Dan Zahavi - MNLI-TI el

Created Σάββατο 11 Ιουλίου 2026

Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης

Νταν Ζαχάβι – Μεταφυσική Ουδετερότητα στις Λογικές Έρευνες

One Hundred Years of Phenomenology: Husserl’s Logical Investigations Revisited | Springer Nature Link (PDF) One Hundred Years of Phenomenology: Husserl’s Logical Investigations Revisited

Metaphysische Fragen gehen uns hier nicht an....

«Τα μεταφυσικά ερωτήματα δεν μας αφορούν εδώ…»

Προλεγόμενα

Ένα από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα των Λογικών Ερευνών είναι η μεταφυσική τους ουδετερότητα. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της ουδετερότητας; Θα πρέπει να θεωρηθεί ανάμεσα στις πολλές αρετές του έργου ή, αντίθετα, να θρηνηθεί ως μια μοιραία ανεπάρκεια; Σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990, απάντησα σε αυτό το ερώτημα μάλλον κατηγορηματικά.[^1] Εκείνη την εποχή θεωρούσα την εν λόγω ουδετερότητα εξαιρετικά προβληματική. Εν τω μεταξύ, όμως, είχα την ευχαρίστηση να διαβάσω το πρόσφατο έργο του Ζοσελύν Μπενουά [Jocelyn Benoist] Φαινομενολογία, σημασιολογία, οντολογία (Phénoménologie, sémantique, ontologie), όπου υποστηρίζει το αντίθετο συμπέρασμα, ασκώντας παράλληλα κριτική στη δική μου ερμηνεία. Υπό το φως αυτής της κριτικής, θα ήθελα να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία για να επανεξετάσω το ζήτημα εκ νέου.

[^1]: D. Zahavi, «Constitution and ontology. Some remarks on Husserl's ontological position in the Logical Investigations», Husserl Studies 9, 1992, 111–124. Βλ. επίσης D. Zahavi, Intentionalität und Konstitution. Eine Einführung in Husserls Logische Untersuchungen. Copenhagen: Museum Tusculanum Press, 1992.

I. Το ερώτημα της μεταφυσικής ουδετερότητας

Ας ξεκινήσω εξετάζοντας τα κειμενικά τεκμήρια που συνηγορούν υπέρ της ερμηνείας των Λογικών Ερευνών ως μεταφυσικά ουδέτερου έργου.

Στον πρόλογο του έργου, ο Χούσερλ περιγράφει το συνολικό του σχέδιο. Χαρακτηρίζει τις Λογικές Έρευνες ως μια προσπάθεια παροχής μιας νέας θεμελίωσης για την καθαρή λογική και την επιστημολογία (LI, 42 [Hua XVIII, 6]). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον του παρουσιάζει η θέση της λογικής και οι συνθήκες δυνατότητας της επιστημονικής γνώσης και της θεωρίας. Ωστόσο, η έννοια της επιστημολογίας που χρησιμοποιεί ο Χούσερλ στις Λογικές Εξερευνήσεις διαφέρει ελαφρώς από εκείνη που χρησιμοποιείται σήμερα.

Σύμφωνα με τον Χούσερλ, το θεμελιώδες ερώτημα για μια θεωρία της γνώσης είναι να καθορίσει πώς είναι δυνατή η αντικειμενική γνώση, δηλαδή να διασαφηνίσει τις συνθήκες δυνατότητας της γνώσης. Το καθήκον της δεν είναι να εξετάσει εάν (και πώς) η συνείδηση μπορεί να αποκτήσει γνώση μιας πραγματικότητας ανεξάρτητης από τον νου. Αυτού του είδους τα ερωτήματα, όπως επίσης και όλα τα ερωτήματα σχετικά με το αν υπάρχει ή όχι εξωτερική πραγματικότητα, απορρίπτονται από τον Χούσερλ ως μεταφυσικά ερωτήματα, τα οποία δεν ανήκουν στην επιστημολογία (LI, 264 [Hua XIX, 26]).

Γενικότερα, ο Χούσερλ κατανοεί τη μεταφυσική ως έναν στενό κλάδο, ο οποίος ερευνά και αξιολογεί τις μεταφυσικές προϋποθέσεις εκείνων των επιστημών που ασχολούνται {94} με την πραγματικότητα. Ειδικότερα, το κύριο καθήκον της είναι να απαντήσει σε ερωτήματα που αφορούν τη φύση και την ύπαρξη της εξωτερικής πραγματικότητας. Αντίθετα, το πεδίο μιας θεωρίας της επιστήμης (Wissenschaftslehre) είναι πολύ ευρύτερο. Ασχολείται με τις συνθήκες δυνατότητας όλων των τύπων επιστημών, συμπεριλαμβανομένων των ιδεατών επιστημών, όπως τα μαθηματικά, οι οποίες είναι εντελώς αδιάφορες απέναντι σε οποιοδήποτε ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη (LI, 59 [Hua XVIII, 27]). Υπό το φως αυτής της διάκρισης, ο Χούσερλ μπορεί να ισχυριστεί ότι μια θεωρία της επιστήμης αποτελεί την πραγματική θεμελιώδη επιστήμη και ότι έχει σαφή προτεραιότητα έναντι της μεταφυσικής (LI, 221 [Hua XVIII, 226]).

Αν ξεφυλλίσουμε το βιβλίο, θα βρούμε πολυάριθμα χωρία που επιβεβαιώνουν αυτή την απόρριψη της μεταφυσικής. Στην εισαγωγή του δεύτερου μέρους, ο Χούσερλ περιγράφει τη φαινομενολογία ως μια ουδέτερη έρευνα (LI, 249 [Hua XIX, 6]) και υποστηρίζει ότι οι επιστημολογικές μέριμνες προηγούνται κάθε μεταφυσικής (LI, 265 [Hua XIX, 27]). Στη συνέχεια τονίζει ότι και οι έξι έρευνες που ακολουθούν διακρίνονται από την απουσία μεταφυσικών προϋποθέσεων, διότι, όπως γράφει, ο σκοπός της φαινομενολογίας είναι ακριβώς να περιγράψει και να κατανοήσει τις ιδεατές δομές της γνώσης, όχι να εξηγήσει πώς προκύπτει η γνώση (LI, 265-66 [Hua XIX, 27-28]).

Στη Δεύτερη Έρευνα, ο Χούσερλ απορρίπτει απότομα τον μεταφυσικό ορισμό του καθεαυτόν είναι ως κάτι που είναι υπερβατικό προς τη συνείδηση και ανεξάρτητο από αυτήν, και υποστηρίζει ότι όλοι οι μεταφυσικοί ορισμοί της πραγματικότητας (Realität) θα πρέπει να παραμεριστούν (LI, 352 [Hua XIX, 129], πρβλ. LI, 411 [Hua XIX, 201]).[^2]

[^2]: Στο «Entwurf einer Vorrede zu den Logischen Untersuchungen (1913)» (Tijdskrift voor Philosophie 1, 1939, 325), ο Χούσερλ κατηγορεί τον Lotze ότι απέτυχε να πράξει κάτι τέτοιο και, κατά συνέπεια, ότι έπεσε θύμα μιας μυθολογικής μεταφυσικής.


Αργότερα, στην Πέμπτη Έρευνα, υπογραμμίζει ρητά τη διαφορά ανάμεσα στο μεταφυσικό και στο φαινομενολογικό εγχείρημα και συνεχίζει λέγοντας ότι η περιγραφική διαφορά ανάμεσα στην εμπειρία και στο αντικείμενο ισχύει ανεξάρτητα από τη θέση που υιοθετεί κανείς σχετικά με το ερώτημα της φύσης του καθεαυτόν είναι. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια διαφορά που προηγείται κάθε μεταφυσικής (LI, 569 [Hua XIX, 401]).

Τέλος, στην Έκτη Έρευνα, ο Χούσερλ ασκεί κριτική στον Καντ επειδή δεν κατάφερε να παραμείνει απαλλαγμένος από μια επιστημολογία μολυσμένη από μεταφυσικές προϋποθέσεις, και στη συνέχεια υποστηρίζει ότι οι μεταφυσικές θεωρίες δεν είναι απαραίτητες για την κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στους νόμους της φύσης και στους νόμους του λόγου. Αυτό που απαιτείται δεν είναι εξηγήσεις, αλλά φαινομενολογικές διασαφήσεις [clarifications] της σημασίας, της σκέψης και της γνώσης (LI, 831, 833 [Hua XIX, 729, 732]).

Υπό το φως αυτών των δηλώσεων, δεν είναι δύσκολο να θεμελιωθεί ένας ισχυρός δεσμός ανάμεσα στον περιγραφικό χαρακτήρα της φαινομενολογίας και στη μεταφυσική της ουδετερότητα. Το καθήκον της φαινομενολογίας είναι να περιγράψει εκείνο που δίδεται, ακριβώς όπως δίδεται, αντί να χάνεται σε μεταφυσικές κατασκευές. Και, όπως έχει επισημάνει ο Μπενουά, η συλλογιστική πορεία δεν είναι ότι, αν επιθυμούμε να ασκήσουμε φαινομενολογία, θα πρέπει να είμαστε μεταφυσικά ουδέτεροι. Συμβαίνει το αντίθετο. Αν επιθυμούμε να θεμελιώσουμε μια ριζική θεωρία της επιστήμης και της επιστημολογίας, θα πρέπει να είμαστε μεταφυσικά ουδέτεροι, και ο μόνος τρόπος για να καταστούμε έτσι είναι μέσω της υιοθέτησης μιας φαινομενολογικής μεθοδολογίας.[^3]

[^3]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, Παρίσι: PUF, 1997, σ. 209.

{95}

II. Ρεαλισμός – Ιδεαλισμός

Μέχρι τώρα θα πρέπει να έχει καταστεί σαφές ότι ο Χούσερλ πράγματι υποστηρίζει μια μεταφυσική ουδετερότητα στις Λογικές Έρευνες. Τι ακριβώς όμως συνεπάγεται αυτό; Ποια είδη ερωτημάτων ή προβλημάτων τίθενται σε αναστολή ή υπερβαίνονται εξαιτίας αυτής της ουδετερότητας; Δεδομένου ότι ο Χούσερλ θεωρεί το ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη μιας εξωτερικής πραγματικότητας ως ένα μεταφυσικό ερώτημα, το οποίο είναι άσχετο προς τη φαινομενολογία, δεν είναι δύσκολο να εντοπίσουμε το κρίσιμο ζήτημα, το οποίο αφορά τη στάση του Χούσερλ απέναντι στον μεταφυσικό ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό. Και οι δύο θέσεις είναι κατεξοχήν μεταφυσικές και, κατά συνέπεια, πρέπει να αποφεύγονται.

Ας επεκταθώ λίγο σε αυτή την εκτίμηση, καθώς δεν είναι εντελώς αδιαμφισβήτητη. Άλλωστε, δεν ήταν μόνο οι μαθητές του Χούσερλ στο Γκέτινγκεν που διάβασαν τις Λογικές Έρευνες ως ένα ρεαλιστικό μανιφέστο. Διακεκριμένοι μελετητές, όπως ο Λεβινάς και ο Φίντλεϊ, έχουν υποστηρίξει μια παρόμοια ερμηνεία. Έτσι, στη Θεωρία της εποπτείας στη φαινομενολογία του Χούσερλ (Théorie de l'intuition dans la phénoménologie de Husserl), ο Λεβινάς υποστηρίζει ότι η πρώιμη θεωρία της αποβλεπτικότητας του Χούσερλ πρέπει να θεωρηθεί ως υποστηρικτική του ρεαλισμού, ενώ σε ένα άρθρο με τίτλο «Φαινομενολογία, Ρεαλισμός και Λογική» (Phenomenology, Realism, and Logic), γραμμένο σαράντα χρόνια αργότερα, ο Φίντλεϊ ισχυρίστηκε ότι ο Χούσερλ ήταν αρχικά μεταφυσικός ρεαλιστής και ότι έγινε μεταφυσικός ιδεαλιστής μόνο μετά την υπερβατολογική του στροφή.[^4]

[^4]: J. N. Findlay, «Phenomenology, Realism and Logic», Journal of the British Society for Phenomenology 3/3, 1972, σσ. 235–244· E. Lévinas, Théorie de l'intuition dans la phénoménologie de Husserl, Παρίσι: J. Vrin, 1978.


Μπορεί αυτή η ρεαλιστική ερμηνεία της πρώιμης θεωρίας της αποβλεπτικότητας του Χούσερλ να αντέξει σε μια προσεκτικότερη εξέταση; Στην Πέμπτη Έρευνα ο Χούσερλ προσέχει να επισημάνει ότι η αποβλεπτική σχέση ανάμεσα στο ενέργημα και το αντικείμενο είναι ακριβώς αποβλεπτική και ούτε πραγματική ούτε αιτιακή. Επιπλέον, υποστηρίζει περίφημα ότι η αποβλεπτικότητα αποτελεί εγγενές χαρακτηριστικό της συνείδησης και όχι κάτι που εμφανίζεται ή εξαφανίζεται ανάλογα με το αν υπάρχει ή όχι το αποβλεπτικό αντικείμενο:

Στην πραγματική (reell) φαινομενολογική ανάλυση, η αντικειμενικότητα δεν υπολογίζεται καθόλου: γενικά υπερβαίνει το ενέργημα. Δεν έχει καμία σημασία τι είδους είναι αποδίδουμε στο αντικείμενό μας ή με ποιο νόημα ή δικαιολόγηση το πράττουμε, είτε αυτό το είναι είναι πραγματικό (real) είτε ιδεατό, γνήσιο, δυνατό ή αδύνατο· το ενέργημα παραμένει «στραμμένο προς» το αντικείμενό του. Αν κάποιος τώρα ρωτήσει πώς κάτι ανύπαρκτο ή υπερβατικό μπορεί να είναι το αποβλεπτικό αντικείμενο σε ένα ενέργημα στο οποία δεν έχει είναι, η μόνη απάντηση που μπορεί να δοθεί είναι εκείνη που δώσαμε παραπάνω και η οποία είναι επίσης απολύτως επαρκής. Το αντικείμενο είναι ένα αποβλεπτικό αντικείμενο: αυτό σημαίνει ότι υπάρχει ένα ενέργημα που διαθέτει έναν καθορισμένο σκοπό, και καθορισμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αποτελεί απόβλεψη προς αυτό το αντικείμενο. Αυτή η «αναφορά σε ένα αντικείμενο» ανήκει ιδιαζόντως και εγγενώς σε ένα βίωμα-ενέργημα, και τα βιώματα που το εκδηλώνουν είναι εξ ορισμού αποβλεπτικά βιώματα ή ενεργήματα. Όλες {96} οι διαφορές στον τρόπο της αντικειμενικής αναφοράς είναι περιγραφικές διαφορές στις αποβλεπτικές εμπειρίες. (LI, 587 [Hua XIX, 427])

Δεδομένης αυτής της σαφούς δήλωσης, φαίνεται εσφαλμένο να αναζητούμε κάποιο είδος αντίστοιχου προς την καντιανή ανασκευή του ιδεαλισμού στην πρώιμη θεωρία της αποβλεπτικότητας του Χούσερλ. Ο Χούσερλ ασφαλώς δεν υποστηρίζει ότι, βάσει της αντικειμενοστραφούς κατεύθυνσης της συνείδησης, μπορεί κανείς να συναγάγει ότι, εάν υπάρχει συνείδηση, τότε πρέπει κατ’ ανάγκην να υπάρχει επίσης κάτι ανεξάρτητο από τον νου προς το οποίο αυτή μπορεί να κατευθύνεται.

Περιστασιακά, μια άλλη πτυχή της θεωρίας της αποβλεπτικότητας του Χούσερλ έχει θεωρηθεί υπέρ ενός (άμεσου) ρεαλισμού, συγκεκριμένα η έντονη κριτική του στην αναπαραστασιοκρατία. Η κειμενική βάση αυτής της ερμηνείας βρίσκεται σε ένα χωρίο της Πέμπτης Έρευνας, όπου ο Χούσερλ χλευάζει την προσπάθεια διάκρισης, αφενός, ανάμεσα στο αποβλεπτικό αντικείμενο και, αφετέρου, στο πραγματικό και υπερβατικό αντικείμενο:

Αρκεί μόνο να ειπωθεί για να αναγνωριστεί ότι το αποβλεπτικό αντικείμενο μιας παράστασης είναι το ίδιο με το πραγματικό της αντικείμενο, και ενίοτε με το εξωτερικό της αντικείμενο, και ότι είναι παράλογο να διακρίνουμε μεταξύ τους. Το υπερβατικό αντικείμενο δεν θα ήταν αντικείμενο αυτής της παράστασης, αν δεν ήταν το δικό της αποβλεπτικό αντικείμενο. Αυτό είναι προφανώς μια απλώς αναλυτική πρόταση. Το αντικείμενο της παράστασης, της «απόβλεψης», είναι και σημαίνει αυτό που παριστάνεται, το αποβλεπτικό αντικείμενο. (LI, 595-596 [Hua XIX, 439]. Βλ. επίσης Hua III/1, 207-208)

Το επιχείρημα υπήρξε ότι, αφού ο Χούσερλ αρνείται αυτή τη διάκριση, η συνέπεια πρέπει να είναι ότι πράγματι θεωρεί πως έχουμε ως αποβλεπτικά αντικείμενα πραγματικά, υπερβατικά, ανεξάρτητα από τον νου αντικείμενα, και γι’ αυτό πρέπει να είναι ρεαλιστής. Ωστόσο, αυτό το συμπέρασμα είναι πρόωρο.

Η ταύτιση από τον Χούσερλ του αποβλεπτικού αντικειμένου και του πραγματικού αντικειμένου πρέπει να διαβαστεί μέσα σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο, δηλαδή ως κριτική στην τριαδική θεωρία της αποβλεπτικότητας του Τβαρντόφσκι, και απλώς σημαίνει ότι το αποβλεπτικό αντικείμενο είναι το πραγματικό αντικείμενο της απόβλεψης, δηλαδή ότι δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο αποβλεπτικό αντικείμενο και στο αποβλεπόμενο αντικείμενο. Ο Τβαρντόφσκι υποστήριζε ότι η κατεύθυνσή μας προς το πραγματικό αποβλεπόμενο αντικείμενο διαμεσολαβείται από ένα ενδονοητικό αποβλεπτικό αντικείμενο, το οποίο αναπαριστά το πραγματικό αντικείμενο.[^5]

[^5]: K. TWARDOWSKI, Zur Lehre vom Inhalt und Gegenstand der Vorstellungen. Βιέννη: Philosophia Verlag, 1982.


Αντίθετα, ο Χούσερλ υποστηρίζει ότι το μόνο αντικείμενο προς το οποίο μπορούμε να κατευθυνθούμε είναι το αντικείμενο της απόβλεψής μας, δηλαδή το αποβλεπτικό αντικείμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι όλα τα αποβλεπτικά αντικείμενα είναι πραγματικά, αλλά μόνο ότι, εάν το αποβλεπόμενο αντικείμενο υπάρχει πράγματι, τότε αυτό το πραγματικό αντικείμενο —και κανένα άλλο— είναι το αποβλεπτικό μας αντικείμενο. Με άλλα λόγια, η διάκριση που πρέπει να γίνει δεν είναι ανάμεσα στο αποβλεπτικό αντικείμενο και στο πραγματικό αντικείμενο, αλλά ανάμεσα στο απλώς αποβλεπτικό αντικείμενο και στο πραγματικό και ταυτόχρονα αποβλεπτικό αντικείμενο. Όπως γράφει ο Χούσερλ:

{97} «Το αντικείμενο είναι απλώς αποβλεπτικό» δεν σημαίνει βεβαίως ότι υπάρχει, αλλά μόνο μέσα σε μια απόβλεψη, της οποίας αποτελεί πραγματικό (reelles) μέρος, ούτε ότι υπάρχει κάποια σκιά του. Σημαίνει, αντίθετα, ότι υπάρχει η απόβλεψη, η αναφορά σε ένα αντικείμενο που προσδιορίζεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, όχι όμως και ότι υπάρχει το ίδιο το αντικείμενο. Εάν το αποβλεπτικό αντικείμενο υπάρχει, τότε δεν υπάρχει μόνο η απόβλεψη, η αναφορά, αλλά υπάρχει επίσης και το αντικείμενο στο οποίο αυτή αναφέρεται. (LI, 596 [Hua XIX, 439])

Εφόσον το αντικείμενο δεν υπάρχει, δεν διαθέτει κανέναν τρόπο ύπαρξης· είναι απλώς εννοούμενο/υποθετικό (vermeint) (LI, 558 [Hua XIX, 386]). Εάν όμως το αντικείμενο υπάρχει, τότε δεν είναι μόνο εννοούμενο, αλλά και δοσμένο. Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Χούσερλ, πράγματι αποβλέπουμε σε πραγματικά υπάρχοντα αντικείμενα. Το ότι όμως τα αποβλεπτικά μας αντικείμενα είναι πραγματικά και υπαρκτά αποτελεί έναν καθαρά περιγραφικό χαρακτηρισμό. Δεν φέρει καμία μεταφυσική συνδήλωση.

Η διάκριση του Χούσερλ ανάμεσα στο πραγματικά υπάρχον αποβλεπτικό αντικείμενο και στο απλώς αποβλεπτικό αντικείμενο βασίζεται σε περιγραφικές διαφοροποιήσεις του τρόπου δοτικότητας του αντικειμένου· δηλαδή, το μόνο που σημαίνει η έκφραση «πραγματικό αντικείμενο» είναι ότι το αποβλεπόμενο αντικείμενο εμφανίζεται ως υπαρκτό. Παρουσιάζεται με τον τρόπο δοτικότητας της αντίληψης. Όπως αναφέρει η τελευταία πρόταση των Λογικών Ερευνών:

«Δεν πρέπει βεβαίως να λησμονούμε ότι το “ενεργές” (wirklich) δεν σημαίνει εδώ το ίδιο με το “εξωτερικό προς τη συνείδηση”, αλλά το ίδιο με το “όχι απλώς υποτιθέμενο”.» (LI, 869 [Hua XIX, 775]).[^6]

[^6]: Αν και η συγκεκριμένη διατύπωση του Χούσερλ συνδέεται στο άμεσο συμφραζόμενό της με μια συζήτηση για τις αισθήσεις, έχει ευρύτερη εφαρμογή. Βλ., για παράδειγμα, την παράλληλη συζήτησή του στη Δεύτερη Έρευνα (LI, 359 [Hua XIX, 139]).


Αυτά αρκούν όσον αφορά τη ρεαλιστική ερμηνεία της θεωρίας της αποβλεπτικότητας του Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες.[^7] Η προσπάθεια να ερμηνευθεί το έργο υπό ένα ιδεαλιστικό πρίσμα υπήρξε πολύ λιγότερο διαδεδομένη. Ίσως επειδή ο ίδιος ο Χούσερλ καταδικάζει απερίφραστα κάθε μορφή φαινομεναλισμού:

{98} Το θεμελιώδες ελάττωμα των φαινομεναλιστικών θεωριών είναι ότι δεν διακρίνουν την εμφάνιση (Erscheinung) ως αποβλεπτικό βίωμα από το εμφανιζόμενο αντικείμενο (το υποκείμενο των αντικειμενικών κατηγορημάτων), και επομένως ταυτίζουν το βιωμένο σύμπλεγμα αισθήσεων με το σύμπλεγμα των αντικειμενικών ιδιοτήτων. (LI, 546 [Hua XIX, 371])

Όπως κι αν αποφανθούμε σχετικά με το ερώτημα της ύπαρξης ή μη ύπαρξης των φαινομενικών εξωτερικών πραγμάτων, δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε ότι η πραγματικότητα κάθε τέτοιου αντιληπτού πράγματος δεν μπορεί να κατανοηθεί ως η πραγματικότητα ενός αντιληπτού συμπλέγματος αισθήσεων μέσα σε μια αντιλαμβανόμενη συνείδηση. (LI, 862 [Hua XIX, 764–765])

Σε ένα καθαρά περιγραφικό επίπεδο, υπάρχει μια εμφανής διαφορά εκδήλωσης ανάμεσα στο αντικείμενο και στο βίωμα. Αυτήν ακριβώς την περιγραφική διαφορά παραβλέπουν ο φαινομεναλισμός και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός, γεγονός που νομιμοποιεί μια φαινομενολογική ανασκευή αυτών των δύο μεταφυσικών θέσεων (πρβλ. LI, 547 [Hua XIX, 371]).

[^7]: Έχει κατά καιρούς υποστηριχθεί ότι, ακόμη και αν ο Χούσερλ δεν είναι μεταφυσικός ρεαλιστής όσον αφορά τα χωροχρονικά αντικείμενα, ο πλατωνισμός του στα Προλεγόμενα τον δεσμεύει σε κάποιο είδος μεταφυσικού ρεαλισμού ως προς τα ιδεατά αντικείμενα. Ως απάντηση μπορεί, καταρχάς, να επισημανθεί ότι ο ίδιος ο Χούσερλ τόνισε αργότερα πως δεν επιχειρούσε να αποδείξει την ύπαρξη ιδεατών αντικειμένων σε κάποια ξεχωριστή υπερφυσική επικράτεια, αλλά ότι υπερασπιζόταν απλώς το κύρος (Geltung) του ιδεατού. Με λίγα λόγια, υποστήριζε έναν λογικό και όχι έναν οντολογικό πλατωνισμό (Hua XXII, 156–157). Δεύτερον, ο «πλατωνισμός» του Χούσερλ εντοπίζεται κυρίως στα Προλεγόμενα, όμως το μεγαλύτερο μέρος αυτού του κειμένου χρονολογείται ήδη από το 1896 και έχει συζητηθεί εκτενώς κατά πόσον αποτελεί πράγματι ενιαίο σύνολο με το υπόλοιπο των Λογικών Ερευνών. Με άλλα λόγια, παραμένει αμφιλεγόμενο αν τα Προλεγόμενα αποτελούν όντως φαινομενολογικό έργο ή αν εξακολουθούν να ανήκουν στην προ-φαινομενολογική περίοδο. Τρίτον, και σημαντικότερο, ακόμη και αν δεχθεί κανείς ότι υπάρχουν διατυπώσεις που φαίνεται να υποδηλώνουν έναν ρεαλισμό ως προς τα ιδεατά αντικείμενα, αυτό δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι ο Χούσερλ τάσσεται ρητά εναντίον του μεταφυσικού ρεαλισμού και ορίζει τη φαινομενολογία με όρους μεταφυσικής ουδετερότητας. Εν ολίγοις, ακόμη και αν ο «πλατωνισμός» του Χούσερλ τον δεσμεύει σε κάποια μορφή μεταφυσικού ρεαλισμού, αυτό δεν μετατρέπει τις Λογικές Έρευνες σε έργο ρεαλιστικής μεταφυσικής· απλώς επιβεβαιώνει (πρβλ. σ. 101 παρακάτω) ότι το έργο περιέχει ορισμένες σοβαρές εσωτερικές εντάσεις.


Σε κάποιον βαθμό, θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι η κριτική του Χούσερλ στην αναπαραστασιοκρατία υποστηρίζει ένα είδος άμεσου ρεαλισμού. Είμαστε, zunächst und zumeist («κατ’ αρχάς και ως επί το πλείστον»), στραμμένοι προς πραγματικά υπάρχοντα αντικείμενα, και αυτή η κατεύθυνση δεν διαμεσολαβείται από κανένα ενδονοητικό αντικείμενο. Αν όμως θελήσει κανείς να ονομάσει αυτή την επιστημολογική θέση «ρεαλισμό», πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για έναν ρεαλισμό θεμελιωμένο στην εμπειρία. Πρόκειται για έναν εμπειρικό ή εσωτερικό ρεαλισμό, ο οποίος δεν παρουσιάζει καμία συγγένεια με έναν μεταφυσικό, εξωτερικό ρεαλισμό.

Με την ίδια λογική, και ίσως ακόμη πιο εύστοχα, θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η κριτική του Χούσερλ στην αναπαραστασιοκρατία συνιστά ταυτόχρονα κριτική τόσο του ρεαλισμού όσο και του ιδεαλισμού. Εάν ορίσουμε την αντίθεση μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού μέσω του ζεύγους εσωτερική αναπαράσταση / εξωτερική πραγματικότητα —όπου ο ιδεαλισμός υποστηρίζει ότι το μόνο υπαρκτό ον είναι η ενδονοητική αναπαράσταση, ενώ ο ρεαλισμός ότι η νοητική αναπαράσταση αντιστοιχεί σε ένα εξωνοητικό και ανεξάρτητο από τον νου αντικείμενο— τότε είναι προφανές ότι ο Χούσερλ οφείλει να απορρίψει και τις δύο αυτές θέσεις.

Το γεγονός αυτό δείχνει επίσης ότι θα ήταν σφάλμα να ερμηνεύσουμε τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ ως απλή έκφραση αδυναμίας. Το ότι ο Χούσερλ είναι μεταφυσικά ουδέτερος δεν σημαίνει ούτε ότι είναι ανίκανος να ασκήσει κριτική σε ορισμένες μεταφυσικές θέσεις ούτε ότι δεν έχει απολύτως τίποτε να πει για τη διαμάχη μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού. Συνεπάγεται, ωστόσο, ότι όσα έχει να πει για το ζήτημα αυτό πρέπει να θεμελιώνονται σε περιγραφικές αναλύσεις της δομής της αποβλεπτικότητας.

III. Απελευθέρωση ή περιορισμός

Φθάνουμε, τέλος, στο κεντρικό ερώτημα: πώς πρέπει να αξιολογήσουμε τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ; Πρέπει να θεωρηθεί αδυναμία ή πλεονέκτημα; Είναι η άρνηση του Χούσερλ να δεσμευθεί είτε υπέρ ενός μεταφυσικού ιδεαλισμού είτε υπέρ ενός μεταφυσικού ρεαλισμού ένα μοιραίο ελάττωμα, που {99} καταδικάζει τη φαινομενολογία να παραμείνει μέσα σε τόσο στενά όρια ώστε η απάντηση στα κεντρικά μεταφυσικά ερωτήματα να βρίσκεται για πάντα έξω από την εμβέλειά της, ή μήπως πρέπει, αντίθετα, να θεωρηθεί αποφασιστικό πλεονέκτημα, ως άρνηση επιλογής ανάμεσα σε δύο εξίσου μη ελκυστικές θέσεις και, επομένως, ως μια απελευθερωτική κίνηση που ανοίγει νέους ορίζοντες;

Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο Μπενουά υιοθετεί τη δεύτερη εκδοχή. Για να διατυπώσουμε με ακρίβεια τον κεντρικό του ισχυρισμό: το αποφασιστικό επίτευγμα των Λογικών Ερευνών είναι η ανακάλυψη μιας νέας, μη νοησιαρχικής έννοιας του φαινομένου και της εμφάνισης. Αυτή η ανακάλυψη τοποθετεί οριστικά το φαινομενολογικό εγχείρημα πέρα όχι μόνο από κάθε μορφή αναπαραστασιοκρατίας και φαινομεναλισμού, αλλά και πέρα από κάθε διαμάχη μεταξύ ιδεαλισμού και ρεαλισμού:

On ne peut être plus clair: le 'problème métaphysique' de la connaissance, à savoir précisément la question du choix entre le réalisme et l'idéalisme, est supprimé par la phénoménologie. S'il l'est, c'est que se placer dans une attitude purement descriptive, c'est déconstruire les conditions mêmes du problème, à savoir les interprétations objectivantes prédéterminées (et en elles-mêmes 'métaphysiques') qui modifient toujours déjà le donné et altèrent son caractère phénoménologiquement déterminé. C'est qui apparaît, en tant que pur apparaître, n'est ni dedans ni dehors, ni moi, ni non-moi. C'est pur 'phénomène', 'donné'.^8

Δεν θα μπορούσε να διατυπωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια: το «μεταφυσικό πρόβλημα» της γνώσης, δηλαδή ακριβώς το ζήτημα της επιλογής μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού, καταργείται από τη φαινομενολογία. Και αν καταργείται, αυτό συμβαίνει επειδή η υιοθέτηση μιας αμιγώς περιγραφικής στάσης αποδομεί τις ίδιες τις προϋποθέσεις του προβλήματος, δηλαδή τις προκαθορισμένες αντικειμενοποιητικές (και καθεαυτές «μεταφυσικές») ερμηνείες, οι οποίες ήδη εξαρχής μετασχηματίζουν το δοσμένο και αλλοιώνουν τον φαινομενολογικά προσδιορισμένο χαρακτήρα του. Εκείνο που εμφανίζεται, ως καθαρή εμφάνιση, δεν είναι ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε εγώ ούτε μη-εγώ. Είναι καθαρό «φαινόμενο», καθαρό «δοσμένο».[^8]

[^8]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 228. Πρβλ. επίσης σ. 274.


Κατά συνέπεια, πρέπει να αποφεύγεται η νοησιαρχική ή ψυχολογική παρερμηνεία του φαινομένου. Αντιθέτως, έχουμε να κάνουμε με ένα ζήτημα δοτικότητας: μιας δοτικότητας που είναι θεμελιωδέστερη από το γεγονός ότι πρόκειται για τη δοτικότητα κάποιου πράγματος σε κάποιον. Έτσι, ο Μπενουά θεωρεί τη δοτικότητα ως την κεντρική έννοια της φαινομενολογίας και υποστηρίζει ότι μόνο μέσα σε αυτό το πεδίο ή πλαίσιο έχει νόημα να συζητούμε ζητήματα όπως η πραγματικότητα, η ιδεατότητα, η υποκειμενικότητα και η αντικειμενικότητα.[^9]

[^9]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 285. Δεν μου είναι σαφές, ωστόσο, πώς ο Μπενουά θα συμφιλίωνε αυτή την ερμηνεία με το γεγονός ότι ο Χούσερλ, στις Λογικές Έρευνες, υποστηρίζει την ύπαρξη μη αποβλεπτικών βιωμάτων.


Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο ο Χούσερλ επιδίωξε να αντικαταστήσει τις έννοιες του εσωτερικού και του εξωτερικού —έννοιες που θεωρούσε ότι προέρχονται από μια αφελή κοινοτυπική μεταφυσική— με τη φαινομενολογική διάκριση ανάμεσα στην επαρκή και την ανεπαρκή δοτικότητα. Το να μιλά κανείς για κάτι ως εσωτερικό ή εξωτερικό (ψυχικό ή φυσικό) σημαίνει ότι προβαίνει σε μια παράγωγη και εξαιρετικά παραπλανητική μεταφυσική ερμηνεία· γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο η περιγραφική φαινομενολογία οφείλει να αποφεύγει αυτές τις κατηγορίες (πρβλ. LI, 786, 814 [Hua XIX, 673, 708]).

Είναι σημαντικό να μην εκληφθεί αυτό ως υπεράσπιση κάποιου είδους ουδέτερου μονισμού, αφού ο ίδιος ο Χούσερλ απορρίπτει ρητά ένα τέτοιο πρόγραμμα ως φαινομενολογικά εσφαλμένο:

{100} Αυτά τα δύο, η αίσθηση του χρώματος και ο αντικειμενικός χρωματισμός του αντικειμένου, συγχέονται συχνά. Στην εποχή μας έχει επικρατήσει ένας τρόπος έκφρασης σύμφωνα με τον οποίο και τα δύο είναι το ίδιο πράγμα, απλώς ιδωμένο από διαφορετική σκοπιά ή υπό διαφορετικό ενδιαφέρον: ψυχολογικά ή υποκειμενικά μιλώντας, έχουμε μια αίσθηση· φυσικά ή αντικειμενικά μιλώντας, έχουμε μια ιδιότητα ενός εξωτερικού πράγματος. [...] Είναι φαινομενολογικά εσφαλμένο να λέγεται ότι η διαφορά ανάμεσα σε ένα συνειδησιακό περιεχόμενο της αντίληψης και στο εξωτερικό αντικείμενο που γίνεται αντιληπτό (ή προς το οποίο αποβλέπει η αντίληψη) μέσα σε αυτήν είναι απλώς μια διαφορά στον τρόπο θεώρησης [...]. (LI, 537–538 [Hua XIX, 359])

Παρότι η δοτικότητα είναι θεμελιώδης και επομένως προηγείται της οντολογικής διάκρισης μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού, ψυχικού και φυσικού, δεν είναι αδιαφοροποίητη. Αντιθέτως, ήδη στο καθαρά περιγραφικό επίπεδο υπάρχει μια διαφορά εκδήλωσης ανάμεσα στο βίωμα και στο αντικείμενο. Το φαινόμενο έχει δύο όψεις: δεν περιλαμβάνει μόνο το βίωμα ως πρόσβαση στο αντικείμενο, αλλά και το αντικείμενο ως εμφανιζόμενο. Αυτή η διαφορά είναι εσωτερική στο ίδιο το δοσμένο και δεν αποτελεί αποτέλεσμα μιας μεταγενέστερης μεταφυσικής ερμηνείας.


Θα ήθελα εξαρχής να πω ότι συμμερίζομαι την αξιολόγηση του Μπενουά για τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ, διότι —σε αντίθεση με τη δική μου παλαιότερη ερμηνεία— καθιστά τις Λογικές Έρευνες ένα φιλοσοφικά πιο ενδιαφέρον έργο. Αφού το επισημάνω αυτό, οφείλω ωστόσο να προσθέσω ότι δεν μπορώ να τον ακολουθήσω μέχρι τέλους.

Πρώτον, και αυτό αναγνωρίζεται ακόμη και από τον ίδιο τον Μπενουά, δεν υποστηρίζουν όλα όσα περιέχονται στις Λογικές Έρευνες τη δική του ερμηνεία. Δεύτερον, θεωρώ ότι υπάρχει μια άλυτη ένταση στην ερμηνεία του Μπενουά, την οποία θα επιχειρήσω αμέσως να καταδείξω. Και, τέλος, πιστεύω ότι ακόμη και αν αποδεχθεί κανείς την ανάγνωσή του, η μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ εξακολουθεί να συνεπάγεται ορισμένες εξαιρετικά προβληματικές συνέπειες.

1. Ήδη από το 1919, ο Χάιντεγκερ παρατήρησε ότι η αρχική αυτοερμηνεία του Χούσερλ για τις Λογικές Έρευνες ήταν εξαιρετικά ανεπαρκής και ότι, κατά συνέπεια, ήταν αναγκαίο να διακρίνει κανείς ανάμεσα στις μεταθεωρητικές αναστοχάσεις του Χούσερλ και στις ίδιες τις αναλύσεις του.[^10] Ένας από τους λόγους αυτής της κριτικής παρατήρησης ήταν ότι ο Χούσερλ χαρακτήριζε τη φαινομενολογία, στην εισαγωγή του δεύτερου μέρους του έργου, ως περιγραφική ψυχολογία (LI, 262 [Hua XIX, 24])· έναν χαρακτηρισμό που ο ίδιος επρόκειτο να μετανιώσει και να απορρίψει ήδη από το 1903, και μάλιστα δικαιολογημένα, αφού δεν απέδιδε αυτό που πραγματικά διακυβευόταν (Hua XXII, 206–208).[^11] Γιατί λοιπόν να αναφερθεί αυτή η αρχική αστοχία; Διότι {101} δεν συμβιβάζεται ιδιαίτερα καλά με την ερμηνεία της μεταφυσικής ουδετερότητας του Χούσερλ που παρουσιάστηκε παραπάνω. Όπως παραδέχεται και ο ίδιος ο Μπενουά, η ερμηνεία της φαινομενολογικής διερεύνησης της δομής της εμφάνισης και των φαινομένων με ψυχολογικούς όρους δεν αποτελεί παρά μια νοησιαρχική οπισθοδρόμηση στη μεταφυσική.[^12]

[^10]: M. Heidegger, Grundprobleme der Phänomenologie 1919/20, Φρανκφούρτη επί του Μάιν: Vittorio Klostermann, 1993, σσ. 13–15. Πρβλ. επίσης M. Heidegger, Prolegomena zur Geschichte des Zeitbegriffs, Φρανκφούρτη επί του Μάιν: Vittorio Klostermann, 1979, σ. 31.

[^11]: Πρβλ. Λογικές Έρευνες (LI), σσ. 47–48 [Hua XVIII, 12–13], καθώς και E. Husserl, «Entwurf einer Vorrede», σ. 325.

[^12]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 215.


Αυτή όμως δεν είναι η μόνη ασυνέπεια και εσωτερική ένταση των Λογικών Ερευνών. Στην εισαγωγή, ο Χούσερλ φαίνεται επίσης να ταυτίζει τη φαινομενολογία με την ανάλυση του εμμενούς (reell) περιεχομένου των νοητικών ενεργημάτων και υποστηρίζει ότι πρέπει να αποστρέψουμε το θεωρητικό ενδιαφέρον από τα αντικείμενα και να το στρέψουμε προς τα ενεργήματα (LI, 255, 265 [Hua XIX, 14, 28]). Αυτός ο μεθοδολογικός περιορισμός επαναλαμβάνεται συχνά αργότερα στο έργο.

Στην Τρίτη και την Πέμπτη Έρευνα, ο Χούσερλ διακρίνει, αφενός, το εμμενές και φαινομενολογικό περιεχόμενο και, αφετέρου, το αποβλεπτικό περιεχόμενο (LI, 442, 576 [Hua XIX, 237, 411]). Υπογραμμίζει επίσης τη σημασία της παρένθεσης του αποβλεπτικού αντικειμένου κατά την περιγραφή του ενεργήματος, εξαιτίας της υπερβατικότητας του αντικειμένου ως προς το ενέργημα (LI, 256, 587 [Hua XIX, 16, 427]). Με άλλα λόγια, αν εξετάσει κανείς τις προγραμματικές δηλώσεις του Χούσερλ, φαίνεται να αποκλείει από το πεδίο της έρευνας τόσο το αποβλεπτικό περιεχόμενο όσο και το αποβλεπτικό αντικείμενο (πρβλ. LI, 415 [Hua XIX, 206]). Το μόνο που φαίνεται να απομένει στη φαινομενολογία είναι οι νοητικές αναλύσεις.

Ωστόσο, ήδη στην ίδια αυτή εισαγωγή συναντά κανείς μια σαφή αντίθεση προς αυτές τις διατυπώσεις. Έτσι, ο Χούσερλ δηλώνει επίσης ότι το ενέργημα διαθέτει τόσο ένα ιδιάζον (εμμενές) περιεχόμενο όσο και ένα ιδεατό αποβλεπτικό περιεχόμενο (LI, 259–260 [Hua XIX, 21]), και ότι η αντικειμενική αναφορά αποτελεί ένα περιγραφικό γνώρισμα της ίδιας της αποβλεπτικής εμπειρίας (LI, 264 [Hua XIX, 25]).

Η τελευταία αυτή παρατήρηση επιβεβαιώνεται στην Πέμπτη Έρευνα, η οποία επικεντρώνεται στην αποβλεπτικότητα. Μια προσεκτική μελέτη αυτής της Έρευνας αποκαλύπτει αμέσως ότι ο Χούσερλ αναφέρεται διαρκώς τόσο στο αποβλεπτικό αντικείμενο όσο και στο αποβλεπτικό περιεχόμενο κατά την ανάλυσή του. Η διερεύνησή του δεν δείχνει μόνο ότι το ενέργημα συντίθεται από ένα εμμενές περιεχόμενο· δείχνει επίσης ότι πραγματώνει (instantiates) ένα αποβλεπτικό περιεχόμενο και συγκροτεί ένα αποβλεπτικό αντικείμενο.

Παρ' όλα αυτά, παραμένει γεγονός ότι μια ανάγνωση της μεταφυσικής ουδετερότητας του Χούσερλ, η οποία επιδιώκει να τη συνδέσει με την ανακάλυψη μιας έννοιας της δοτικότητας που προηγείται της στατικής αντιπαράθεσης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου, συγκρούεται με αρκετές από τις ίδιες τις μεθοδολογικές αναστοχάσεις του Χούσερλ.

Το ότι οι Λογικές Έρευνες ήταν υπερβολικά προσανατολισμένες προς τη νόηση (noesis) είχε γίνει σαφές στον ίδιο τον Χούσερλ ήδη κατά την εποχή της δεύτερης έκδοσης του έργου. Όπως προσθέτει σε μια εκτενή υποσημείωση της Πέμπτης Έρευνας:

Στην πρώτη έκδοση έγραψα «πραγματικό ή φαινομενολογικό» αντί απλώς «πραγματικό». Η λέξη «φαινομενολογικό», όπως και η λέξη «περιγραφικό», χρησιμοποιούνταν στην πρώτη έκδοση μόνο σε σχέση με τα εμμενή (reelle) στοιχεία του βιώματος, και μέχρι αυτό το σημείο της παρούσας έκδοσης έχει χρησιμοποιηθεί κυρίως με αυτή τη σημασία. Αυτό ανταποκρινόταν στη φυσική αφετηρία που προσφέρει η ψυχολογική σκοπιά. Καθώς όμως επανεξέταζα τις ολοκληρωμένες Έρευνες και στοχαζόμουν βαθύτερα τα θέματά τους —ιδίως από το σημείο αυτό και έπειτα— έγινε ολοένα σαφέστερο ότι η περιγραφή της αποβλεπτικής αντικειμενικότητας ως τέτοιας, όπως τη συνειδητοποιούμε μέσα στο συγκεκριμένο βίωμα-ενέργημα, συνιστά μια ιδιαίτερη περιγραφική διάσταση, στην οποία μπορεί επίσης να ασκηθεί μια καθαρά εποπτική περιγραφή· μια διάσταση αντίθετη προς εκείνη των εμμενών (reellen) συστατικών της πράξης, αλλά η οποία αξίζει επίσης να ονομάζεται «φαινομενολογική». Αυτές οι μεθοδολογικές διευρύνσεις οδηγούν σε σημαντικές επεκτάσεις του πεδίου των προβλημάτων που ανοίγονται πλέον μπροστά μας και σε ουσιώδεις βελτιώσεις χάρη στην πλήρως συνειδητή διάκριση των περιγραφικών επιπέδων. Πρβλ. τις Ιδέες για μια καθαρή φαινομενολογία, Βιβλίο Ι, και ιδίως όσα λέγονται για τη νόηση (Noesis) και το νόημα (Noema) στο Τμήμα III. (LI, 576 [Hua XIX, 411]. Πρβλ. Hua XVIII, 13· Hua III/1, 296)

2. Όσον αφορά τώρα τη δεύτερη επιφύλαξή μου, θεωρώ σχεδόν αδύνατο να αξιολογήσει κανείς το φαινομενολογικό εγχείρημα των Λογικών Ερευνών χωρίς να λάβει θέση σχετικά με τη σχέση του προς τα μεταγενέστερα έργα του Χούσερλ.

Μια κλασική ερμηνεία της σχέσης ανάμεσα στην πρώιμη περιγραφική φαινομενολογία του Χούσερλ και στη μεταγενέστερη υπερβατολογική φαινομενολογία του υποστηρίζει ότι η δεύτερη αντιπροσωπεύει μια μοιραία στροφή από τον μεταφυσικό ρεαλισμό στον μεταφυσικό ιδεαλισμό. Όπως είδαμε ήδη, η ερμηνεία αυτή αποτυγχάνει για έναν πολύ απλό λόγο: ο Χούσερλ δεν υποστήριζε έναν μεταφυσικό ρεαλισμό στις Λογικές Έρευνες. Επιπλέον, είναι αμφισβητήσιμο αν ο Χούσερλ υπερασπίστηκε ποτέ έναν μεταφυσικό ιδεαλισμό.

Μια διαφορετική ερμηνεία υποστηρίζει ότι η υπερβατολογική στροφή του Χούσερλ πρέπει να γίνει δεκτή θετικά, διότι συνιστά μια προσπάθεια υπέρβασης ορισμένων αδυναμιών των Λογικών Ερευνών. Με άλλα λόγια, ήταν προκειμένου να επιλύσει προβλήματα εγγενή στην περιγραφική του φαινομενολογία που ο Χούσερλ αναγκάστηκε να υιοθετήσει μια υπερβατολογική σκοπιά.

Περιττό βέβαια να πούμε ότι αυτή η ανάγνωση συμφωνεί με τη δική του εκδοχή των πραγμάτων. Αν εξετάσει κανείς κείμενα που γράφτηκαν τα χρόνια αμέσως μετά τις Λογικές Έρευνες, θα συναντήσει συχνές παρατηρήσεις στις οποίες ο Χούσερλ εκφράζει τη δυσαρέσκειά του για τις αδυναμίες του έργου. Σε επιστολή του προς τον Hans Cornelius, τον Σεπτέμβριο του 1906, γράφει, για παράδειγμα, ότι οι σκέψεις του σχετικά με τη φύση της φαινομενολογίας στην εισαγωγή περιείχαν μια πολύ ανεπαρκή διατύπωση της πραγματικής μεθόδου και του πραγματικού νοήματος των Ερευνών (Hua Dok III/2, 29).[^13]

[^13]: Πρβλ. επίσης Hua IX, 29 και E. Husserl, «Entwurf einer Vorrede», σσ. 109, 124, 329.


Και στις παραδόσεις Εισαγωγή στη Λογική και τη Θεωρία της Γνώσης (Einleitung in die Logik und Erkenntnistheorie, 1906–1907), ο Χούσερλ υποστηρίζει ότι είναι αναγκαίο να εγκαταλειφθεί το πρόγραμμα μιας περιγραφικής φαινομενολογίας υπέρ μιας υπερβατολογικής φαινομενολογίας, εάν επιθυμούμε να διασαφηνίσουμε πραγματικά τη σχέση ανάμεσα στο ενέργημα, τη σημασία και το αποβλεπόμενο υπερβατικό αντικείμενο (Hua XXIV, 425–427).

{103} Αν υιοθετεί κανείς τη δεύτερη ερμηνεία, όπως κάνω εγώ, θα ήταν φυσικό να υποδεχθεί θετικά μια ερμηνεία των Λογικών Ερευνών η οποία τις διαβάζει με έναν υπερβατολογικό ή πρωτο-υπερβατολογικό τρόπο. Διότι, εάν μια τέτοια ανάγνωση ήταν δυνατή, θα παρείχε λόγους για να υποβαθμίσουμε τη διαφορά ανάμεσα στην περιγραφική φαινομενολογία του Χούσερλ και στην υπερβατολογική του φαινομενολογία και, κατά συνέπεια, θα έδινε λιγότερους λόγους για να ασκήσουμε κριτική στο είδος της φαινομενολογίας που συναντούμε στις Λογικές Έρευνες.

Ο ίδιος ο Χούσερλ ισχυρίστηκε αργότερα ότι οι Λογικές Έρευνες περιείχαν πράγματι υπερβατολογικά στοιχεία (Hua XXIV, 425, πρβλ. Hua II, 91), έναν ισχυρισμό που φαίνεται να συμμεριζόταν και ο νεαρός Χάιντεγκερ. Έτσι, στις παραδόσεις Θεμελιώδη προβλήματα της φαινομενολογίας (Grundprobleme der Phänomenologie) του 1919/20, ο Χάιντεγκερ ασκεί κριτική στη «σχολή του Λιπς» (die Lippschen Schule) επειδή αντιμετώπιζε τις Λογικές Έρευνες ως έργο περιγραφικής ψυχολογίας, παραβλέποντας έτσι το «γνήσια διεγερτικό υπερβατολογικό κίνητρο» (eigentlich stimulierende transzendentale Motiv).[^14]

[^14]: M. Heidegger, Grundprobleme der Phänomenologie 1919/20, σ. 15. Η δήλωση αυτή είναι μάλλον εκπληκτική, καθώς αντιφάσκει ευθέως προς τη μεταγενέστερη και γνωστότερη ερμηνεία του Χάιντεγκερ, σύμφωνα με την οποία το περιγραφικό εγχείρημα στις Λογικές Έρευνες ήταν προτιμότερο από το μεταγενέστερο έργο του Χούσερλ ακριβώς επειδή δεν είχε ακόμη μολυνθεί από υπερβατολογικές ανησυχίες. Όπως διατυπώνει ο Χάιντεγκερ στο Zur Sache des Denkens: «Ο ίδιος ο Χούσερλ, ο οποίος στις Λογικές Έρευνες —ιδίως στην VI— πλησίασε το πραγματικό ερώτημα του Είναι, δεν μπόρεσε να το διατηρήσει μέσα στο τότε φιλοσοφικό κλίμα· επηρεάστηκε από τον Νάτορπ και πραγματοποίησε τη στροφή προς την υπερβατολογική φαινομενολογία, η οποία έφθασε στην πρώτη της κορύφωση στις Ιδέες. Με αυτόν τον τρόπο όμως εγκαταλείφθηκε η αρχή της φαινομενολογίας» (M. Heidegger, Zur Sache des Denkens, Tübingen: Max Niemeyer, 1988, 47).


Προχωρά όμως η ερμηνεία του Μπενουά προς την ίδια κατεύθυνση; Μας προσφέρει μια πρωτο-υπερβατολογική ανάγνωση του έργου; Η ριζοσπαστικότητα της ερμηνείας του Μπενουά ίσως γίνει σαφέστερη αν τη συγκρίνουμε με εκείνη που προτείνει ο Ντε Μπουρ [De Boer]. Ο Ντε Μπουρ υποστήριξε ότι ο Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες πίστευε ακλόνητα στην ύπαρξη μιας αντικειμενικής πραγματικότητας (του κόσμου της φυσικής) πίσω από τον κόσμο των φαινομένων, αλλά ότι θεωρούσε αυτή την πεποίθηση ως μια μεταφυσική προϋπόθεση από την οποία μπορούσε να απομονωθεί η ψυχολογική του ανάλυση της αποβλεπτικότητας.[^15]

[^15]: T. De Boer, The Development of Husserl's Thought, The Hague: Martinus Nijhoff, 1978, σσ. 195–197.


Αυτή η ανάγνωση αποτελεί ασφαλώς μια μη υπερβατολογική ερμηνεία των Λογικών Ερευνών. Όχι μόνο ο Ντε Μπουρ ερμηνεύει τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ με πολύ διαφορετικό τρόπο από τον Μπενουά —ο Χούσερλ είναι μεταφυσικά ουδέτερος όχι επειδή αμφισβητεί τη νομιμότητα των μεταφυσικών ερωτημάτων, αλλά απλώς επειδή θεωρεί ότι τα μεταφυσικά ζητήματα βρίσκονται πέρα από το πεδίο της φαινομενολογίας— αλλά επιπλέον ο Ντε Μπουρ θεωρεί ότι ο Χούσερλ ασχολείται πράγματι με περιγραφική ψυχολογία.

Αντίθετα, ο ισχυρισμός του Μπενουά ότι η σημαντικότερη συμβολή των Λογικών Ερευνών έγκειται στην επεξεργασία μιας νέας έννοιας της δοτικότητας, μιας δοτικότητας η οποία θεωρείται τόσο θεμελιώδης ώστε να αποτελεί το πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορούν να λάβουν χώρα συζητήσεις για ζητήματα όπως η πραγματικότητα, η ιδεατότητα, η υποκειμενικότητα και η αντικειμενικότητα, ακούγεται σαφώς υπερβατολογικός. Πράγματι, η ιδέα ότι η έννοια της δοτικότητας προηγείται της διάκρισης ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο είναι μια ιδέα που συνδέεται συνήθως με τον πολύ μεταγενέστερο, υπερβατολογικό Χούσερλ.[^16]

[^16]: Για μια πολύ πρώιμη διατύπωση, βλ. Hua XXIV, 242.


Έτσι, ένας τρόπος να ερμηνεύσουμε την έννοια {104} της «λειτουργούσας αποβλεπτικότητας» (fungierende Intentionalität) του Χούσερλ είναι να πούμε ότι προηγείται του διαχωρισμού ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, στο υποκείμενο και το αντικείμενο, στο εγώ και τον κόσμο, και ότι όλες αυτές οι παράγωγες και θεμελιωμένες διακρίσεις απλώς εκφράζουν τη διαφοροποιημένη δομή της.[^17] Μια παρόμοια υπερβατολογική κατεύθυνση εμφανίζεται όταν ο Μπενουά τονίζει ότι η θεωρία του Χούσερλ για την αποβλεπτικότητα στις Λογικές Έρευνες δεν πρέπει να κατανοείται απλώς ως έρευνα της συνείδησης, αλλά και ως διασαφήνιση του φαινομενολογικού καθεστώτος του αντικειμένου· δηλαδή ότι μια έρευνα της αποβλεπτικότητας πρέπει αναγκαστικά να εκτείνεται και στις δύο πλευρές της συστοιχίας.[^18] Με λίγα λόγια, φαίνεται φυσικό να θεωρήσουμε την ερμηνεία του Μπενουά για τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ ως μια πρωτο-υπερβατολογική επανερμηνεία των Λογικών Ερευνών.

[^17]: Πρβλ. G. Brand, Welt, Ich und Zeit. Nach unveröffentlichten Manuskripten Edmund Husserls, The Hague: Martinus Nijhoff, 1955, σ. 28· J. G. Hart, The Person and the Common Life, Dordrecht: Kluwer Academic Publishers, 1992, σ. 12· D. Zahavi, Self-awareness and Alterity, Evanston: Northwestern University Press, 1999, σ. 121.

[^18]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 281.


Ωστόσο, αυτός δεν είναι καθόλου ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος ο Μπενουά αντιλαμβάνεται το ζήτημα. Παρότι παραδέχεται ότι ο ίδιος ο Χούσερλ είχε την τάση να ερμηνεύει την υπερβατολογική του στροφή ως μια πιο συνεπή επανεξέταση του εγχειρήματος που είχε ξεκινήσει στις Λογικές Έρευνες,[^19] ο Μπενουά επιμένει παρ’ όλα αυτά ότι η πρώιμη περιγραφική φαινομενολογία του Χούσερλ παραμένει απαλλαγμένη από κάθε μορφή υπερβατολογισμού.[^20]

[^19]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 208.

[^20]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 298.

Θεωρώ αυτή την προσπάθεια παρεμπόδισης μιας πρωτο-υπερβατολογικής ερμηνείας των Λογικών Ερευνών κάπως παράξενη, αλλά υποψιάζομαι ότι εν μέρει υποκινείται από τον κλασικό και μάλλον στενό καντιανό ορισμό του Μπενουά για την έννοια «υπερβατολογικό», τον οποίο συνδέει ρητά με ζητήματα όπως η υπερβατολογική συναγωγή (transcendental deduction) και ο θεμελιοκρατισμός (foundationalism).[^21] Ωστόσο, δεν είμαι καθόλου βέβαιος ότι η χουσερλιανή έννοια της υπερβατολογικής φιλοσοφίας συμπίπτει με την καντιανή, είτε από μεθοδολογική είτε από ουσιαστική άποψη. Με άλλα λόγια, συμφωνώ πλήρως με τον Μπενουά, εάν το σημείο που επιθυμεί να υποστηρίξει είναι ότι το εγχείρημα που υπερασπίζεται ο Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες διαφέρει από το καντιανό. Ωστόσο, θεωρώ ότι κάτι παρόμοιο ισχύει ακόμη και μετά την υπερβατολογική στροφή του Χούσερλ· και σε αυτή την περίπτωση δεν υπάρχει λόγος να δίνουμε έμφαση στις Λογικές Έρευνες εις βάρος των μεταγενέστερων έργων του.[^22]

[^21]: J. Benoist, Phénoménologie, sémantique, ontologie, σ. 298. Ο Μπενουά φαίνεται επίσης να επιδοκιμάζει τη μη-εγωλογική θέση του Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες, με την ρητή κριτική της απέναντι σε κάθε είδους μεταφυσικής του Εγώ (I-metaphysics). Είμαι περισσότερο επιφυλακτικός σχετικά με τα πλεονεκτήματα μιας μη-εγωλογικής θέσης, αλλά η συζήτηση αυτού του ζητήματος εδώ θα μας οδηγούσε πολύ μακριά. Πρβλ., ωστόσο, D. Zahavi, «Self and Consciousness», στο D. Zahavi (επιμ.), Exploring the Self. Philosophical and psychopathological perspectives on self experience, Amsterdam: John Benjamins, 2000, σσ. 55–74· D. Zahavi, «The Three Concepts of Consciousness in Logische Untersuchungen», Husserl Studies 18, 2002, σσ. 51–64.

[^22]: Τελικά, θεωρώ ότι η έννοια του υπερβατολογικού στον Χούσερλ είναι τόσο ευρεία, ώστε θα μπορούσε ακόμη και να χρησιμοποιηθεί για να συμπεριλάβει αυτό που διακυβεύεται στα έργα του ύστερου Βιτγκενστάιν ή στον πρώιμο Μερλώ-Ποντύ.


Ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, μπορεί ασφαλώς να υπάρχουν λόγοι να προτιμήσει κανείς τις Λογικές {105} Έρευνες από, για παράδειγμα, τις Ιδέες Ι, αλλά αυτοί οι λόγοι δεν χρειάζεται να σχετίζονται με το γεγονός ότι το πρώτο έργο είναι περιγραφικό ενώ το δεύτερο υπερβατολογικό· μάλλον σχετίζονται με το γεγονός ότι οι Λογικές Έρευνες δεν δεσμεύονται από την καρτεσιανή προσέγγιση στη φαινομενολογία, την οποία συναντούμε στις Ιδέες Ι. Αντίθετα, από ορισμένες απόψεις οι Λογικές Έρευνες φαίνεται να έχουν περισσότερες συγγένειες με την οντολογική προσέγγιση του Χούσερλ στη φαινομενολογία, την οποία συναντούμε, για παράδειγμα, στην Κρίση των Ευρωπαϊκών Επιστημών.

Μια ακόμη λεπτομέρεια αφορά τον ισχυρισμό του Μπενουά ότι ο Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες είχε υπερβεί την εναλλακτική μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού. Είναι ασφαλώς αληθές ότι ο Χούσερλ δεν δεσμεύθηκε ούτε σε έναν μεταφυσικό ρεαλισμό ούτε σε έναν μεταφυσικό ιδεαλισμό· το πραγματικό όμως ερώτημα είναι αν είχε επίσης κατορθώσει να υπερβεί αυτήν καθαυτήν την αντίθεση.

Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα εξαρτάται τελικά από τον τρόπο με τον οποίο ορίζει κανείς τους όρους «ρεαλισμός» και «ιδεαλισμός». Όπως έχουμε ήδη δει, είναι δυνατόν να τους ορίσουμε κατά τρόπο που καθιστά και τους δύο ακατάλληλους για τον χαρακτηρισμό της πρώιμης φαινομενολογίας του Χούσερλ.

Για να δώσουμε έναν ακόμη τέτοιο ορισμό: εάν ορίσουμε τον ιδεαλισμό ως τη θέση που υποστηρίζει ότι η υποκειμενικότητα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τον κόσμο, και τον ρεαλισμό ως τη θέση που υποστηρίζει ότι ο κόσμος μπορεί να διατηρηθεί χωρίς την υποκειμενικότητα, τότε είναι προφανές ότι μια θέση η οποία επιμένει σε μια αυστηρή συσχέτιση μεταξύ των δύο βρίσκεται πέρα τόσο από τον ρεαλισμό όσο και από τον ιδεαλισμό.

Αλλά —και αυτό είναι το απλό σημείο που επιθυμώ να υπογραμμίσω— δεδομένου ενός τέτοιου ορισμού του ρεαλισμού, είναι επίσης σχετικά εύκολο να περιγράψει κανείς τη θέση του Χούσερλ ως ένα είδος ιδεαλισμού, ή, ακριβέστερα, ως ένα είδος αντιρεαλισμού, στο μέτρο που αυτή είναι ασύμβατη με τον συγκεκριμένο ρεαλισμό. (Το δίδαγμα που πρέπει αναμφίβολα να αντλήσουμε είναι ότι οι ίδιες οι έννοιες του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού είναι τόσο ελαστικές, ώστε πλησιάζουν στο να καταστούν άχρηστες.)[^23]

[^23]: Όσον αφορά τη μεταγενέστερη θέση του Χούσερλ, οι απόψεις επίσης διίστανται. Παρότι πολλοί ερμηνευτές θα υποστήριζαν ότι ο διακηρυγμένος υπερβατολογικός ιδεαλισμός του Χούσερλ βρίσκεται πέρα τόσο από τον ιδεαλισμό όσο και από τον ρεαλισμό, υπάρχουν πολλοί τρόποι να ερμηνευθεί αυτός ο ισχυρισμός: 1) Μια ερμηνεία υποστηρίζει ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός βρίσκεται πέρα τόσο από τον ρεαλισμό όσο και από τον ιδεαλισμό, με την έννοια ότι, αυστηρά μιλώντας, αφορά εντελώς διαφορετικά ζητήματα· δηλαδή, ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός στερείται απλώς μεταφυσικής εμβέλειας. 2) Μια άλλη δυνατότητα είναι να υποστηριχθεί ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός βρίσκεται πέρα από την παραδοσιακή εναλλακτική μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού, στον βαθμό που στην πραγματικότητα επιδιώκει να συνδυάσει στοιχεία και από τις δύο θέσεις. 3) Τέλος, μπορεί επίσης να υποστηριχθεί ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός του Χούσερλ υπερβαίνει αυτή την εναλλακτική, στον βαθμό που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι τόσο ο μεταφυσικός ρεαλισμός όσο και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός (μαζί με μεγάλο μέρος της παραδοσιακής μεταφυσικής κληρονομιάς) είναι, αυστηρά μιλώντας, στερούμενα νοήματος.

3. Ας στραφώ, τέλος, στην τελευταία και σημαντικότερη επιφύλαξή μου. Ένας τρόπος για να ελέγξουμε αν η αντίληψη της φαινομενολογίας που εκτίθεται στις Λογικές Έρευνες είναι απελευθερωτική ή περιοριστική είναι να εξετάσουμε αν αποκλείει εξ ορισμού κάποια σημαντικά φιλοσοφικά ζητήματα.

Έχουμε ήδη δει ότι ο Χούσερλ απέρριψε το ερώτημα σχετικά με την ύπαρξη μιας εξωτερικής πραγματικότητας ως ένα μεταφυσικό ερώτημα άσχετο προς τη φαινομενολογία. Μπορεί κανείς να αντιδράσει σε αυτή την απόρριψη της μεταφυσικής με πολλούς διαφορετικούς τρόπους:

  • Μια αντίδραση είναι να υποστηρίξει ότι η απόρριψη της μεταφυσικής και των μεταφυσικών ζητημάτων αποτελεί μια απελευθερωτική κίνηση, για τον απλό λόγο ότι αυτά τα παραδοσιακά ερωτήματα είναι {106} ψευδοπροβλήματα που έχουν ήδη δεσμεύσει τους φιλοσόφους για υπερβολικά μεγάλο χρονικό διάστημα.

  • Μια άλλη, αρκετά διαφορετική, απάντηση είναι να υποστηρίξει ότι είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της φαινομενολογίας να αναγνωρίσει επιτέλους ότι αποτελεί απλώς μια περιγραφική επιχείρηση και όχι τη καθολική απάντηση σε όλα τα ερωτήματα. Με άλλα λόγια, υπάρχει μια διαφορά ανάμεσα στη φαινομενολογία και τη μεταφυσική· και μολονότι η πρώτη μπορεί να προετοιμάζει τον δρόμο για τη δεύτερη, δεν διαθέτει η ίδια τους πόρους για να αντιμετωπίσει μεταφυσικά ζητήματα και, επομένως, θα πρέπει να παραμένει σιωπηλή για εκείνο για το οποίο δεν μπορεί να μιλήσει.

  • Σε αντίθεση με αυτές τις δύο πρώτες αντιδράσεις, οι οποίες για διαφορετικούς λόγους υποδέχονται θετικά τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ, η τρίτη επιλογή τη θεωρεί αρνητικά. Αναγνωρίζει ότι τα μεταφυσικά προβλήματα είναι πραγματικά προβλήματα, αλλά, επειδή θεωρεί επίσης ότι η φαινομενολογία έχει μια σημαντική συμβολή να προσφέρει σε αυτόν τον τομέα, αντιμετωπίζει τη μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ ως έναν αυτοεπιβληθέντα και περιττό περιορισμό.

Προσωπικά, έχω κάποια συμπάθεια και για τις τρεις αντιδράσεις. (Στην πραγματικότητα, θεωρώ ότι είναι λιγότερο ασύμβατες απ’ όσο μπορεί να υποθέσει κανείς αρχικά. Θα μπορούσε κάλλιστα να υποστηριχθεί ότι υπάρχουν πολλά διαφορετικά είδη μεταφυσικών ερωτημάτων και ότι ορισμένα μπορεί να ανήκουν στην πρώτη κατηγορία, άλλα στη δεύτερη και άλλα στην τρίτη· δηλαδή, υπάρχουν μεταφυσικά ψευδοπροβλήματα που η φαινομενολογία ορθά εγκαταλείπει, μεταφυσικά ερωτήματα που βρίσκονται πέρα από την εμβέλειά της και μεταφυσικά ερωτήματα τα οποία είναι ικανή να αντιμετωπίσει.)

Αλλά ακόμη και αν κάποιος υιοθετήσει ανεπιφύλακτα την πρώτη, μάλλον βιτγκενσταϊνική, απάντηση —όπως πιστεύω ότι κάνει ο Μπενουά— αυτό δεν θα λύσει το πρόβλημα ούτε θα εξαλείψει όλες τις δυσκολίες.

Ένα από τα εντυπωσιακά γνωρίσματα της ανάλυσης της αποβλεπτικότητας από τον Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες είναι ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός του ότι η διαφορά ανάμεσα σε μια αληθή αντίληψη και σε μια μη αληθή αντίληψη (ας πούμε, μια ψευδαίσθηση ή μια παραισθητική εμπειρία) είναι άσχετη προς τη φαινομενολογία. Πράγματι, η ύπαρξη του αποβλεπτικού αντικειμένου είναι φαινομενολογικά άσχετη, αφού υποτίθεται ότι η εσωτερική φύση της πράξης παραμένει η ίδια ανεξάρτητα από το αν το αντικείμενο υπάρχει ή όχι (LI, 537, 539, 559, 565–66 [Hua XIX, 358, 360, 387, 396]).

Αυτή η στάση, η οποία φαίνεται να προκύπτει ως άμεση συνέπεια της μεταφυσικής ουδετερότητας του Χούσερλ, συνεπάγεται ορισμένες εξαιρετικά προβληματικές συνέπειες. Μία από αυτές είναι ότι η φαινομενολογία αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στις παραισθήσεις και στις αντιλήψεις. Και στις δύο περιπτώσεις έχουμε να κάνουμε με μια κατάσταση όπου το αποβλεπτικό αντικείμενο παρουσιάζεται σε έναν εποπτικό τρόπο δοτικότητας. Το αν αυτό το αντικείμενο υπάρχει επίσης αντικειμενικά είναι, ωστόσο, ένα ερώτημα το οποίο τίθεται μεθοδολογικά σε αναστολή.

Αλλά είναι αυτό το αποτέλεσμα φιλοσοφικά ικανοποιητικό; Ανεξάρτητα από τη στάση που υιοθετεί κανείς απέναντι στη μεταφυσική, εάν θέλει να διατηρήσει έναν χώρο για τη φαινομενολογία μέσα στη γνωσιολογία, η απάντηση πρέπει να είναι αρνητική. Μια θεωρία της γνώσης που αδυνατεί να διακρίνει ανάμεσα στις παραισθήσεις και στις αντιλήψεις, ανάμεσα στο απλώς αποβλεπτικό και στο αντικειμενικό, είναι ελλιπής.

Αλλά σε αυτή την περίπτωση υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να μετανιώνουμε για τη μεταφυσική ουδετερότητα της περιγραφικής φαινομενολογίας του Χούσερλ. Μετά, ωστόσο, από την υπερβατολογική στροφή του Χούσερλ, αυτές οι {107} διακρίσεις δεν θεωρούνταν πλέον άσχετες. Αντίθετα, το έντονο ενδιαφέρον του Χούσερλ για το πρόβλημα της διυποκειμενικότητας είχε ακριβώς ως κίνητρο την επιθυμία του να διασαφηνίσει το ζήτημα της αντικειμενικότητας.[^24]

[^24]: Για μια εκτενή συζήτηση, βλ. D. Zahavi, Husserl and Transcendental Intersubjectivity, Athens: Ohio University Press, 2001.


Ότι η στάση του Χούσερλ απέναντι στη μεταφυσική άλλαξε αργότερα γίνεται επίσης σαφές από τα ακόλουθα αποσπάσματα:

Τέλος, επιθυμώ να επισημάνω —ώστε να αποφευχθούν παρανοήσεις— ότι η φαινομενολογία αποκλείει μόνο εκείνο το αφελές είδος μεταφυσικής το οποίο λειτουργεί με παράλογες κατασκευές πραγμάτων καθεαυτά, αλλά δεν αποκλείει τη μεταφυσική στο σύνολό της. (Hua I, 38–39)

Η φαινομενολογία είναι αντι-μεταφυσική, στον βαθμό που απορρίπτει κάθε μεταφυσική η οποία κινείται μέσα σε κενές τυπικές κατασκευές. Όπως όμως όλα τα γνήσια φιλοσοφικά προβλήματα, έτσι και κάθε μεταφυσικό ζήτημα επιστρέφει σε μια φαινομενολογική βάση, και εδώ βρίσκει την υπερβατολογική μορφή και μέθοδό του, μια μορφή και μέθοδο που αντλούνται γνήσια από την εποπτεία. (Hua IX, 253. Πρβλ. Hua V, 141)[^25]

[^25]: Όπως το διατυπώνει ο L. Landgrebe, η αναγωγή είναι ο δρόμος του Χούσερλ προς τα μεταφυσικά θεμελιώδη προβλήματα (Der Weg der Phänomenologie. Das Problem der ursprünglichen Erfahrung, Gütersloh: Gerd Mohn, 1963, 26).


Για να αποφευχθούν παρανοήσεις, πρέπει να τονιστεί ότι η κριτική μου απέναντι στην αρχική στάση του Χούσερλ προς τη μεταφυσική δεν πρέπει να θεωρηθεί ως αποδοχή κάθε μεταφυσικού εγχειρήματος. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ούτε προσπάθεια άρνησης της διαφοράς ανάμεσα στον αντικειμενοστραφή χαρακτήρα της μεταφυσικής και στον αναστοχαστικό προσανατολισμό της υπερβατολογικής σκέψης, ούτε προσπάθεια υποβάθμισης της αποφασιστικής διαφοράς ανάμεσα στη φυσική και τη φαινομενολογική στάση.

Τελικά, είναι δυνατόν να ορίσει κανείς τη μεταφυσική με πολλούς διαφορετικούς τρόπους, για παράδειγμα:

  1. ως ένα φιλοσοφικό σύστημα κατασκευασμένο με βάση την εικασία,
  2. ως επιστήμη των υπεραισθητών ή υπερφαινομενικών οντοτήτων,
  3. ως μια αντικειμενοποιητική προσπάθεια περιγραφής της πραγματικότητας από μια άποψη «από το πουθενά», δηλαδή ως προσπάθεια παροχής μιας απόλυτης, μη-προοπτικής περιγραφής της πραγματικότητας,
  4. ως απάντηση στο παλαιό ερώτημα του γιατί υπάρχει κάτι αντί για το τίποτα,
  5. ως τρόπο σκέψης θεμελιωμένο στη «λογική» των δυαδικών αντιθέσεων,
  6. ως προσπάθεια απάντησης στα διαρκή ερωτήματα σχετικά με το νόημα της ανθρώπινης πραγματικής ζωής, ή
  7. απλώς ως συστηματικό αναστοχασμό πάνω στη φύση της υπάρχουσας πραγματικότητας.

Μόνο εάν η μεταφυσική λαμβάνεται με αυτή την τελευταία, «ελάχιστη» έννοια, θεωρώ ότι η μεταφυσική ουδετερότητα και η προσπάθεια αυστηρής διάκρισης ανάμεσα στη σημασία και το Είναι αποτελούν μια αμφισβητήσιμη υπερβατολογικο-φαινομενολογική κίνηση· μια κίνηση που απειλεί να επανεισαγάγει κάποιου είδους θεωρία δύο κόσμων: τον κόσμο όπως είναι για εμάς και τον κόσμο όπως είναι καθεαυτός.

Όπως παρατηρεί ο Φινκ σε ένα άρθρο του από το 1939, μόνο μια πλήρης παρανόηση του σκοπού της φαινομενολογίας οδηγεί στον εσφαλμένο αλλά συχνά επαναλαμβανόμενο ισχυρισμό ότι η φαινομενολογία του Χούσερλ δεν ενδιαφέρεται για την πραγματικότητα, δεν ενδιαφέρεται για το {108} ερώτημα του Είναι, αλλά μόνο για υποκειμενικούς σχηματισμούς σημασίας μέσα στην αποβλεπτική συνείδηση.[^26]

[^26]: E. Fink, «Das Problem der Phänomenologie Edmund Husserls», Revue Internationale de Philosophie I, 1939, 257.


Συμπερασματικά: Πιστεύω ότι ο Μπενουά έχει επιτύχει να υποστηρίξει ότι η μεταφυσική ουδετερότητα του Χούσερλ στις Λογικές Έρευνες πράγματι διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Το έργο περιέχει μια σημαντική προσπάθεια υπέρβασης του παραδοσιακού διαχωρισμού ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό, το φυσικό και το ψυχικό, την υποκειμενικότητα και τον κόσμο, μέσω της εστίασης στη δοτικότητα ως κεντρική κατηγορία.

Παρόλα αυτά, εξακολουθώ να πιστεύω ότι υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να καταβληθεί για αυτή την ουδετερότητα· και στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι το τίμημα είναι υπερβολικά υψηλό.


Ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός του Χούσερλ

Dan Zahavi, Husserl's Phenomenology, Stanford University Press Stanford, California 2003, σσ. 68-72

Σύμφωνα με τον Χούσερλ, κάθε αντικείμενο πρέπει κατ’ ανάγκην να κατανοείται στη συσχέτισή του με την υποκειμενικότητα που το βιώνει (και το συγκροτεί), εάν πρόκειται να αποφευχθούν οι δογματικές προϋποθέσεις. Εάν όμως μια αποφασιστική ρήξη με τον οντολογικό δογματισμό απαιτεί και συνεπάγεται την επιστροφή στο πεδίο του δοθέντος, τότε κάθε ισχυρισμός περί της ύπαρξης μιας απολύτως ανεξάρτητης από τον νου πραγματικότητας φαίνεται απαράδεκτος. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με τον ιδεαλισμό του Χούσερλ.

{69} Ήδη στις Λογικές Έρευνες (Logische Untersuchungen), ο Χούσερλ δήλωνε ότι μόνο μια ιδεαλιστική γνωσιοθεωρία ήταν συνεκτική (Hua 19/112). Εκείνη την εποχή, ο ιδεαλισμός σήμαινε απλώς μια θεωρία που υπερασπιζόταν το μη αναγώγιμο του ιδεατού· δηλαδή, μια θεωρία που υποστήριζε ότι το ιδεατό δεν μπορεί να αναχθεί ούτε σε ψυχικές ούτε σε φυσικές οντότητες ή διεργασίες. Στους Καρτεσιανούς Στοχασμούς (Cartesianische Meditationen) συναντά κανείς την ίδια θέση (Hua 1/118), αλλά πλέον αυτή πρέπει να γίνει κατανοητή με πολύ ριζικότερη έννοια.

Μετά την υπερβατολογική στροφή του Χούσερλ, ο ιδεαλισμός νοείται ως μια θέση που υπερασπίζεται την υπερβατολογική πρωταρχικότητα της υποκειμενικότητας (Hua 8/215), μια πρωταρχικότητα την οποία ο Χούσερλ θεωρεί τόσο κεντρική για τη φαινομενολογία, ώστε να ταυτίζει τη φαινομενολογία με τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό:

Μόνον όποιος παρανοεί είτε το βαθύτερο νόημα της αποβλεπτικής μεθόδου είτε εκείνο της υπερβατολογικής αναγωγής —ή ίσως και τα δύο— μπορεί να επιχειρήσει να διαχωρίσει τη φαινομενολογία από τον υπερβατολογικό ιδεαλισμό (Hua 1/119. Βλ. επίσης Hua 8/181).

Ωστόσο, ο Χούσερλ τονίζει επανειλημμένα ότι ο υπερβατολογικο-φαινομενολογικός ιδεαλισμός του διαφέρει ριζικά από κάθε παραδοσιακό ιδεαλισμό, ο οποίος, ακριβώς λόγω της αντίθεσής του προς τον ρεαλισμό, απλώς φανερώνει ότι παραμένει εγκλωβισμένος στη φυσική στάση (Hua 5/149–153, 17/178, 1/33–34, 118). Όπως ήδη είδαμε, ο Χούσερλ καταδικάζει επίσης με απόλυτη σαφήνεια τον φαινομεναλισμό:

Το θεμελιώδες ελάττωμα των φαινομεναλιστικών θεωριών είναι ότι δεν διακρίνουν ανάμεσα στην εμφάνιση (Erscheinung) ως αποβλεπτικό βίωμα και στο εμφανιζόμενο αντικείμενο (το υποκείμενο των αντικειμενικών κατηγορημάτων) και, ως εκ τούτου, ταυτίζουν το βιωμένο σύμπλεγμα αισθήσεων με το σύμπλεγμα των αντικειμενικών γνωρισμάτων (Hua 19/371 [546]).

Όποια κι αν είναι η απάντησή μας στο ερώτημα αν τα φαινομενικά εξωτερικά πράγματα υπάρχουν ή όχι, δεν μπορούμε να αμφιβάλουμε ότι η πραγματικότητα κάθε τέτοιου αντιληπτού πράγματος δεν μπορεί να νοηθεί ως η πραγματικότητα ενός αντιληπτού συμπλέγματος αισθήσεων μέσα σε μια αντιλαμβανόμενη συνείδηση (Hua 19/764–765 [862]).

Έτσι, ο Χούσερλ ασκεί δριμεία κριτική στην άποψη ότι το αποβλεπτικό αντικείμενο μπορεί να αναχθεί σε ένα σύμπλεγμα αισθήσεων. Ο ιδεαλισμός του ασφαλώς δεν συνεπάγεται καμία διάλυση της κοσμικής πραγματικότητας σε νοητικό περιεχόμενο (Hua 3/335). Πώς, λοιπόν, πρέπει να τον κατανοήσουμε;

Σύμφωνα με τον Χούσερλ, η πραγματικότητα δεν είναι απλώς ένα ακατέργαστο γεγονός [brute fact] αποκομμένο από κάθε πλαίσιο εμπειρίας και από κάθε εννοιολογικό σχήμα. Αντιθέτως, αποτελεί ένα σύστημα εγκυρότητας και σημασίας, το οποίο χρειάζεται την υποκειμενικότητα —δηλαδή τις εμπειρικές και εννοιολογικές προοπτικές— προκειμένου να φανερωθεί και να αρθρωθεί. Υπό αυτή την έννοια η πραγματικότητα εξαρτάται από την υποκειμενικότητα. Γι’ αυτό ο Χούσερλ μπορούσε να {70} υποστηρίξει ότι είναι εξίσου παράλογο να γίνεται λόγος για μια απολύτως ανεξάρτητη από τον νου πραγματικότητα όσο και για ένα κυκλικό τετράγωνο (Hua 3/120). Αυτό, προφανώς, δεν σημαίνει ότι αρνείται ή θέτει υπό αμφισβήτηση την ύπαρξη του πραγματικού κόσμου· σημαίνει απλώς ότι απορρίπτει μια αντικειμενιστική ερμηνεία του οντολογικού του καθεστώτος.

Τι σημαίνει να είναι κάτι ένα υπερβατικό αντικείμενο; Για τον Χούσερλ, το ερώτημα αυτό μπορεί να απαντηθεί μόνο κριτικά, δηλαδή χωρίς δογματικές προϋποθέσεις, με την επιστροφή σε ό,τι δίδεται φαινομενολογικά, δηλαδή στα αντικείμενα καθόσον εμφανίζονται. Το να μιλά κανείς για υπερβατικά αντικείμενα σημαίνει να μιλά για αντικείμενα που δεν αποτελούν μέρος της συνείδησής μου και δεν μπορούν να αναχθούν στην εμπειρία που έχω γι’ αυτά. Σημαίνει να μιλά για αντικείμενα που μπορούν πάντοτε να μας εκπλήσσουν, δηλαδή να εμφανίζονται διαφορετικά από ό,τι αναμέναμε.

Ωστόσο, δεν σημαίνει να μιλά για αντικείμενα που είναι απολύτως ανεξάρτητα από τη δική μου προοπτική ή απολύτως απρόσιτα σε αυτήν. Αντιθέτως, ο Χούσερλ θεωρεί ότι έχει νόημα να μιλάμε για υπερβατικά αντικείμενα μόνο εφόσον αυτά είναι υπερβατικά για εμάς. Τα αντικείμενα αποκτούν σημασία για εμάς μόνο μέσω της συνείδησής μας γι’ αυτά.

Το να είναι κάτι πραγματικό, να είναι ένα αντικειμενικά υπάρχον αντικείμενο, σημαίνει ότι διαθέτει μια συγκεκριμένη, κανονικά οργανωμένη δομή εμφάνισης· σημαίνει ότι δίδεται σε ένα υποκείμενο με ορισμένο τρόπο, με συγκεκριμένη σημασία και εγκυρότητα. Αυτό δεν σημαίνει ότι το αντικείμενο υπάρχει μόνο όταν πράγματι εμφανίζεται, αλλά ότι η ύπαρξή του συνδέεται με τη δυνατότητα μιας τέτοιας εμφάνισης.

Το να ισχυρίζεται κανείς ότι υπάρχουν αντικείμενα τα οποία δεν γίνονται πράγματι αντικείμενα εμπειρίας —όπως πέτρες στην αθέατη πλευρά της Σελήνης, φυτά στο δάσος του Αμαζονίου ή χρώματα του υπεριώδους φάσματος— σημαίνει ότι τα αντικείμενα αυτά είναι ενταγμένα σε έναν ορίζοντα εμπειρίας και ότι μπορούν κατ’ αρχήν να δοθούν στην εμπειρία (αν και ενδέχεται να υπάρχουν εμπειρικές ή ανθρωποκεντρικές δυσχέρειες ως προς αυτό). Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο κάθε υπερβατικό αντικείμενο θεωρείται ότι εξακολουθεί να ανήκει στο πεδίο της φαινομενολογικής έρευνας.

Περιστασιακά, ο Χούσερλ περιγράφει τον ιδεαλισμό του ως μια προσπάθεια κατανόησης και διαλεύκανσης του πλούτου και της υπερβατικότητας του κόσμου μέσω μιας συστηματικής ανάλυσης της συγκροτούσας αποβλεπτικότητας (Hua 1/34). Υπό αυτή την έννοια, ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός του Χούσερλ μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια διάσωσης και όχι αποκήρυξης του ρεαλισμού της φυσικής στάσης. Ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, ο Χούσερλ θα υποστήριζε ότι η υπερβατολογική αναγωγή μάς επιτρέπει να κατανοήσουμε και να θεμελιώσουμε τον ρεαλισμό που είναι εγγενής στη φυσική στάση. Πράγματι, ο Χούσερλ γράφει ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός του εμπεριέχει μέσα του τον φυσικό ρεαλισμό (Hua 9/254).[^41]

[^41]: Ο Fink γράφει ότι οι αλήθειες του κοσμικού (mundane) πεδίου δεν έρχονται σε σύγκρουση με τις αλήθειες του υπερβατολογικού πεδίου, καθώς εδώ έχουμε να κάνουμε με αλήθειες που βρίσκονται σε δύο διαφορετικά επίπεδα. Έτσι, η υπερβατολογική κατανόηση του κόσμου δεν αρνείται τις αλήθειες που αποκτώνται μέσα στη φυσική στάση, αλλά, αντίθετα, τις καθιστά ριζικά, δηλαδή συστατικά, κατανοητές (Fink 1988a, 129).


Ο υπερβατικός κόσμος· οι άνθρωποι· η μεταξύ τους σχέση, καθώς και η σχέση τους μαζί μου, ως ανθρώπων· η εμπειρία τους, η σκέψη τους, η δράση τους και η δημιουργία τους μαζί {71} με τους άλλους: όλα αυτά δεν ακυρώνονται από τον φαινομενολογικό μου στοχασμό, δεν υποτιμώνται, δεν μεταβάλλονται, αλλά απλώς κατανοούνται (Hua 17/282 [275]).

Το ότι ο κόσμος υπάρχει, ότι δίδεται ως ένα υπάρχον σύμπαν μέσα σε μια αδιάκοπη εμπειρία η οποία διαρκώς συνενώνεται σε μια καθολική συμφωνία, βρίσκεται πέρα από κάθε αμφιβολία. Αλλά είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα να κατανοήσουμε αυτή την αδιαμφισβήτητη βεβαιότητα που στηρίζει τη ζωή και τη θετική επιστήμη και να διασαφηνίσουμε τη βάση της νομιμότητάς της (Hua 5/152–153).

Δεν μπορεί να υπάρξει ισχυρότερος ρεαλισμός από αυτόν, εάν με τη λέξη αυτή δεν εννοείται τίποτε περισσότερο από το εξής: «Είμαι βέβαιος ότι είμαι ένας άνθρωπος που ζει μέσα σε αυτόν τον κόσμο κ.λπ., και δεν το αμφισβητώ καθόλου». Όμως το μεγάλο πρόβλημα είναι ακριβώς να κατανοήσουμε αυτό που εδώ φαίνεται τόσο αυτονόητο (Hua 6/190–191 [187]).

Κανένας συνηθισμένος «ρεαλιστής» δεν υπήρξε ποτέ τόσο ρεαλιστής και τόσο συγκεκριμένος όσο εγώ, ο φαινομενολογικός «ιδεαλιστής» (έναν όρο τον οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν χρησιμοποιώ πλέον) (Husserliana Dokumente III/7, 16).

Με αυτές τις διατυπώσεις, ο Χούσερλ δεν προσεγγίζει μόνο τη διάσημη καντιανή θέση σχετικά με τη συμβατότητα του υπερβατολογικού ιδεαλισμού και του εμπειρικού ρεαλισμού,[^42] αλλά επίσης πλησιάζει αυτό που ορισμένες φορές έχει ονομαστεί εσωτερικός ρεαλισμός. Σε κάποιο βαθμό, θα μπορούσε πράγματι να υποστηριχθεί ότι η κριτική του Χούσερλ στην αναπαραστασιοκρατία υποστηρίζει ένα είδος (άμεσου) ρεαλισμού. Είμαστε «πρωτίστως και κατά κύριο λόγο» (zunächst und zumeist) στραμμένοι προς πραγματικά υπάρχοντα αντικείμενα, και αυτή η κατεύθυνση δεν διαμεσολαβείται από κανένα ενδονοητικό αντικείμενο.

[^42]: Kant 1956, A 370.


Ωστόσο, εάν κάποιος επιθυμεί να ονομάσει αυτή τη θέση ρεαλισμό, πρέπει να τονιστεί ότι πρόκειται για έναν ρεαλισμό θεμελιωμένο στην εμπειρία. Είναι ένας εμπειρικός ρεαλισμός ή ένας εσωτερικός ρεαλισμός, όχι διαφορετικός από εκείνον που υποστήριξε ο Χίλαρυ Πάτναμ,[^43] και δεν έχει καμία συγγένεια με έναν μεταφυσικό ρεαλισμό.

[^43]: Πρβ. Putnam 1988.


Ταυτόχρονα, και ίσως ακόμη πιο κατάλληλα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι η κριτική του Χούσερλ στην αναπαραστασιοκρατία μπορεί να θεωρηθεί ως κριτική τόσο στον ρεαλισμό όσο και στον ιδεαλισμό. Εάν ορίσουμε την αντίθεση μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού με βάση το δίπολο εσωτερική αναπαράσταση / εξωτερική πραγματικότητα, όπου ο ιδεαλισμός υποστηρίζει ότι η μόνη υπάρχουσα οντότητα είναι η ενδονοητική αναπαράσταση, ενώ ο ρεαλισμός υποστηρίζει ότι η νοητική αναπαράσταση αντιστοιχεί σε ένα εξωνοητικό και ανεξάρτητο από τον νου αντικείμενο, τότε είναι προφανές ότι ο Χούσερλ πρέπει να απορρίψει και τις δύο θέσεις.

Με άλλα λόγια, είναι σχετικά εύκολο να ορίσουμε τον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό με τέτοιον τρόπο ώστε και οι δύο να είναι ακατάλληλοι για τον χαρακτηρισμό της φαινομενολογίας του Χούσερλ. Για να δώσουμε έναν ακόμη τέτοιο ορισμό: εάν ορίσουμε τον ιδεαλισμό ως τη θέση που υποστηρίζει ότι η υποκειμενικότητα μπορεί να διατηρηθεί χωρίς τον κόσμο, και τον ρεαλισμό ως τη θέση {72} που υποστηρίζει ότι ο κόσμος μπορεί να διατηρηθεί χωρίς υποκειμενικότητα, τότε είναι προφανές ότι μια θέση (βλ. τον οντολογικό τρόπο της αναγωγής στον Χούσερλ), η οποία επιμένει σε μια αυστηρή συσχέτιση μεταξύ των δύο, βρίσκεται πέρα από τον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό.

Πράγματι, δεδομένου ενός τέτοιου ορισμού του ρεαλισμού, είναι ακόμη δυνατό να περιγράψει κανείς τη θέση του Χούσερλ ως ένα είδος ιδεαλισμού, ή, για να είμαστε ακριβέστεροι, ως ένα είδος αντιρεαλισμού, στο μέτρο που είναι ασύμβατη με τον συγκεκριμένο ρεαλισμό.

Το δίδαγμα που πρέπει αναμφίβολα να αντλήσουμε είναι ότι οι ίδιες οι έννοιες του ρεαλισμού και του ιδεαλισμού είναι τόσο ελαστικές, ώστε καθίστανται σχεδόν άχρηστες. Δεν είναι τυχαίο ότι τόσο ο Hans-Georg Gadamer όσο και ο Eugen Fink επαίνεσαν τον Χούσερλ για την υπέρβαση της παλαιάς αντίθεσης μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού,[^44] και είναι ασφαλώς αληθές ότι δεν υπήρξε ούτε υποκειμενικός ιδεαλιστής ούτε μεταφυσικός ρεαλιστής.

[^44] Gadamer 1972, 178· Fink 1988a, 179. Παρόλο που πολλοί ερμηνευτές θα συμφωνούσαν με αυτόν τον ισχυρισμό, υπάρχουν, όπως πάντοτε, διαφορετικοί τρόποι να τον ερμηνεύσει κανείς. 1) Μια ερμηνεία υποστηρίζει ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός βρίσκεται πέρα από τον ρεαλισμό και τον ιδεαλισμό, με την έννοια ότι, αυστηρά μιλώντας, ασχολείται με εντελώς διαφορετικά ζητήματα· δηλαδή, ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός στερείται απλώς μεταφυσικών συνεπειών. 2) Μια άλλη δυνατότητα είναι να υποστηριχθεί ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός βρίσκεται πέρα από την παραδοσιακή εναλλακτική μεταξύ ρεαλισμού και ιδεαλισμού, στον βαθμό που στην πραγματικότητα επιδιώκει να συνδυάσει στοιχεία και από τις δύο θέσεις. 3) Τέλος, θα μπορούσε επίσης να υποστηριχθεί ότι ο υπερβατολογικός ιδεαλισμός του Χούσερλ υπερβαίνει αυτή την εναλλακτική, στον βαθμό που μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι τόσο ο μεταφυσικός ρεαλισμός όσο και ο υποκειμενικός ιδεαλισμός (μαζί με μεγάλο μέρος της παραδοσιακής μεταφυσικής κληρονομιάς) είναι, αυστηρά μιλώντας, παράλογοι.

Generated at: 2026-07-11 14:59:57