβλεπτικότητα την δραστηριότητα, τότε δεν είναι αποβλεπτικότητα.

Και ο Φινκ και εγώ αντιταχθήκαμε σε αυτόν τον περιορισμό της σημασίας της αποβλεπτικότητας.

Generated at: 2026-06-02 12:05:46